Νίκος Παπαδόπουλος: "Ίσως αυτό το βιβλίο να λειτουργεί ως εμπόδιο λησμονιάς, που έγραφαν τα παλιά χρόνια στα γράμματά τους οι μετανάστες, να μη ξεχαστεί αυτή η βία, αυτός ο πόνος, να μη θεωρηθεί νορμάλ".

Το «Χόρτασα δεν χόρτασα» του Νίκου Παπαδόπουλου είναι ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα δωματίου που ξεδιπλώνεται γύρω από ένα φαινομενικά απλό δείπνο, το οποίο μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, μνήμης και συναισθηματικής βίας. Μέσα από σιωπές που απειλούν, ανείπωτες αλήθειες και την επιστροφή σε παλιές εκδοχές του εαυτού, το βιβλίο εξερευνά τις σκοτεινές δυναμικές των σχέσεων, την ανάγκη που μεταμφιέζεται σε αγάπη και την πείνα που δεν κοπάζει ποτέ. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά για τη λογοτεχνική δύναμη του καθημερινού, τη γυναικεία ανθεκτικότητα, τη μνήμη ως παγίδα και τον έρωτα ως χώρο κλειστοφοβίας και αναμέτρησης με την αλήθεια.

Νίκος Παπαδόπουλος

Το δείπνο λειτουργεί ως σκηνικό, αλλά και ως παγίδα. Πότε καταλάβατε ότι αυτή η τόσο καθημερινή συνθήκη μπορούσε να σηκώσει το βάρος ενός ψυχολογικού θρίλερ;

Το δείπνο λειτουργεί ως αφορμή για όλους μας. Για μένα, είναι η αφορμή να βρεθούν στον ίδιο χώρο οι δύο πρωταγωνιστές. Για το αγόρι, το δείπνο είναι η αφορμή να δει ξανά το κορίτσι, να διερευνήσει τις πιθανότητες επαναπροσέγγισης. Για το κορίτσι, το δείπνο είναι η αφορμή να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα, που δεν είχε εκφράσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Για τους αναγνώστες, αυτό το δείπνο είναι μια αφορμή να μπουν οι ίδιοι στη δράση, να επιλέξουν πλευρές, και να φτάσουν μέχρι το τέλος αλώβητοι.

Με ενδιαφέρει η δυναμική που έχει το ίδιο το φαγητό στη λογοτεχνία, γι’ αυτό προτίμησα αυτή την καθημερινή συνθήκη από κάποια άλλη. Υπάρχει κάτι φροντιστικό στον τρόπο που μαγειρεύουμε για τους άλλους ανθρώπους, έτσι δεν είναι;

Στο βιβλίο η σιωπή είναι πιο απειλητική από τον λόγο. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο ως συγγραφέα: αυτά που λέγονται ή αυτά που μένουν ανείπωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που υπήρξαν ζευγάρι;

Ακόμη κι αν είχε όλο τον χρόνο του κόσμου ένα ζευγάρι, ακόμη κι αν ο χρόνος σταματούσε και μπορούσαν να μιλάνε αδιάκοπα για πάντα, πιστεύω ότι θα ήταν αδύνατον να ειπωθούν όλα, κι αυτό δεν είναι κακό. Τα πράγματα που λέγονται και τα πράγματα που δεν λέγονται συνυπάρχουν αρμονικά στο σύμπαν της κάθε σχέσης- αν χαθεί αυτή η αρμονία, και αυξηθούν τα πράγματα που λέγονται ή τα πράγματα που δεν λέγονται, τότε κάτι έχει συμβεί. Για μένα, αυτό είναι το στιγμιότυπο που θέλω να αφηγηθώ, μία απώλεια ισορροπίας.

Οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τις εκδοχές του εαυτού τους στο παρελθόν. Πιστεύετε ότι μπορούμε ποτέ να συμφιλιωθούμε με αυτό που ήμασταν μέσα σε μια σχέση;

Όταν ήμουν μικρός, είχα φάει ένα κόλλημα με το How I met your mother. Κλασικό αμερικάνικο σιτ-κομ, αλλά είχε ενδιαφέρουσες αφηγηματικές επιλογές, έπαιζε με τα φλάσμπακ και με αφηγητές που δεν μπορούσες να τους εμπιστευτείς απόλυτα. Σε κάποιο επεισόδιο, ο πρωταγωνιστής συναντά στο αγαπημένο του μπαρ διάφορες εκδοχές του εαυτού του, τον εαυτό του σε είκοσι χρόνια, τον εαυτό του σε είκοσι λεπτά, τον εαυτό του σε ένα χρόνο, πίνουν μια μπύρα και τα λένε. Ζηλεύω πολύ αυτή τη σκηνή, θα ήθελα να την έχω γράψει εγώ, ή να την έχω ζήσει εγώ.

Οι εκδοχές του εαυτού μας μέσα σε μία σχέση έρχονται και μετά φεύγουν, όπως οι ρόλοι μίας παράστασης που ανέβηκε και κατέβηκε. Αλλά πάντα, κάτι αφήνουν πίσω, κι αν δεν το αποδεχθούμε, αν δεν καθίσουμε να πιούμε μια μπύρα με αυτό που έμεινε πίσω, ίσως να μας στοιχειώσει σαν φάντασμα.

Το Χόρτασα δεν χόρτασα μοιάζει με κραυγή και όχι με σιωπή, όπως γράφεται. Ήταν για εσάς μια μορφή εξομολόγησης, προσωπικής ή συλλογικής, γύρω από τον χωρισμό και τις ανθρώπινες σχέσεις;

Αυτό το βιβλίο ήταν η ανάγκη μου να πω κάποια πράγματα που ένιωσα ότι πρέπει να ειπωθούν, κάποια στιγμή που ένιωσα ότι εκεί έξω υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που χορεύουν ακόμη, παρ’ ότι μέσα τους κλαίνε, και πολλοί άνθρωποι που προξενούν πόνο, κι έπειτα το προσπερνούν με την επίφαση ότι είναι κουλ παιδιά και δεν συνέβη και τίποτα.

Ίσως αυτό το βιβλίο να λειτουργεί ως εμπόδιο λησμονιάς, που έγραφαν τα παλιά χρόνια στα γράμματά τους οι μετανάστες. Να μη ξεχαστεί αυτή η βία, αυτός ο πόνος, να μη θεωρηθεί νορμάλ.

Η γυναικεία μορφή του βιβλίου αποπνέει ανθεκτικότητα, αλλά και σκοτεινή δύναμη. Πόσο συνειδητή ήταν η πρόθεσή σας να αναδείξετε αυτή τη διάσταση απέναντι στην ανδρική στάση και ευθύνη;

Έγινε αυθόρμητα, το παρατήρησα στην πορεία, και μου άρεσε. Στο βιβλίο ερχόμαστε σε επαφή κυρίως με τις σκέψεις και τον συναισθηματικό κόσμο της ανδρικής μορφής, ενώ από τη γυναικεία μορφή εισπράττουμε πράξεις, ενέργειες, πρωτοβουλίες, αποφάσεις. Είναι μια γυναίκα που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, και ένας άντρας που (με τη θέλησή του ή μη) αφήνεται.

Φυσικά, από την άλλη πλευρά, στην αφήγηση αποτυπώνεται ο αντίκτυπος των συναισθημάτων της γυναίκας, για όσα προηγήθηκαν, τα οποία σφραγίζονται από τις ενέργειες του άντρα. Τώρα όμως, στο αφηγηματικό παρόν, βλέπουμε πώς αλλάζει χέρια ο έλεγχος.

Αναρωτιέται κανείς διαβάζοντας: ήταν άραγε ποτέ πραγματικά ευτυχισμένοι; Πιστεύετε ότι πολλές σχέσεις στηρίζονται περισσότερο στην ανάγκη παρά στην αλήθεια;

Δεν ήταν ποτέ ευτυχισμένοι ο ένας με τον άλλον. Υπήρξαν, μάλλον, κάτι σαν ευτυχισμένοι με τους εαυτούς τους, για όσο αυτή η σχέση τους έδινε όσα είχαν ανάγκη. Η ανάγκη μας οδηγεί να φτιάξουμε ρόλους για τους εαυτούς μας σε κάθε κοινωνική σχέση, που συχνά βρίσκονται πολύ μακριά από την αλήθεια μας.

Και μετά από χρόνια, βλέπουμε ποιοι υπήρξαμε μέσα σε μία σχέση, κι αναρωτιόμαστε «μα καλά, καμία σχέση δεν έχει αυτό μ’ εμένα». Γιατί είναι δύσκολο πράγμα να πούμε την αλήθεια, πρώτα και κύρια στον εαυτό μας.

Το βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα στο ψυχογράφημα και το θρίλερ δωματίου. Πώς δουλέψατε την ένταση χωρίς εξωτερική δράση, βασιζόμενος κυρίως στη σκέψη και στη μνήμη;

Νομίζω υπάρχει μία έντονη δυναμική σε κλειστούς χώρους, σε κλειστοφοβικές καταστάσεις, σε στιγμές που νιώθουμε τους τέσσερις τοίχους να μας οριοθετούν, να μας καταπιέζουν, να μας πλακώνουν. Η πρωταγωνίστρια κάπως έτσι βίωσε τη σχέση της με τον πρωταγωνιστή, ο πρωταγωνιστής έτσι βιώνει τη βραδιά του δείπνου. Η κλειστοφοβία είναι βαθιά ριζωμένη στη σχέση τους, σε όσα συνέβησαν και όσα πρόκειται να συμβούν.

Κάποιες φορές, βυθιζόμαστε στις αναμνήσεις μας, και όταν αυτές δεν είναι ευχάριστες, νιώθουμε ότι εγκλωβιζόμαστε σε αυτές, ότι ο χώρος στενεύει, ότι δεν έχουμε την ελευθερία των κινήσεων. Ήθελα το διαμέρισμα αυτό, η κουζίνα του, να μοιάζει με έναν τέτοιο χώρο, που όλο μικραίνει και δεν μας χωρά. Ίσως, με έναν τρόπο, η κουζίνα γεμίζει με όλες τις περασμένες εκδοχές της κοπέλας, με όλες τις περασμένες εκδοχές του αγοριού, κι αυτό μόνο σε ένα δωμάτιο θα μπορούσε να συμβεί. Στις σκέψεις μου, όλο το υπόλοιπο σπίτι είναι σκοτεινό, υπάρχει φως μόνο στην κουζίνα, όση ώρα διαρκεί το δείπνο.

Αν το Χόρτασα δεν χόρτασα ήταν μια φράση που απευθύνεται όχι στον/στην πρώην σύντροφο αλλά στον ίδιο μας τον εαυτό, τι πιστεύετε ότι δηλώνει τελικά; Κόρο, έλλειψη ή μια αλήθεια που άργησε να ειπωθεί;

Το «χόρτασα δεν χόρτασα» είναι μια φράση που αναφέρεται στις σκοτεινές, καταστροφικές και αυτοκαταστροφικές παρορμήσεις που έχουμε. Οι δύο πρωταγωνιστές, ακόμη κι αν φαίνεται σε διάφορα σημεία ότι έχουν χορτάσει, στην πραγματικότητα δεν χορταίνουν. Υπάρχει μια ακόρεστη πείνα που τους οδηγεί να σκάβουν όλο και πιο βαθιά, σε όλο και πιο σκοτεινά μονοπάτια της ύπαρξής τους, σε μία σχέση που όλο χορταίνουν κι όλο δεν χορταίνουν βία, πόνο, τοξικότητα. Κι αναρωτιέμαι, μέχρι το τέλος, αν αυτός ο κύκλος κάποια στιγμή θα σπάσει.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαρία Χατζηαποστόλου: "Μια ολόκληρη εποχή που εμπεριέχει όλες τις εποχές, ξεδιπλώνεται μέσα στη σκέψη του Μάνου Ελευθερίου, με τον ποιητή να παραμένει πάντα πιστός σε ό,τι θεωρεί ιερό".

«Ο Κος Ζυλ» σε κείμενο & σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα, από 27/2

Νατάσα Βραχλιώτη: "Το βιβλίο, όπως και κάθε βιβλίο από μόνο του έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει!"

Ανθή Γουρουντή: "Η εποχή των αντιφάσεων, ο τόπος και χρόνος που ζούμε, κάνει το συγκεκριμένο έργο εξαιρετικά επίκαιρο, παρουσιάζοντας την ανάγκη του ανθρώπου για πνευματική ανάταση και την τάση του για εξέλιξη ακόμα και μέσα από τον θάνατο".

Παρασκευή Λεβεντάκου: "Η λεκτικοποίηση του βιωμένου έρωτα και της ακόμη πιο βιωμένης απώλειάς του λειτουργεί σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης".