Είδαμε και προτείνουμε: «Το Μεγάλο μας Τσίρκο»: Μια λαϊκή τελετουργία μνήμης στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού


Η απόφαση να ανεβεί ξανά «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη δεν είναι ποτέ μια απλή καλλιτεχνική επιλογή· είναι μια αναμέτρηση με τον μύθο. Στη σκηνή του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, η σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια έρχεται να αποδείξει πως το εμβληματικό αυτό έργο δεν είναι ένα μουσειακό κειμήλιο του 1973, αλλά μια ζωντανή, φλέγουσα πληγή που παραμένει επίκαιρη. Με σεβασμό στο βαρύ φορτίο της πρώτης παράστασης, αλλά με μια φρέσκια, σύγχρονη ματιά, ο θίασος στήνει ένα παλλόμενο λαϊκό πανηγύρι, όπου η ιστορία της Ελλάδας παρελαύνει άλλοτε ως φάρσα και άλλοτε ως αρχαία τραγωδία.

Ο Πέτρος Ζούλιας διαχειρίστηκε το κείμενο του Καμπανέλλη με τη δέουσα προσοχή, αναδεικνύοντας την αλληγορική του δύναμη. Η σκηνή μετατρέπεται σε μια αρένα όπου οι «Ρωμιοί» προσπαθούν να επιβιώσουν ανάμεσα σε προστάτες, δάνεια, διχασμούς και κατακτητές. Η εναλλαγή του κωμικού με το δραματικό γίνεται αβίαστα, υπηρετώντας τον βασικό πυρήνα του έργου: ότι η Ελλάδα μοιάζει με τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του. Το σκηνικό οικοδόμημα και οι φωτισμοί δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα, μεταφέροντας τον θεατή από την Τουρκοκρατία και τον Όθωνα μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Κατοχή, χωρίς διδακτισμούς, αλλά με την αμεσότητα ενός λαϊκού θεάματος.

Στο ερμηνευτικό κομμάτι, το στοίχημα ήταν μεγάλο. Η Ελεωνόρα Ζουγανέλη, σε μια ώριμη στιγμή της καριέρας της, αποδεικνύεται μια στιβαρή παρουσία που πατάει γερά στη γη, συνδυάζοντας την υποκριτική της δεινότητα με το εκρηκτικό φωνητικό της ταλέντο. Δίπλα της, ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος στέκεται επάξια, προσδίδοντας στον ρόλο του το νεύρο και την αγωνία του Έλληνα που παλεύει με τη μοίρα του. Η συμμετοχή του Γιάννη Ζουγανέλη είναι καθοριστική· φέρνει στη σκηνή την πηγαία αίσθηση του «μπουλουκιού», του κλόουν που γελάει για να μην κλάψει, λειτουργώντας ως ο συνδετικός κρίκος της σάτιρας με την πίκρα.

Φυσικά, «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» δεν θα ήταν αυτό που είναι χωρίς τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Οι μελωδίες, ερμηνευμένες ζωντανά από την ορχήστρα και τον εξαιρετικό Κώστα Τριανταφυλλίδη, δεν συνοδεύουν απλώς τη δράση· είναι ο ίδιος ο παλμός της παράστασης. Τα τραγούδια λειτουργούν ως χορικά αρχαίας τραγωδίας, ξεσηκώνοντας το κοινό και δημιουργώντας ρίγη συγκίνησης. Η παρουσία 27 ηθοποιών και μουσικών επί σκηνής προσδίδει στο θέαμα την απαραίτητη μεγαλοπρέπεια και συλλογικότητα, θυμίζοντάς μας πως η ιστορία γράφεται από τα πλήθη.

Συνοψίζοντας, η παράσταση στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού είναι μια εμπειρία που υπερβαίνει την απλή θεατρική ψυχαγωγία. Είναι μια πράξη αυτογνωσίας. Ο θεατής φεύγει με τα μάτια υγρά και την καρδιά γεμάτη, έχοντας παρακολουθήσει έναν καθρέφτη της ελληνικής ψυχής που, παρά τα τραύματα και τις προδοσίες, επιμένει να ελπίζει και να τραγουδά. Πρόκειται για την πιο ουσιαστική αναβίωση της χρονιάς, που τιμά το παρελθόν κοιτάζοντας κατάματα το παρόν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαρία Χατζηαποστόλου: "Μια ολόκληρη εποχή που εμπεριέχει όλες τις εποχές, ξεδιπλώνεται μέσα στη σκέψη του Μάνου Ελευθερίου, με τον ποιητή να παραμένει πάντα πιστός σε ό,τι θεωρεί ιερό".

«Ο Κος Ζυλ» σε κείμενο & σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα, από 27/2

Νατάσα Βραχλιώτη: "Το βιβλίο, όπως και κάθε βιβλίο από μόνο του έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει!"

Ανθή Γουρουντή: "Η εποχή των αντιφάσεων, ο τόπος και χρόνος που ζούμε, κάνει το συγκεκριμένο έργο εξαιρετικά επίκαιρο, παρουσιάζοντας την ανάγκη του ανθρώπου για πνευματική ανάταση και την τάση του για εξέλιξη ακόμα και μέσα από τον θάνατο".

Παρασκευή Λεβεντάκου: "Η λεκτικοποίηση του βιωμένου έρωτα και της ακόμη πιο βιωμένης απώλειάς του λειτουργεί σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης".