Ευαγγελία Παλαιολόγου: " Ο έρωτας έχει μια δύναμη που μπορεί να αντέξει τον χρόνο, γιατί αυτό που μένει δεν είναι μόνο η παρουσία, αλλά το συναίσθημα".
Η ιστορία ξεκινά με την επιστροφή της Ρίτας στην Αντίπαρο. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή τη “επιστροφή” στον τόπο καταγωγής ως αφορμή για την αποκάλυψη οικογενειακών και συναισθηματικών μυστικών;
Η επιστροφή στον τόπο καταγωγής έχει πάντα κάτι βαθιά εσωτερικό. Δεν είναι μόνο μια μετακίνηση στον χώρο, αλλά μια επιστροφή σε μνήμες, σε πρόσωπα και σε κομμάτια του εαυτού που μπορεί να είχαν μείνει πίσω.
Αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν το πώς ένας γνώριμος τόπος μπορεί να γίνει η αφορμή για να ανοίξουν πράγματα που είχαν μείνει κλειστά για χρόνια. Η Αντίπαρος δεν λειτουργεί μόνο ως σκηνικό, αλλά ως ένας ζωντανός χώρος που “ξυπνά” το παρελθόν και φέρνει τη Ρίτα αντιμέτωπη με αλήθειες που δεν γνώριζε ή ίσως δεν ήταν έτοιμη να δει.
Το
παρελθόν της γιαγιάς Μαργαρώς ξεδιπλώνεται μέσα από ένα ξύλινο κουτί γεμάτο
μυστικά. Πώς χρησιμοποιήσατε αυτό το αντικείμενο ως αφηγηματικό εργαλείο για να
ενώσετε μνήμη, έρωτα και σιωπή;
Το
ξύλινο κουτί για μένα δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο, αλλά ένας φορέας μνήμης.
Κουβαλά μέσα του στιγμές, συναισθήματα και αλήθειες που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Λειτουργεί
σαν μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Κάθε τι που περιέχει δεν
αποκαλύπτει μόνο γεγονότα, αλλά και όσα έμειναν στη σιωπή: έναν έρωτα που δεν
μπόρεσε να υπάρξει ελεύθερα, σκέψεις που δεν ειπώθηκαν, επιλογές που άφησαν το
αποτύπωμά τους.
Ήθελα η ιστορία να ξεδιπλώνεται μέσα από αυτό με έναν τρόπο σχεδόν βιωματικό. Και κάπως έτσι ενώνονται η μνήμη, ο έρωτας και η σιωπή.
Το
μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα σε δύο χρονικές γραμμές. Τι σας πρόσφερε αυτή η
διπλή αφήγηση στη διαχείριση της έντασης και της αποκάλυψης της αλήθειας;
Η διπλή αφήγηση μου έδωσε τη δυνατότητα να δουλέψω την ένταση με έναν πιο σταδιακό και ουσιαστικό τρόπο. Ο αναγνώστης δεν βλέπει την αλήθεια μονοδιάστατα, αλλά την προσεγγίζει μέσα από δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές που συνομιλούν μεταξύ τους. Έτσι, η αποκάλυψη δεν έρχεται απότομα, αλλά χτίζεται κομμάτι-κομμάτι. Κάθε επιστροφή στο παρελθόν φωτίζει το παρόν, και κάθε τι που συμβαίνει στο παρόν αποκτά άλλο βάρος όταν γνωρίζεις τι έχει προηγηθεί.
Ο
τίτλος «Μελτέμια και ψίθυροι» έχει έντονη ατμόσφαιρα και συμβολισμό. Τι εκφράζει
για εσάς αυτή η συνύπαρξη φυσικού στοιχείου και σιωπηλού λόγου;
Ο τίτλος εκφράζει αυτή τη συνύπαρξη: το έντονο και το σιωπηλό που υπάρχουν ταυτόχρονα μέσα στις ζωές μας.Τα “μελτέμια” συμβολίζουν τη δύναμη, την ένταση, κάτι που έρχεται και σε παρασύρει χωρίς να μπορείς να το ελέγξεις. Οι “ψίθυροι”, αντίθετα, είναι όλα όσα μένουν χαμηλόφωνα, μυστικά, ανείπωτες αλήθειες, σκέψεις που δεν βρήκαν ποτέ τη στιγμή να ειπωθούν δυνατά.
Στο
βιβλίο, ο έρωτας παρουσιάζεται ως κάτι που μπορεί να αντέξει τον χρόνο αλλά όχι
απαραίτητα τη σιωπή. Πώς προσεγγίζετε αυτή την αντίφαση;
Νομίζω πως ο έρωτας έχει μια δύναμη που μπορεί να αντέξει τον χρόνο, γιατί αυτό που μένει δεν είναι μόνο η παρουσία, αλλά το συναίσθημα. Η σιωπή όμως λειτουργεί διαφορετικά. Δεν είναι απλώς απουσία λόγου· είναι απόσταση. Είναι όσα δεν είπαμε και τελικά μας βαραίνουν. Και αυτό που με ενδιέφερε ήταν ακριβώς αυτή η αντίφαση: πώς κάτι τόσο δυνατό μπορεί να επιβιώνει μέσα στον χρόνο, αλλά ταυτόχρονα να πληγώνεται από τη σιωπή.
Η
Ρίτα, ως ιστορικός, αναζητά την αλήθεια μέσα από ίχνη και τεκμήρια.
Πόσο επηρέασε η επαγγελματική της ιδιότητα τον τρόπο που ξετυλίγεται η προσωπική
της διαδρομή;
Η ιδιότητά της ως ιστορικός επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που προσεγγίζει την αλήθεια. Έχει μάθει να ψάχνει, να εντοπίζει ίχνη, να συνδέει κομμάτια που στην αρχή φαίνονται ασύνδετα. Όμως, όταν αυτή η αναζήτηση γίνεται προσωπική, τα πράγματα αλλάζουν. Δεν έχει να κάνει μόνο με γεγονότα, αλλά με συναισθήματα, με ανθρώπους που αγαπά. Και εκεί βρίσκεται η δυσκολία: να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη της να μάθει την αλήθεια και στο τι αυτή η αλήθεια μπορεί να φέρει στην επιφάνεια.
Η
σχέση της με τον Γιώργη θέτει το ερώτημα “πόσο χώρο αφήνουμε στον έρωτα όταν η
αλήθεια πονά”. Τι σας ενδιέφερε να εξερευνήσετε γύρω από αυτό το ηθικό και
συναισθηματικό δίλημμα;
Το
μυθιστόρημα μιλά για μυστικά που ταξιδεύουν ανάμεσα σε γενιές. Πιστεύετε ότι
κάποια αλήθεια είναι βαρύτερη όταν καθυστερεί να ειπωθεί ή όταν τελικά αποκαλύπτεται;
Νομίζω πως τα μυστικά βαραίνουν όσο μένουν ανείπωτα. Ο χρόνος τα κάνει πιο σύνθετα, πιο φορτισμένα, γιατί γύρω τους χτίζονται σιωπές, παρεξηγήσεις, ακόμη και φόβοι. Όταν τελικά αποκαλύπτονται, μπορεί να πονάνε, αλλά ταυτόχρονα φέρνουν και μια μορφή λύτρωσης. Ίσως τελικά το βάρος να μην βρίσκεται στην ίδια την αλήθεια, αλλά στον χρόνο που τη κρατάμε μέσα μας.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου