Ευρυδίκη Αμανατίδου: "Η «Άμμος» είναι μια πρόσκληση και πρόσκληση σε ένα ταξίδι ενηλικίωσης".
Στην «Άμμο» της Ευρυδίκης Αμανατίδου το παρελθόν και το παρόν κινούνται σαν κόκκοι μέσα στην ίδια κλεψύδρα, διαμορφώνοντας μια αφήγηση όπου η Ιστορία, η μνήμη και η ανθρώπινη μοίρα συνυπάρχουν αδιάκοπα. Με φόντο την αρχαία σκιά των Ετρούσκων και τη μεταπολεμική Ιταλία, η συγγραφέας χτίζει ένα μυθιστόρημα όπου οι ήρωες καλούνται να αναμετρηθούν με όσα τους καθόρισαν αλλά και με όσα επιλέγουν να αφήσουν πίσω. Μιλήσαμε μαζί της για τον χρόνο, τη μνήμη, τη συγγραφή ως πράξη αυτογνωσίας και για το πώς η ιστορία συνεχίζει να αναπνέει μέσα από τη μυθοπλασία.
Στην «Άμμο» το παρελθόν μοιάζει να αναπνέει συνεχώς μέσα στο παρόν. Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε περισσότερο στους Ετρούσκους ώστε να χτίσετε γύρω τους αυτή την ιστορία;
Στην
«Άμμο», το παρελθόν και το παρόν απεικονίζουν το αξίωμα που διατρέχει όλο το
μυθιστόρημα. Σαν τους κόκκους της άμμου σε μία κλεψύδρα, ο χρόνος ίδιος και
διαφορετικός μαζί, ξεκινάει και πάλι σε κάθε γύρισμά της. Και φυσικά το
παρελθόν είναι κάτι που προσδιορίζει τον άνθρωπο, υπάρχει γύρω μας είτε με τη
μορφή αρχαιολογικών ευρημάτων και μνημείων είτε από γραπτές πηγές μέχρι την από
στόμα σε στόμα παράδοση. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το ιστορικό παρελθόν
είτε το θέλουμε είτε όχι. Όσο για τους Ετρούσκους, πιστεύω ότι ήταν η από
μέρους μου ιδανική επιλογή για τη συγκεκριμένη μυθοπλασία. Χρησιμοποιώντας την
ιστορία, δεν είναι λίγες οι φορές που θέλησα να αποδώσω έναν φόρο τιμής σε
περιόδους ή ανθρώπους, έχοντας τον ευσεβή πόθο να γίνουν ένα μέρος των μυθιστορημάτων
μου. Από την άλλη, παρότι οι σπουδές μου εστίασαν σε κάτι εντελώς διαφορετικό,
δεν κρύβω την αγάπη μου για την αρχαιολογία, μια επιστήμη που από τη δική της
σκοπιά επιχειρεί να προσδιορίσει το παρελθόν υπηρετώντας την ανάγκη του
ανθρώπου να βρει τις ρίζες του. Και επειδή ιστορία χωρίς ανατροπές είναι μισή
ιστορία, εστίασα σε έναν αινιγματικό λαό, τους Ετρούσκους. Το έως και σήμερα
μυστήριό τους δεν έχει εξιχνιαστεί απόλυτα. Ακόμα υπάρχουν εικασίες σχετικά με
την καταγωγή τους, αυτό όμως που θέλω να ξέρει ο αναγνώστης είναι ότι πρόκειται
για έναν λαό που άκμασε στην Κεντρική Ιταλία από τον 8οέως τον 4οπρο
Χριστού αιώνα και ότι είναι εκπληκτικά όσα άφησε πίσω του.
⸎
Ο Τζενάρο
είναι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μέσα στη στέρηση και στον φόβο. Πόσο δύσκολο
ήταν να μπείτε ψυχολογικά στη σκέψη ενός ανθρώπου που παλεύει να ξεφύγει από τη
μοίρα του;
Ο Τζενάρο
είναι ένας νέος άνθρωπος που ζει πλέον σε ένα ταπεινό χωριό κοντά στη λίμνη
Μπρατσάνο, στην επαρχία του Λάτσιο, στην κεντρική Ιταλία. Στα είκοσι πρώτα χρόνια
της ζωής του βίωσε την ορφάνια, καθώς η οικογένειά του χάθηκε στη λαίλαπα του
δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Πολύ μικρός έζησε σαν χαμίνι στις στοές κάτω από
τη γενέθλια πόλη του, τη Νάπολη. Χωρίς οικογένεια, χωρίς ουσιαστική παιδεία,
χωρίς καλοσύνη και αγάπη. Βρίσκεται όμως ένα χέρι βοηθείας, αλλά κάθε καλό και
σύντομο, οπότε θα απογοητευτεί οικτρά για μία ακόμη φορά. Αυτός είναι σε
γενικές γραμμές ο ένας από τους αγαπημένους μου ήρωες. Έκανα αυτή την εισαγωγή
γιατί τη θεώρησα απαραίτητη ώστε να απαντήσω στην ερώτησή σας. Επειδή η
συγγραφή για εμένα είναι εφαλτήριο έρευνας και αυτοπροσδιορισμού, επειδή πάντα
με ιντριγκάρει ένα δεδομένο ως πεδίο εργασίας στην εξίσωση των πολλών αγνώστων
και διαθέτοντας ένα θεωρητικό υπόβαθρο που προσπαθώ πάντα να διευρύνω, αλλά και
την προθυμία να ακούω και να συναισθάνομαι τη θέση του άλλου, για εμένα δεν
έχει βαθμό δυσκολίας το να μπω στη σκέψη ενός ανθρώπου που παλεύει να ξεφύγει
από τη μοίρα του. Είναι δικός μου ήρωας, και αυτό με κάνει να θέλω να τον
κατανοήσω και να τον βοηθήσω με τον τρόπο μου. Προσπαθώ να του σταθώ ως φίλη,
να του δείξω ότι είμαι κοντά του για να τον συνδράμω. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου
ότι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ο κάθε άνθρωπος καλείται να παλέψει με τη μοίρα
του.
⸎
Το βιβλίο
έχει έντονη αίσθηση μυστηρίου αλλά και πολλή ανθρώπινη ευαισθησία. Πώς βρήκατε
την ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική έρευνα και στο συναίσθημα;
Η ιστορική
έρευνα δεν είναι ποτέ στείρα. Πιστεύω ότι ξεφυλλίζοντας τις ιστορικές σελίδες
οφείλουμε να διαβάζουμε πίσω από τις λέξεις. Τι σημαίνει αυτό: ότι βάζουμε έναν
φραγμό στην ταμπελοποίηση, εξισορροπώντας τη λογική και το συναίσθημα, ώστε να
αποκαταστήσουμε με ενάργεια και δικαιοσύνη τις σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Η
συγγραφή είναι ένα πολύ καλό πεδίο άσκησης. Προσφέρει στον καθένα που υποκύπτει
στα θέλγητρά της έναν τρόπο για αυτοέλεγχο. Κι έπειτα, το να ντύσει κανείς την
ιστορία του είναι πάντα ένα αυστηρά προσωπικό ζήτημα. Βάζεις τον πήχη ψηλά, για
να καταφέρεις να βρεις τη σωστή δοσολογία ώστε ούτε να κουράσεις με μια στείρα φλυαρία
αλλά ούτε και να γίνεις μελό. Αυτό είναι και ένας από τους βασικούς σκοπέλους
που έχει να ξεπεράσει ο άνθρωπος και ειδικότερα ο συγγραφέας. Καλείσαι να
φτιάξεις μια συνταγή που δεν την έχεις ξαναδοκιμάσει, για να το αποτυπώσω πιο
πρακτικά. Θα μελετήσεις τα δεδομένα σου, αλλά έπειτα είναι δική σου η απόφαση
να τα ισορροπήσεις και να τα προσαρμόσεις στις ανάγκες σου.
⸎
Η Κιάρα
μοιάζει να κουβαλά δικά της μυστικά και σιωπές. Πιστεύετε πως τελικά οι
άνθρωποι αποκαλύπτουν ποτέ ολοκληρωτικά τον αληθινό τους εαυτό;
Κάθε
άνθρωπος είναι ένας γρίφος. Και είναι δεδομένο ότι όλοι μας έχουμε μυστικά και
σιωπές, που αυτές οι τελευταίες υπαγορεύονται από ένα ευρύ πεδίο αιτίων
εκτεινόμενο από την ανάγκη της αυτοσυντήρησης έως την ανάγκη της συμμόρφωσης ή
προσαρμογής στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Πάντα κρατάμε κάτι για τον εαυτό μας, ο
καθένας για τους δικούς του λόγους. Μην ξεχνάμε ότι κανείς δεν μας καταλαβαίνει
καλύτερα από εμάς τους ίδιους, αρκεί βέβαια να έχουμε μια διαρκή συνομιλία και
αλληλεπίδραση με το είναι μας. Και επιστρέφοντας στην «Άμμο» όχι μόνο η Κιάρα,
αλλά και όλοι οι ήρωες κρατάνε κάτι από τον εαυτό τους. Αυτό ο αναγνώστης έχει
την ευκαιρία να το διαπιστώσει από πρώτο χέρι, καθώς στο εν λόγω μυθιστόρημα η
οπτική γωνία σε κάθε κεφάλαιο ακολουθεί την αντίληψη διαφορετικού ήρωα, οπότε
και αποτυπώνονται ξεκάθαρα οι διεργασίες που ακολουθεί το ανθρώπινο μυαλό για
να αποφασίσει τι θα κρατήσει για τον εαυτό του, πώς θα δειχτεί στους άλλους, τι
θα αποκαλύψει και πότε.
Η «Άμμος»
μιλά συχνά για όσα θάβονται και επιστρέφουν ξανά στην επιφάνεια. Θεωρείτε ότι
το παρελθόν βρίσκει πάντα τρόπο να μας ακολουθεί;
Το
παρελθόν είναι οι αποσκευές μας. Βιώματα που ντύνουμε άλλοτε με πάθος κι άλλοτε
με ψυχρή λογική. Ο τρόπος λοιπόν που θα το αντιμετωπίσουμε είναι η πυξίδα της
μελλοντικής μας πορείας. Τώρα, το αν το παρελθόν βρίσκει πάντα τρόπο να μας
ακολουθεί μού ακούγεται λίγο μοιρολατρικό. Ως ον με ελεύθερη βούληση, ο
άνθρωπος έχει το προτέρημα να αφήνει κάποια πράγματα πίσω του, όχι βέβαια ως
έρμα που απορρίπτει επιπόλαια μόνο και μόνο για να επιπλεύσει, αλλά ως σημεία
αναφοράς που οφείλει στον εαυτό του να μην επαναλάβει. Το παρελθόν μάς
ακολουθεί ως βίωμα και πρέπει να το δούμε ως πολύτιμο αρωγό στο μετέπειτα,
θέλοντας να καταλήξω ότι είναι δικαίωμα αλλά και υποχρέωσή μας να μη φυλακιζόμαστε
στο χθες αλλά να δεσμευόμαστε να διαμορφώσουμε ένα καλύτερο και πιο υγιές
αύριο.
⸎
Η
μεταπολεμική Ιταλία στο βιβλίο δεν λειτουργεί μόνο ως φόντο αλλά σχεδόν σαν
ένας ζωντανός χαρακτήρας. Ποια εικόνα ή συναίσθημα θέλατε περισσότερο να μείνει
στον αναγνώστη;
Αυτό που
θέλω να μείνει στον αναγνώστη είναι κάτι από τη δική μου αίσθηση όταν έγραφα το
μυθιστόρημα. Να ταξιδέψει μέσα από την πορεία και τις ανατροπές της ζωής των
ηρώων, να γνωρίσει έστω και μέσω της μυθοπλασίας κάτι από το πολύ μακρινό χθες
όσον αφορά τις αναφορές σε έναν αρχαίο λαό, αλλά και να κάνει το δικό του
ταξίδι αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, ένα ταξίδι ενηλικίωσης, που όμως είναι
άχρονο. Οι ήρωες, ανεξαρτήτως ηλικίας, καλούνται να δουν τη ζωή τους με άλλα
μάτια, να συνομιλήσουν με την ουσία περιορίζοντας την αυθόρμητη διάθεση για
διακωμώδηση, αδιαφορία, επιπολαιότητα, εσωστρέφεια, μυστικοπάθεια και να
κατανοήσουν επιτέλους ότι είναι μέλη μιας κοινωνίας και όχι μονάδες άχρονες και
ανέστιες. Η «Άμμος» λοιπόν είναι μια πρόσκληση και πρόσκληση σε ένα ταξίδι
ενηλικίωσης, αυτή είναι η εικόνα και το συναίσθημα που επιθυμώ να κοινωνήσω.
⸎
Μέσα στην
ιστορία υπάρχει συνεχώς η ανάγκη της φυγής. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι μπορούν
πραγματικά να ξεφύγουν από όσα τους σημάδεψαν ή απλώς μαθαίνουν να ζουν μαζί
τους;
Η ανάγκη
της φυγής έχει αρνητική φόρτιση. Για εμένα, είναι καλύτερα να το δούμε ως
ανάγκη αλλαγής. Μην ξεχνάμε ότι η στασιμότητα, που μας θυμίζει γλαφυρά έναν
βάλτο, φέρνει μαζί της απραγία, αδιαφορία, απάθεια. Οπότε ναι, έχουμε ανάγκη να
αλλάξουμε, όχι να ξεφύγουμε. Δεν πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας δραπέτη, αλλά
σκεπτόμενο άνθρωπο που κουβαλάει το παρελθόν του, και εδώ θα επαναλάβω ότι
είναι βίωμά του αυτό. Από εκεί και πέρα η ανάγκη μας είναι να μετατρέψουμε κάτι
αρνητικό ή επίπονο σε μάθημα. Τα πάθη μας τα λάθη μας λοιπόν, αρκεί να
διδασκόμαστε ότι μας καθόρισαν, αλλά δεν μας σημάδεψαν, ότι μας χτύπησαν το
καμπανάκι, για να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε εμάς και τους άλλους.
⸎
Αν η
«Άμμος» μπορούσε να αφήσει μία μόνο σκέψη στον αναγνώστη όταν κλείσει το
βιβλίο, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου