Νόνη Ζαννή: "Η βία έχει γίνει τόσο συχνό κομμάτι της καθημερινότητάς µας, που σε πολλές περιπτώσεις έχουμε πάψει να αντιδρούμε απέναντί της".
Η παράσταση ξεκινά από μια απερισκεψία που έχει κάνει η Μαίρη. Πόσο σας ενδιέφερε να εξετάσετε τι έκανε ένας άνθρωπος, αλλά κυρίως τι τον οδηγεί σε μια πράξη και τι κάνει μετά µε τις συνέπειές της;
Η παράσταση εξετάζει κυρίως τις συνέπειες. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου πολύ συχνά αναζητούμε τι έκανε το θύμα, τι επιλογές έκανε ή τι θα µμπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά, αντί να κοιτάξουμε τι έκανε ο θύτης και ποια είναι η δική του ευθύνη. Εμάς, στην παράσταση, µας ενδιαφέρει περισσότερο να εξετάσουμε τις συνέπειες μίας πράξης και τον τρόπο µε τον οποίο η ίδια η Μαίρη καλείται να τις αντιμετωπίσει. Μας ενδιαφέρει η στάση της κοινωνίας απέναντι στην προσπάθειά της να ζητήσει βοήθεια, η ντροπή που νιώθει, αλλά και η απομόνωση που τελικά αναγκάζεται να βιώσει προκειμένου να προστατευτεί από τις συνέπειες. Γιατί έχει πειστεί από μικρή ότι είναι καλύτερο να σου βγει το µάτι παρά το όνομα.
Ο τίτλος «Καλύτερα να σου βγει το µάτι» σχεδόν καθημερινή φράση. Τι κρύβεται πίσω από αυτή την επιλογή και πώς συνδέεται µε την ιδέα μιας «δικαιότερης» βίας που θέτει το έργο;
Πίσω από τον τίτλο υπάρχει θυμός απέναντι στην παροιμία. Είναι μια φράση που µας ακολουθεί από παιδιά και µας δημιουργεί ενοχές και φόβο. Πιστεύω πως από μόνη της αυτή η παροιμία ενέχει κακοποίηση. Επίσης έχω την αίσθηση ότι αυτή η παροιμία δημιουργήθηκε για να εφαρμόζει περισσότερο πάνω σε γυναίκες. Ενδυναμώνει το «τι θα πει ο κόσμος» και πως θα µας κρίνουν. Αυτό από µόνο του προκαλεί ντροπή. Ντροπή για κάτι που άλλοι σκέφτονται για εμάς και για πράγματα που άλλοι σε εμάς. Αν είναι κανονικό λοιπόν το να στέκει στον κόσμο µας αυτή η παροιμία τότε η αντίσταση σε αυτή τη βία είναι δικαιότερη από τη βία που αυτή η παροιμία επιβάλλει σε τόσες γυναίκες τόσα χρόνια.
Στην παράσταση η βία υπάρχει στη γλώσσα, στην κοινωνική πίεση, στην έκθεση, ακόμη και στον τρόπο µε τον οποίο οι άνθρωποι παρακολουθούν και κρίνουν ο ένας τον άλλον. Πότε η βία γίνεται τόσο κανονικοποιημένη ώστε παύουμε να την αναγνωρίζουμε;
Νομίζω ότι η βία έχει γίνει τόσο συχνό κομμάτι της καθημερινότητάς µας, που σε πολλές περιπτώσεις έχουμε πάψει να αντιδρούμε απέναντί της. Έχουμε «ταϊστεί» µε τόση βία, που κάποια στιγμή αρχίζουμε να την προσπερνάμε. Βλέπουμε καθημερινά εικόνες από πολέμους, από τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, από τις συνθήκες που βιώνουν οι γυναίκες στο Αφγανιστάν, και υπάρχει ένας κίνδυνος να φτάσουμε στο σημείο να τα κοιτάμε χωρίς πραγματικά να τα βλέπουμε. Και ίσως το πιο επικίνδυνο είναι ότι, δίπλα σε αυτή την τόσο εμφανή βία, υπάρχει μια άλλη, πολύ πιο καμουφλαρισμένη, που την έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογική. Ειδικά απέναντι στις γυναίκες. Στον τρόπο που μιλάμε, στον τρόπο που κρίνουμε, στον τρόπο που σχολιάζουμε το σώμα, τις επιλογές ή τη συμπεριφορά μιας γυναίκας, στον τρόπο που συχνά μεταφέρουμε την ευθύνη σε εκείνη.
Τα μηνύματα «online», «typing…», «seen», «ευχαριστούμε για την αναφορά» δημιουργούν μια πολύ σύγχρονη συνθήκη επικοινωνίας. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτή τη διαρκή ψηφιακή παρουσία;
Αυτό που µας ενδιαφέρει είναι ότι αυτή η διαρκής ψηφιακή παρουσία δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ό,τι συμβαίνει online είναι προσωρινό και χωρίς πραγματικές συνέπειες. Στην πραγματικότητα, αφήνουμε συνεχώς ένα ψηφιακό αποτύπωμα. Ένα μήνυμα, μια φωτογραφία, ένα σχόλιο ή μια αναφορά μπορούν να παραμείνουν, να αναπαραχθούν και να επιστρέψουν στη ζωή µας ακόμη κι όταν εμείς έχουμε προχωρήσει. Όσο κόσμος εξελίσσεται, εξελίσσονται και μορφές βίας και σε αυτό το σημείο εξετάζουμε την ψηφιακή βία. Γιατί πίσω από ένα «seen», ένα σχόλιο ή ένα «typing…» υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος που μπορεί να περιμένει, να φοβάται, να πιέζεται ή να πληγώνεται. Η απόσταση που δημιουργεί η οθόνη πολλές φορές µας κάνει να ξεχνάμε ότι απέναντί µας υπάρχει ένας άνθρωπος. Νομίζω ότι το πιο επικίνδυνο είναι πως η ψηφιακή βία δεν τελειώνει απαραίτητα όταν κλείσει η οθόνη. Το αποτύπωμά της μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, να διαδίδεται και να επηρεάζει την πραγματική ζωή.
Η άφιξη της αδελφής στο αεροδρόμιο μοιάζει να λειτουργεί σαν ένα μικρό ρήγμα στην απομόνωση της Μαίρης. Τι μπορεί να σημαίνει η παρουσία ενός ανθρώπου που µας γνωρίζει πριν από το λάθος µας, όταν εμείς οι ίδιοι έχουμε αρχίσει να ορίζουμε ολόκληρη την ύπαρξή µας μέσα από αυτό;
Μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Εμένα µου αρέσει να εστιάζω στο ότι θυμόμαστε λίγο ποιοι υπήρξαμε. Η παρουσία ενός ανθρώπου που µας ήξερε πριν από το «λάθος», ειδικά αν είναι κάποιος που µας αγαπάει μπορεί να µας ταρακουνήσει. Οι άνθρωποι δεν είμαστε ένα πράγμα, αυτό είναι δύσκολο να το θυμόμαστε όταν είμαστε απομονωμένοι, ντροπιασμένοι και φοβισμένοι. Ένας δικός µας άνθρωπος αρκεί για να µας θυμίσει ότι δε µας καθορίζει μια πράξη, μια απερισκεψία. Είμαστε πολλά παραπάνω από μια «κακή» µας επιλογή. Πιστεύω ότι η παρουσία ενός τέτοιου ανθρώπου µας ανακουφίζει.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στον πυρήνα της ιστορίας: η Μαίρη βρίσκεται σε έναν «ιδανικό, χρωματιστό και τακτοποιημένο» κόσμο, αλλά μέσα της όλα έχουν διαλυθεί. Πόσο σας απασχολεί αυτή η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα μιας τακτοποιημένης ζωής και στο χάος που μπορεί να κρύβεται από πίσω;
Νομίζω πως είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Νομίζω πως οι άνθρωποι το κάνουμε καθημερινά αυτό. Προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς µας και τους άλλους ότι όλα είναι τέλεια. Ότι όλα είναι καλά. Και όσο χειρότερα είμαστε τόσο περισσότερο προσπαθούμε να προσποιηθούμε ότι είναι όλα εντάξει. Το οποίο δεν ξέρω τελικά σε τι ωφελεί. Ίσως αν μιλούσαμε παραπάνω μεταξύ µας να ήταν πιο εύκολο να βρούμε στήριξη, να µη θεωρούμε ότι είμαστε οι µόνοι που νιώθουν έτσι, ίσως να δενόμασταν και πιο βαθιά µε τους άλλους ανθρώπους αν απλώς παραδεχόμασταν ότι «κάποια κομμάτια του εαυτού µου και του μυαλού µου βρίσκονται σε συνεχόμενο χάος». Είναι όμως δύσκολο να δείξουμε το χάος γιατί γινόμαστε ευάλωτοι και -ακόμα χειρότερα- είναι σαν να ζητάμε βοήθεια, και για πάρα πολλούς ανθρώπους δεν είναι εύκολο αυτό. Κι εγώ το ψάχνω ακόμα.
Η παράσταση φαίνεται να κινείται συνεχώς ανάμεσα στο σκοτεινό και στο ξέφρενο, στο χιούμορ και στην απελπισία. Πώς δουλέψατε αυτή την ισορροπία, ώστε το γέλιο να µη λειτουργεί ως αποφόρτιση του θέματος αλλά, αντίθετα, να κάνει τον θεατή να αισθανθεί ακόμη πιο έντονα αυτό που συμβαίνει;
Νομίζω πως το χιούμορ δε βγαίνει τόσο στην ατάκα όσο στη συνθήκη, στην κατάσταση. Αν ήταν γραμμένο µε χιουμοριστικές ατάκες ίσως να το αποφόρτιζε. Η Χριστίνα η Μπαριτα όμως φρόντισε πολύ το χιούμορ να βγει από την αλήθεια της συνθήκης. Γελάμε γιατί µας προκαλεί αμηχανία το γεγονός ότι αυτό που βλέπουμε μέσα από παραμορφωτικό φακό είναι τόσο ρεαλιστικό τελικά. Νομίζω πως ο κόσμος γελάει γιατί συνειδητοποιεί ότι κάποια πράγματα που παρουσιάζονται ίσως υπερβολικά τελικά δεν είναι. Τα συναντάς κάθε μέρα σε τέτοιο, αν όχι και μεγαλύτερο βαθμό Και αυτό µας κάνει να «γαργαλιόμαστε».
Η Μαίρη επιστρέφει στο σπίτι μετά τα επείγοντα έχοντας καταφέρει «αυτή τη φορά να µη γυρίσει μόνη της». Χωρίς να αποκαλύψουμε περισσότερα για την εξέλιξη, τι θα θέλατε να μείνει στον θεατή όταν φύγει από την παράσταση;
Είναι σημαντικό για µας ο θεατής φεύγοντας να φοβάται λιγότερο. Να φοβάται λιγότερο για πράγματα που τον κάνουν να ντρέπεται. Πιστεύω πως αν κάτι που µας κάνει να φοβόμαστε ή να ντρεπόμαστε δεν το λέμε αυτό έχει την τάση να γιγαντώνεται και να παίρνει µη ρεαλιστικές διαστάσεις. Όταν το πούμε δυνατά και το ακούσουμε οι ίδιοι επικοινωνώντας το σε έναν άλλον άνθρωπο αυτόματα γίνεται µμικρότερο. Νιώθουμε την ίδια στιγμή τη στήριξη του άλλου ανθρώπου και αντιλαμβανόμαστε ότι στο κάτω κάτω δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου. Θέλουμε οι θεατές φεύγοντας να καταλάβουν πως ένα τέτοιο συναίσθημα φόβου και ντροπής δεν είναι οι µόνοι που το νιώθουν και να πάρουν θάρρος και κουράγιο και να μιλήσουν δυνατά για ο,τι τους βαραίνει και τους κάνει να πιστεύουν ότι για αυτούς ήρθε το τέλος του κόσμου. Γιατί δεν ήρθε και γιατί η γη συνεχίζει να γυρίζει και μετά από τη δική τους απερισκεψία.
Βλάρα Αλεξία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου