Δημήτρης Γρυπαίος: "Η Τέχνη πρέπει να προσπαθεί να προσεγγίσει και να βοηθήσει τον άνθρωπο".
Στο «Οδόντα αντί Οδόντος» ο Δημήτρης Γρυπαίος συνδυάζει το αστυνομικό θρίλερ με τον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό. Μια ιστορία αυτοδικίας, βίας και διχασμού, όπου η ενημέρωση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι ανθρώπινες σχέσεις επηρεάζουν την εξέλιξη μιας επικίνδυνης υπόθεσης.
Η ιστορία ξεκινά με έναν δολοφόνο που αποφασίζει ποιοι άνθρωποι «αξίζουν» να τιμωρηθούν. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή την ιδέα της αυτοδικίας;
Ο εκτελεστής του βιβλίου μου είναι, κατά βάση, ένας ιδεολογικός εκτελεστής, και όπως όλοι οι ιδεολογικοί εκτελεστές, πιστεύει πως για κάποιον λόγο κατέχει την αλήθεια και έχει το δικαίωμα να την επιβάλλει απέναντι στους άλλους με κάθε τρόπο. Το βιβλίο προσπαθεί να αναδείξει όσο καλύτερα μπορεί, πως αυτή η αυθαιρεσία της αυτοδικίας, που δεν περιορίζεται μόνο στην ακραία μορφή των δολοφονιών αλλά σε κάθε πτυχή «διαμαρτυρίας» ή έκφρασης άποψης που ξεπερνά τα όρια του νόμου και, κυρίως,τα όρια της ελευθερίας του άλλου, θα μπορούσε να εφαρμοστεί από όλους, οδηγώντας σε απόλυτο χάος.
Τι ρόλο παίζει η ενημέρωση στη
διαμόρφωση της κοινής γνώμης μέσα στο βιβλίο;
Όταν η είδηση έχει πολιτικό και κοινωνικό εύρος,τα ΜΜΕ, διαχρονικά, όπως και στο βιβλίο, συχνά τη χρωματίζουν σε κάποιονβαθμό, δικαιολογώντας ή κατακρίνοντας το συμβάν, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με τις πεποιθήσεις τουςκαι το ακροατήριο στο οποίο στοχεύουν. Η κατάσταση βέβαια σήμερα, όπως φαίνεται και στο βιβλίο, είναι πιο σύνθετη, δεδομένου ότι η ενημέρωση και κυρίως οι ερμηνείες και οι συνέπειές της, περνάνεπλέονκαι από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου με κάθε σχετική δημοσίευση φουσκώνουν και γίνονται μεγάλες,ανεξέλεγκτες και,πολλές φορές, ανεύθυνεςχιονοστιβάδες,πουπροσπαθούν να τιςδιαχειριστούν ποικιλοτρόπως μερικά εκατομμύρια χρηστών.
Πού τελειώνει η δημοσιογραφική
δύναμη και πού αρχίζει η προσωπική ευθύνη ενός ανθρώπου που ελέγχει μέσα
ενημέρωσης;
Νομίζω ότι σε όλα τα επαγγέλματα που σχετίζονται με τα κοινά και τη σκέψη και διαθέτουν δημόσιο βήμα, είναι αναμενόμενο και ίσως λογικόνα εμπλέκεται η υποκειμενικότητα, η προσωπική ματιά, ίσως και η επιδίωξη. Ωστόσο, ο βαθμός αυτής της εμπλοκής, η έναρξη και η λήξη της, η φροντίδα για τηδιατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην αντικειμενικότητα και την επιδίωξη, σχετίζονται άμεσα με το επίπεδο και την ποιότητα του ανθρώπου που ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα, στοιχεία που πρέπει να αξιολογούνται από ένα -ιδεατά- ώριμο ακροατήριο.
Πόσο κοντά θέλατε να βρίσκεται
η μυθοπλασία σας στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;
Παρακολουθώ πολύ στενά την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ παράλληλααντιπαραβάλλω και με τις πιο παρελθοντικές εποχές μέσα από τη μελέτη της Ιστορίας, που αποτελεί σταθερό ενδιαφέρον μου, και παρατηρώ ότιοι νοοτροπίες, οι πρακτικές, τα γεγονότα, όχι απλά επαναλαμβάνονται, αλλά είναι πάντα εδώ. Η Ελλάδα έχει βιώσει επανειλημμένα διχασμούς -στους οποίους εύκολα ολισθαίνει όταν βρεθεί αφορμή- και σχετικά πρόσφατα εμφύλιο πόλεμο, για τον οποίο ακόμη γίνονται αναφορές στον δημόσιο λόγο, σε βιβλία, σε ταινίες, σεάρθρα, στα μέσα δικτύωσης, σε σχετικές επετείους. Αυτή τηνιδιαίτερη ελληνική πραγματικότητα έρχεται να κλονίσει περαιτέρω η σύγχρονη εποχή με τα σημαντικά τεχνολογικά της επιτεύγματα, που όμως συνήθως δεν χρησιμοποιούνται όπως θα έπρεπε, ωθώντας σε ολοένα και πιο ρηχά νερά. Αυτό όλο το παθογενές πλαίσιο ενδιαφέρει και προσπαθεί να διαπραγματευτεί -ανάμεσα σε άλλα- το βιβλίο.
Ο Γεραλής και ο αστυνόμος
Παύλος Μπαρδής είναι παιδικοί φίλοι και βρίσκονται ξαφνικά σε αντίπαλες
πλευρές. Τι σας έδωσε αυτή η προσωπική σχέση για να δείξετε τον κοινωνικό
διχασμό;
Οι δύο παιδικοί φίλοι μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκονται σε αντίπαλες πλευρές όχι τόσο με την ιδεολογική έννοια αλλά περισσότερο με την έννοια των ρόλωνπου συγκρούονται εμμέσως, λόγω ακριβώς της σοβαρής διχαστικής κοινωνικής διάστασης που λαμβάνει η υπόθεση που τους έχει φέρει στο μάτι του κυκλώνα: ο μεν δημοσιογράφος σαν αποκλειστικός αποδέκτης των μηνυμάτων του εκτελεστή, ο δε αστυνόμος σαν αυτός που πρέπει να ανακαλύψει τον εκτελεστή. Η επαγγελματική ευθύνη αλλά και επιδίωξη, οι ιδεολογικές απόψεις, η στενή προσωπική σχέση με όλες τις ανθρώπινες διακυμάνσεις της που εμπλέκεται και δοκιμάζεται, περιπλέκουν και δραματοποιούν περαιτέρωτις συνθήκες, όπως συμβαίνει συχνά σε διχαστικές περιόδους.
Πώς σας ενδιέφερε να
παρουσιάσετε τη στιγμή που η κοινωνική καταδίκη μετατρέπεται σε βία;
Στο βιβλίο μου οι στοχευμένες δολοφονίες πολιτικού/κοινωνικού ενδιαφέροντος που συντελούνται, σε συνδυασμό με την αγριότητά τους,ξυπνούν για μια ακόμη φορά τον φανατισμό, οδηγώνταςεκ νέου σε διχασμό, με την ουσιώδη διαφοροποίηση ότι, αυτή τη φορά,και οι δύο αντίπαλες παρατάξεις, εξωθούμενες καιαπό τα μέσα επικοινωνίας και δικτύωσης, είναι αποφασισμένες να κατέβουν στους δρόμους και να εκδηλώσουν ανεξέλεγκτα το μίσος τους η μία για την άλλη, σα να ξεχείλισε πλέον το ποτήρι. Αυτό το παραδειγματικό, απειλητικό, και, μάλλον αποτρεπτικό ενδεχόμενο, θέλει να υπογραμμίσει το βιβλίο.
Το βιβλίο είναι ένα αστυνομικό
θρίλερ, αλλά ταυτόχρονα μιλά για πολιτική, ΜΜΕ, κοινωνία και ανθρώπινες
σχέσεις. Ποιο από αυτά τα επίπεδα έγινε τελικά ο βασικός πυρήνας της ιστορίας
σας;
Ο συγγραφικός μου πυρήνας, ήδη από το πρώτο μου βιβλίο το «Σαν Άνθρωποι» του 2009 και συνεχίζοντας με το «Φιλμ της Αλήθειας» και το «Χωρίς Aυταπάτες», ήταν πάντα ο άνθρωπος και η μάχη του να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του,να ζήσει καλύτερα, να αλλάξει,ξεκινώντας απ’ τον ίδιον. Στο τέταρτο αυτό βιβλίο, η γενική επιδίωξη είναι πάλι η ίδια, εστιασμένη πιο καθαρά στην ελληνική πραγματικότητα και διαπραγματευόμενη τη σχέση του ανθρώπουμε την κοινωνία και ιδίως την πολιτική και το πολίτευμα, που καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τα θεμέλια –τουλάχιστον- της καθημερινότητας και της ζωής του. Η ροπή στο πολιτικό-κοινωνικό μίσος και διχασμό, η κατάχρηση των ελευθεριών της δημοκρατίας, η βία και τα εγκλήματα στο όνομά της και στο όνομα της δικής μας ιδεολογικής ανωτερότητας, η αδιαφορία απέναντι στα προηγούμενα, η συμβολή των κοινωνικών δικτύων στα παραπάνω, είναι ανάμεσα σε αυτά που απασχολούν το βιβλίο.
Είναι το τέταρτο βιβλίο σας
και επιστρέφετε ξανά στη μυθοπλασία. Τι θέλατε να δοκιμάσετε συγγραφικά στο
«Οδόντα αντί Οδόντος» που δεν είχατε δοκιμάσει στα προηγούμενα βιβλία σας;
Το βασικό μου συγγραφικό μου
κίνητρο είναι πρωτίστως το περιεχόμενο, η ουσία δηλαδή του εκάστοτε βιβλίου
μου.Όταν διαπιστώσω ότι κάποια σκέψη ή προβληματισμός αποκτάει ξεκάθαρη
οντότητα μέσα μου και ζητάει έξοδο, αρχίζω και μπαίνω στη διαδικασία της
συγγραφής, όπως έγινε και με αυτό το βιβλίο.
Καλώς ή κακώς, έχω πάντα την άποψη ότι η Τέχνη πρέπει να προσπαθεί να
προσεγγίσει και να βοηθήσει, με την ευρύτερη έννοια, τον άνθρωπο. Μπαίνοντας
όλο και πιο βαθιά σε μια εποχή που οι άνθρωποικινδυνεύουν να μετατραπούν σε
μηχανές παρακολούθησης ανούσιου περιεχομένου στα κινητά τους, η ενδεχόμενη
ανάγνωση ενός βιβλίου μοιάζει με την ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Στο
πλαίσιο αυτό, προσπαθώ παράλληλα να εξελίσσω το συγγραφικό μου ύφοςώστε νακατορθώνει
και να περνάει το ουσιαστικό μήνυμα που θέλω αλλά συγχρόνως, να κρατά το
ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη, ώστε να φτάνεινα γίνεται παραλήπτης.
Βλάρα Αλεξία
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου