Μαριάνα Μασμανίδου: "Άρχισα να αισθάνομαι ότι το τραγούδι μπορεί να απευθύνεται όχι μόνο σε μια ερωτική σχέση, αλλά σε οποιαδήποτε βαθιά ανθρώπινη σχέση και, τελικά, σε οποιαδήποτε μορφή απώλειας".
Η Μαριάνα Μασμανίδου επιστρέφει στις «Θάλασσες» των Μάριου Τόκα και Σαράντη Αλιβιζάτου, δίνοντας στο αγαπημένο τραγούδι μια πιο εσωτερική και προσωπική διάσταση, μέσα από τη νέα ενορχήστρωση του Αλέξη Στενάκη. Με αφετηρία την απώλεια και τη δική της ανάγκη να βρει έναν νέο τρόπο να αφηγηθεί το τραγούδι, μιλά για την ερμηνεία, τη σχέση της με το θέατρο και τη δύναμη των παλιών τραγουδιών να περνούν από γενιά σε γενιά και να αποκτούν νέα ζωή.
Τι ήταν αυτό που σας
έκανε να επιστρέψετε στις «Θάλασσες» και να θελήσετε να τις τραγουδήσετε ξανά;
Είχα εντάξει τις «Θάλασσες» σε κάποιες live εμφανίσεις μου. Στην αρχή τις επέλεξα απλώς επειδή είναι ένα τραγούδι που αγαπώ πολύ. Στην πορεία, όμως, θέλησα να βρω τον δικό μου λόγο και τον δικό μου τρόπο να το τραγουδήσω.
Αυτό με οδήγησε σε έναν
πιο εσωστρεφή τρόπο ερμηνείας. Άρχισα να αισθάνομαι ότι το τραγούδι μπορεί να
απευθύνεται όχι μόνο σε μια ερωτική σχέση, αλλά σε οποιαδήποτε βαθιά ανθρώπινη
σχέση και, τελικά, σε οποιαδήποτε μορφή απώλειας.
Πρόκειται για ένα
τραγούδι που έχει συνδεθεί πολύ με τις ερμηνείες της Κωνσταντίνας και του
Δημήτρη Μητροπάνου. Σας φόβισε καθόλου αυτή η σύγκριση;
Στην αρχή, ομολογώ πως
όχι. Μπήκα με πολύ ενθουσιασμό και «φόρα» σε αυτό το εγχείρημα. Όταν, όμως,
άρχισε να υλοποιείται, ναι, το σκέφτηκα και εξακολουθώ να το σκέφτομαι.
Προσπαθώ, όμως, να το αποβάλλω.
Δεν νομίζω ότι τίθεται
πραγματικά θέμα σύγκρισης. Μιλάμε για δύο σπουδαίους ερμηνευτές, που έχουν
αφήσει το δικό τους αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι.
Εμένα με χαροποιεί
περισσότερο το γεγονός ότι άνθρωποι που δεν γνώριζαν το τραγούδι το ακούν τώρα
και έρχονται μετά από ένα live να μου πουν πόσο τους άρεσε.
Άλλωστε, πιστεύω ότι
τραγούδια τόσο σπουδαίων δημιουργών αξίζει να περνούν από γενιά σε γενιά.
Τι θέλατε να αλλάξετε
ή να αναδείξετε μέσα από τη δική σας ερμηνεία;
Οι «Θάλασσες» έχουν πολύ
δυνατούς στίχους. Με τη νέα ενορχήστρωση θέλαμε να φωτίσουμε περισσότερο τη
μελωδικότητα του τραγουδιού, πάντα με σεβασμό στην πρώτη του εκδοχή.
Εγώ, από την πλευρά μου,
ήθελα να φέρω κάτι δικό μου. Να βρω τι αγγίζει εμένα και, μέσα από αυτά τα
λόγια, να πω και τη δική μου ιστορία. Αυτό με οδήγησε σε μια πιο εσωστρεφή και
ίσως πιο τρυφερή ερμηνεία.
Όπως είπα και πιο πάνω, όταν
το μελέτησα, σκέφτηκα ότι μπορεί να μιλά για οποιαδήποτε σχέση απώλειας. Αυτή
ήταν και μία από τις βασικές αφετηρίες της δικής μου προσέγγισης.
Η νέα ενορχήστρωση
του Αλέξη Στενάκη δίνει στις «Θάλασσες» έναν πιο εσωτερικό ήχο. Πώς επηρέασε
αυτό τον τρόπο που μπήκατε εσείς στο τραγούδι;
Πριν από μερικά χρόνια
είχαμε παίξει το τραγούδι με τον Αλέξη live. Εκεί συνέβη κάτι μέσα μου.
Γεννήθηκε η πρώτη ανάγκη για μια διαφορετική προσέγγιση.
Στη συνέχεια συνέβη μια
απότομη και έντονη απώλεια στη ζωή μου. Σχεδόν έναν μήνα μετά, είπα στον Αλέξη
να φτιάξουμε αυτή τη διασκευή.
Του μίλησα για το πώς το
φανταζόμουν και για το πώς ήθελα να το προσεγγίσουμε. Παράλληλα, συνέχιζα να
ψάχνω «πίσω» από το τραγούδι, προσπαθώντας να βρω ποια ιστορία μπορεί να
κρύβει.
Άκουσα, λοιπόν,
προσεκτικά συνεντεύξεις της Κωνσταντίνας, της πρώτης ερμηνεύτριας του
τραγουδιού. Εκεί συνέβη για μένα μια μαγική «σύμπτωση». Ο στιχουργός είχε
εμπνευστεί από μια προσωπική της απώλεια και είχε γράψει γι’ αυτήν τους
στίχους. Εγώ, την ίδια στιγμή, είχα ήδη αποφασίσει πως μέσα στο τραγούδι
υπάρχει η έννοια της απώλειας και πως δεν αφορά απαραίτητα μόνο την «ερωτική»
απώλεια.
Μίλησα γι’ αυτή τη
σύνδεση στον Αλέξη, ο οποίος έφερε μια πραγματικά ιδιαίτερη προσέγγιση στην
ενορχήστρωση. Και κάπως έτσι όλα «κούμπωσαν».
Έχετε ασχοληθεί και
με το θέατρο. Τι σας δίνει το τραγούδι που δεν σας δίνει η υποκριτική και τι
σας δίνει η υποκριτική που μεταφέρετε στο τραγούδι;
Το τραγούδι είναι για
μένα θεραπεία.
Έχει κάτι άμεσο και
«γυμνό». Μπαίνω κατευθείαν στον παλμό και στη μελωδία του, με όλες τις
«αποσκευές» μου, και κολυμπάω εκεί μέσα «πιο ελαφριά».
Μου δίνει τη δυνατότητα
να συνδέομαι άμεσα με τα συναισθήματά μου και, κατ’ επέκταση, με τους ανθρώπους
που με ακούν.
Στο θέατρο, από την άλλη,
καλείσαι να συνδεθείς με τα αισθήματα, τη ζωή, τον «βίο» και την ύπαρξη ενός
άλλου ανθρώπου και να τα υπηρετήσεις μέσα από το δικό σου νευρικό σύστημα και
σώμα.
Αυτό μου έχει δώσει τη
δυνατότητα είτε να ανακαλύψω πράγματα για τον εαυτό μου μέσα από έναν ρόλο είτε
να κατανοήσω βαθύτερα πράγματα που έχω εντοπίσει τόσο σε εμένα όσο και στους
άλλους.
Η υποκριτική, σίγουρα, με
έχει βοηθήσει να προσεγγίζω τα τραγούδια σαν μικρά μονόπρακτα που διαρκούν λίγα
μόνο λεπτά. Σαν μικρές ιστορίες που έχουν αρχή, μέση και τέλος.
Το videoclip
γυρίστηκε στην Αίγινα. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς το τοπίο και η θάλασσα στην
εικόνα που θέλατε να δημιουργήσετε για το τραγούδι;
Από τη στιγμή που
αποφασίσαμε τη διασκευή, είχα ήδη οραματιστεί την Αίγινα και κάποιες εικόνες
που ήθελα να υπάρχουν στο videoclip.
Ήταν πολύ σημαντικό, τόσο
για εμένα όσο και για τον Αίσωνα, που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, να βρούμε την
αισθητική που θα ταίριαζε στο τραγούδι. Θέλαμε να δημιουργήσουμε μια εικόνα που
να «συνομιλεί» αρμονικά μαζί του και με τις εικόνες που αυτό δημιουργεί συνειρμικά.
Ετοιμάζετε ένα live.
Τι πρόκειται να ακούσουμε; Πώς νιώθετε για αυτή την όμορφη συνύπαρξη που
ετοιμάζετε;
Το live που ετοιμάζουμε
είναι μια βόλτα ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές του ελληνικού τραγουδιού. Θα
ακούσουμε τραγούδια σπουδαίων συνθετών, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Μάνος
Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Σταμάτης Κραουνάκης, που έχουμε αγαπήσει
μέσα από τις μεγάλες φωνές της Τάνιας Τσανακλίδου, της Δήμητρας Γαλάνη, της
Χάρις Αλεξίου και άλλων σημαντικών ερμηνευτών.
Το live και η σύνδεση με τον κόσμο είναι πάντα η πιο όμορφη στιγμή για έναν τραγουδιστή
θεωρώ. Ένα live πάντα με
χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί μου δίνει την ευκαιρία να συνομιλήσω με τραγούδια
που έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα και εξακολουθούν να μας συγκινούν.
Πάντα υπάρχει βεβαίως και το άγχος αλλά η χαρά είναι μεγαλύτερη.
Ποιοι θα σας
πλαισιώνουν στο live σας;
Στο live μου θα με
πλαισιώσουν δύο πραγματικά σπάνιοι και υπέροχοι μουσικοί: ο Δημήτρης Σιάμπος
στην κιθάρα και ο Κώστας Πατσιώτης στο κοντραμπάσο.
Και οι δύο έχουν πολυετή
παρουσία στο επάγγελμα και σπουδαίες συνεργασίες. Έχουν μαγικά χέρια και έναν
ήχο γεμάτο συναίσθημα. Παίζουν πραγματικά με την ψυχή τους και συνομιλούν
υπέροχα με τα τραγούδια.
Νιώθω τρομερά ευγνώμων
και πάρα, πάρα πολύ τυχερή που τους έχω δίπλα μου σε αυτά τα πρώτα μου βήματα.
Όταν ένα παλιό
τραγούδι περνά στα χέρια ενός νέου καλλιτέχνη, πότε πιστεύετε ότι μια
επανεκτέλεση αποκτά πραγματικά τη δική της ταυτότητα;
Θεωρώ σημαντικό κάποιος
να βρει τον δικό του βαθύτερο λόγο για τον οποίο θέλει να κάνει μια
επανεκτέλεση. Να βρει τι θέλει να «πει» μέσα από αυτή τη νέα δημιουργία.
Να μη φοβηθεί την
ενδεχόμενη «σύγκριση», αλλά να δώσει χώρο στην επιθυμία του και στη δική του
«φωνή».
Τότε, πιστεύω, μπορεί να δημιουργήσει το δικό
του αποτύπωμα πάνω στο ήδη υπάρχον υλικό και να του δώσει μια νέα προσέγγιση
και ταυτότητα.
Βλάρα Αλεξία
.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου