Είδαμε και προτείνουμε: Η κατάθεση του Παναγιώτη Μέντη
Η κατάθεση του Παναγιώτη Μέντη
Σκηνοθ. Σοφία Παπουτσόγλου / Αίθουσα ΠαρνασσόςΗ δραματουργική προσέγγιση του έργου «Η κατάθεση» του Παναγιώτη Μέντη, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά της Σοφίας Παπουτσόγλου και τη σύμπραξη με τον Κωνσταντίνο Κλάδη, αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο ένα θεατρικό κείμενο βαθιάς υπαρξιακής και κοινωνικής ανατομίας. Το έργο λειτουργεί ως μια αληθινή κατάθεση ψυχής και, ταυτόχρονα, ως η επώδυνη απολογία μιας ζωής που έμεινε ανεκπλήρωτη, εγκλωβισμένη στις σιωπές και τα κοινωνικά στερεότυπα.
Η πλοκή ξετυλίγεται γύρω από ένα ανδρόγυνο που συναντιέται μετά από χρόνια σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό —έναν χώρο καίριας συμβολικής σημασίας, που ορίζει το μεταίχμιο ανάμεσα στο οριστικό διαζύγιο και ένα επικείμενο ταξίδι της συζύγου στη Γερμανία για να επισκεφτεί την κόρη τους. Στο κομβικό αυτό σημείο, οι δύο ήρωες αρχίζουν σταδιακά να αποκαλύπτουν τα λάθη του παρελθόντος, να ομολογούν σκέψεις που κρατήθηκαν κρυφές και να αναμετρώνται με πράξεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Ο Μέντης χρησιμοποιεί αυτό το πρόσχημα για να θίξει με ωριμότητα διαχρονικά και επώδυνα θέματα: τον εκφυλισμό του οικογενειακού θεσμού, την απόλυτη μοναξιά, την αποξένωση και την πλήρη απομυθοποίηση του γάμου, αναδεικνύοντας τα αδιέξοδα των σχέσεων που επιβιώνουν μόνο χάρη στις κοινωνικές συμβάσεις ή την υποχρέωση της ανατροφής των παιδιών.
Το δραματικό υπόβαθρο της ιστορίας κρύβει ένα βαθύ τραύμα. Ο πατέρας, ο οποίος εργαζόταν ως μηχανοδηγός, κουβαλά το ασήκωτο βάρος ενός ατυχήματος: κατά τη διάρκεια ενός οικογενειακού ταξιδιού, ο μικρότερος γιος τους τραυματίστηκε σοβαρά πέφτοντας από το τρένο. Η τραγωδία αυτή διαλύει τον οικογενειακό ιστό. Η μητέρα βυθίζεται στην εσωστρέφεια, ενώ ο πατέρας, αδυνατώντας να διαχειριστεί τις ενοχές του, επιλέγει την αυτοτιμωρία και την απομόνωση: αναλαμβάνει την ευθύνη για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε ποτέ, προκειμένου να φυλακιστεί και να απομακρυνθεί οριστικά. Ακόμα και μετά την αποφυλάκισή του, αρνείται να επιστρέψει στην εστία του. Η μόνιμη επωδός του συμπυκνώνει την τραγικότητά τους: είναι πλέον δύο ξένοι. Από την πλευρά της, η γυναίκα αποδέχεται παθητικά αυτή την αποξένωση, επιλέγοντας τη σιωπή. Αν και διψά για εγγύτητα και συντροφικότητα, αδυνατεί να το εκφράσει, αφήνοντας τον άνδρα μετέωρο και ανίκανο να αντιδράσει, την ίδια στιγμή που η προσωπική του ευθύνη για την τροπή των γεγονότων γίνεται όλο και πιο εμφανής.
Ωστόσο, το κυρίαρχο και πιο καθοριστικό στοιχείο που αιωρείται πάνω από το έργο είναι ο θάνατος. Η υπέρτατη αυτή πράξη δεν δηλώνεται εξαρχής, αλλά αποκαλύπτεται με αριστοτεχνική σταδιακή κλιμάκωση μέσα από τον διάλογο. Οι ήρωες του Μέντη ξεκινούν από την αφετηρία των βαθιά πληγωμένων συντροφικών σχέσεων. Η πορεία τους είναι μοναχική• αναγκάζονται να διασχίσουν τα μονοπάτια της ερωτικής προδοσίας, του ψεύδους και της συναισθηματικής αηδίας, για να καταλήξουν νομοτελειακά στην αναμέτρηση με τον θάνατο.
Υφολογικά, ο συγγραφέας υιοθετεί μια γλώσσα σκληρή, κοφτερή και απόλυτα προσωπική, η οποία του επιτρέπει να εμβαθύνει στον ψυχισμό των προσώπων του. Πρόκειται για έναν ιδιότυπο ρεαλισμό, ο οποίος δομείται πάνω σε μοτίβα επαναλήψεων και χαρακτηριστικών επωδών. Αν και οι χαρακτήρες μάς είναι οικείοι και οι καταστάσεις άμεσα αναγνωρίσιμες, το έργο αποφεύγει τις μονοσήμαντες ερμηνείες. Η κοινωνική πραγματικότητα παρουσιάζεται ως ένα δεδομένο και αμετάβλητο πλαίσιο.
Ο ρεαλισμός του Μέντη, ωστόσο, δεν είναι επιφανειακός. Στηρίζεται εξίσου στις εύγλωττες σιωπές, στα υπονοούμενα, στις υπεκφυγές και σε μια έντονη ψυχαναλυτική χροιά. Η ίδια η ρεαλιστική αποτύπωση λειτουργεί συχνά ως μια απλή επίφαση των πραγμάτων, μια βιτρίνα. Μέσα από τη χρήση συνεχών αναδρομών (flashbacks), η παράσταση καταφέρνει να ξεδιπλώσει μια κρυμμένη πραγματικότητα, η οποία συχνά διαφεύγει ακόμη και από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές, παρασύροντας τον θεατή σε μια καθηλωτική διαδικασία αποκάλυψης.
Μαρία Κουμαριανού

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου