Μάνος Τσότρας: "Πιστεύω ότι η καλή κωμωδία βασίζεται στο δράμα από μια άλλη οπτική γωνία την οποία έχω διαμορφώσει, ίσως, από ένστικτο επιβίωσης".
Με φόντο το ραδιόφωνο, ένα μέσο που ενώνει, συγκινεί και καθρεφτίζει την κοινωνία, ο Μάνος Τσότρας μάς ταξιδεύει με το βιβλίο του «Ελλάδα στον αέρα» σε μια ιστορία γεμάτη χιούμορ, αλήθεια και τρυφερή ειρωνεία για τον σύγχρονο κόσμο των media και των ανθρώπινων σχέσεων. Μέσα από τη σύγκρουση δύο ραδιοφωνικών παραγωγών, ο συγγραφέας φωτίζει τις αντιθέσεις μιας Ελλάδας που “εκπέμπει” ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Μιλήσαμε μαζί του για τη γοητεία και τη μοναξιά του ραδιοφώνου, τη μάχη ανάμεσα στο “ποιοτικό” και το “εμπορικό” και τη δύναμη του χιούμορ να αποκαλύπτει τις πιο ουσιαστικές αλήθειες.
Κύριε Τσότρα, ο τίτλος «Ελλάδα στον αέρα» παραπέμπει ταυτόχρονα στο ραδιόφωνο και στη σημερινή, συχνά ασταθή, ελληνική πραγματικότητα. Πώς γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου;
Ξεκίνησα να γράφω κάτι απλό,
σαν αστειάκια για bar-theater, αλλά ξαφνικά ένιωσα ότι είχα μέσα μου “άπειρο”
υλικό από την εμπειρία μου ως ραδιοφωνικός παραγωγός και δημοσιογράφος
αποκλειστικά σε ραδιόφωνα. Μου βγήκε ένας χείμαρρος ιδεών. Το αποτέλεσμα, που
είναι αυτό το θεατρικό έργο, λοιπόν, είναι αυθόρμητο. Το bar-theater δεν έγινε
αλλά έγινε μια πολύ δυναμική παράσταση στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο το 2022.
Το ραδιόφωνο είναι στο
επίκεντρο της ιστορίας, ένα μέσο που κουβαλά νοσταλγία, αυθεντικότητα αλλά και
σύγκρουση με τη νέα εποχή. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς το ραδιόφωνο σήμερα;
Το ραδιόφωνο παραμένει το πιο
άμεσο Μέσο, ακόμη και από τα social media που κυριαρχούν στην εποχή μας. Σου
επιτρέπει να επικοινωνείς σε πραγματικό χρόνο την είδηση ή το συναίσθημα με
τους ανθρώπους. Έχει προσαρμοστεί στη νέα εποχή με live μεταδόσεις ραδιοφωνικών εκπομπών στο
TikTok και στο Facebook. Η νοσταλγία υπάρχει μόνο σε μας που το ζήσαμε στις
προηγούμενες εποχές. Για να σου πω την αλήθεια μου, προτιμώ τη φωνή του
άγνωστου οπτικά εκφωνητή που “ερεθίζει” τη φαντασία του ακροατή. Σήμερα, δεν
είναι μόνο τα live στα social media που χαλάνε αυτή
τη “μαγεία” αλλά και οι επιλογές των υπευθύνων των σταθμών να βάζουν πίσω από
το μικρόφωνο διάσημους παρουσιαστές της τηλεόρασης ή influencers του Tik Tok και του YouTube.
Ο Χρήστος και ο Αλέκος είναι
δύο αντίθετοι κόσμοι: ο ένας κουβαλά ιδεαλισμό και αγάπη για το έντεχνο, ο
άλλος ρεαλισμό και φιλοδοξία. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να αναδείξετε μέσα
από αυτή την αντιπαράθεση;
Η σύγκρουση Χρήστου - Αλέκου
είναι βιωματική, την έχω
συναντήσει σε όλους τους εργασιακούς χώρους που έχω βρεθεί. Έτσι, πιστεύω ότι
θα μπορούσε να ταυτιστεί ο καθένας μας. Στο έργο, ο Χρήστος “έρχεται” σαν
απειλή απέναντι στον Αλέκο, όχι γιατί καταπατά τη θέση του, αλλά γιατί
αντιπροσωπεύει ό,τι ο Αλέκος ονειρευόταν και πάλευε να κατακτήσει, χωρίς ο
Χρήστος να το ξέρει ή να φταίει. Επιλέχθηκε “να κάνει τη δουλειά” γιατί είναι
το αντίθετο του Αλέκου και αυτό το “πληρώνει” με ένα είδος εργασιακού bullying που δέχεται από τον
Αλέκο. Στο τέλος, γίνεται η ανατροπή όπου αποκαλύπτεται μια μικρή ενοχή του
Χρήστου, η οποία δικαιολογεί τη στάση του Αλέκου. Αφήνω στην κρίση του
αναγνώστη ή του θεατή το αν τη δικαιώνει.
Οι ακροατές που τηλεφωνούν
στην εκπομπή λειτουργούν σαν καθρέφτες της κοινωνίας. Πώς τους δημιουργήσατε;
Είναι φανταστικοί ή βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα και εμπειρίες;
Οι ακροατές είναι σχεδιασμένοι
με τους όρους της μυθοπλασίας. Φυσικά, βασίζονται σε αληθινές φωνές και
ιστορίες που έχω ακούσει στη ραδιοφωνική μου εμπειρία, αλλά εμπλουτίστηκαν με
φαντασία, για να γίνουν χαρακτήρες που αντικατοπτρίζουν τους περισσότερους
Έλληνες. Ο καθένας έχει τον τρόπο του να βλέπει τη ζωή, με χιούμορ, παράπονα ή
τρέλα... και μέσα απ’ αυτούς βλέπουμε την καθημερινότητα των Ελλήνων με τα
μεγάλα ή μικρά θέματα που μας απασχολούν.
Το βιβλίο κινείται ανάμεσα
στην κωμωδία και το δράμα, στην ένταση και τη συγκίνηση. Πώς ισορροπήσατε αυτά
τα δύο στοιχεία χωρίς να χαθεί η αλήθεια των χαρακτήρων;
Αυτή είναι η πιο δύσκολη
ερώτηση για να απαντήσω. Στην πραγματικότητα, δεν έκανα προσπάθεια να τα
ισορροπήσω. Είναι η αλήθεια μου, όπως έχει διαμορφωθεί με τα χρόνια. Η κωμωδία
και το δράμα προκύπτουν φυσικά μέσα από τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις τους.
Πιστεύω ότι η καλή κωμωδία βασίζεται στο δράμα από μια άλλη οπτική γωνία την
οποία έχω διαμορφώσει, ίσως, από ένστικτο επιβίωσης. Βέβαια, σε όλα αυτά
υπάρχει και η τεχνική μου, που έχω κατακτήσει από τις σπουδές μου και την
εμπειρία μου. Όταν γράφω, όλα τα παραπάνω λειτουργούν ταυτόχρονα, χωρίς να το
καταλαβαίνω.
Η ιστορία μοιάζει να θέτει
ερωτήματα για το τι σημαίνει “ποιότητα” στη μουσική και στη ζωή. Πιστεύετε ότι
η εποχή μας έχει χάσει το μέτρο στο τι θεωρεί ποιοτικό;
Ποιότητα υπάρχει σε κάθε τι που
είναι αυθεντικό-αληθινό. Σκεφτείτε τα ρεμπέτικα, τα λαϊκά ή τον ελληνικό
κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60... στην αρχή είχαν κατηγορηθεί ως μη
ποιοτικά, και σήμερα τα εκθειάζουμε. Στη “fast food” εποχή μας, η ταχύτητα της
ζωής μπερδεύει την αντίληψή μας. Όμως ό,τι αντέχει στον χρόνο, μιλάει στις
καρδιές μας και είναι πραγματικά ποιοτικό. Στο “Ελλάδα στον Αέρα” χρησιμοποιώ
τις ταμπέλες «ποιοτικό» και «εμπορικό» για να αναδείξω το γελοίο της κόντρας,
χωρίς να δίνω έτοιμη απάντηση... απλώς ειρωνεύομαι τον δημόσιο διάλογο που
υπάρχει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.
Μέσα από τη σύγκρουση των δύο
παραγωγών φαίνεται να αναδύεται και μια σύγκρουση γενεών, αξιών, ακόμα και
κοσμοθεωριών. Είναι τελικά η “Ελλάδα στον αέρα” και μια αλληγορία για τη
σημερινή κοινωνία;
Αυτός ήταν ο στόχος μου, που
δημιουργήθηκε ενώ έγραφα το έργο. Το ότι με ρωτάτε χωρίς να γνωριζόμαστε, απλώς
έχοντας διαβάσει το βιβλίο, σημαίνει ότι κατάφερα να δείξω τον στόχο μου.
Ελπίζω να πέτυχα και στις επιλογές των χαρακτήρων, ώστε ο κόσμος να ταυτιστεί
μαζί τους. Πάντως, έγραψα με όλη την αλήθεια μου, αφού εκεί οδηγήθηκα
αποκλειστικά από το ένστικτό μου.
Το χιούμορ σας είναι λεπτό,
συχνά σαρκαστικό, αλλά με ευαισθησία. Πόσο δύσκολο είναι να γράφεις για σοβαρά
θέματα μέσα από τον φακό της κωμωδίας;
Όπως σας είπα και πριν, δεν
μπορώ να “σκεφτώ” αλλιώς. Γι’ αυτό έχω επιλέξει να γράφω κωμωδίες ή ρομαντικές
κωμωδίες. Γράφω και κάποια δράματα, περιστασιακά, τα οποία αντιμετωπίζω με
απόλυτο ρεαλισμό, όμως και πάλι αναδεικνύεται το «γελοίον του πράγματος». Δεν
θέλω να το αναλύω πολύ. Για να δώσω μια τελική απάντηση, για μένα είναι ο
τρόπος μου… ούτε δύσκολο, ούτε εύκολο.
Αν μπορούσατε να φτιάξετε
εσείς την ιδανική ραδιοφωνική εκπομπή, τι μουσική θα παίζατε και ποια φωνή θα
θέλατε να σας κάνει παρέα στο μικρόφωνο;
Τη μουσική θα την επέλεγα όπως
μου υπαγορεύει το ένστικτό μου, ανάλογα με την ώρα, τη στιγμή και την ενέργεια των ακροατών. Σε μια
πρωινή εκπομπή μου στο London Greek Radio έπαιξα Καζαντζίδη. Ο μάνατζερ του
σταθμού “φρίκαρε”, οι ακροατές όμως το λάτρεψαν γιατί αυτή ήταν η ατμόσφαιρα
μεταξύ μας εκείνη τη στιγμή. Πιστεύω στις αυτοσχεδιαστικές εκπομπές, μέσα από
την ενέργεια των ακροατών και όχι από κονσέρβα playlists. Όσο για το ποιον θα
ήθελα μαζί μου, θα έβαζα τους ακροατές με τηλεφωνήματα στον αέρα ή κάποιον
συμπαρουσιαστή που δε μου φέρνει πολλές αντιρρήσεις, χαχαχα.
Τελικά, τι θα θέλατε να “πάρει
μαζί του” ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο; Ένα γέλιο, μια νοσταλγία ή έναν
προβληματισμό για το πού βαδίζουμε ως άνθρωποι και ως κοινωνία;
Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να
γελάσει. Αν προβληματιστεί για το πού βαδίζουμε ως άνθρωποι και ως κοινωνία, θα
είναι θετικό. Έγραψα με όλη την αλήθεια μου. Βασίστηκα σε βιωματικές
εμπειρίες εμπλουτισμένες από τη φαντασία
μου. Άφησα χώρο στον αναγνώστη (ή θεατή) να ταυτιστεί και να συνεχίσει με
χιούμορ, στις παρέες του, τη συζήτηση για το τι αξίζει και τι μας αγγίζει
πραγματικά στη ζωή.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου