Ανδρέας Κεντζός: "Το χιούμορ προκύπτει μέσα από τη σύγκρουση της καθημερινότητας με το «ιδιαίτερο» συμβάν που πυροδοτεί τη δράση".

Στο θεατρικό έργο Άνθρωπος του Θεού, ο Ανδρέας Κεντζός καταπιάνεται με θεμελιώδη υπαρξιακά και πολιτικά ερωτήματα: την πίστη και τη λογική, την ευθύνη και τη μοίρα, το θύμα και τον θύτη, το ανθρώπινο και το υπερβατικό. Το έργο, τοποθετημένο σε μια κοινωνία σε ένταση, μετατρέπει το οικείο σε πεδίο σύγκρουσης και την καθημερινότητα σε χώρο εξομολόγησης, αποφεύγοντας τον διδακτισμό και τη δημοσιογραφική ευκολία. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά για τη σωκρατική ρίζα της γραφής του, τη σημασία του να μην κρίνει τους ήρωές του, τον ρόλο του χιούμορ μέσα στο τραγικό και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ανθρώπινη πίστη και σε αυτό που μας υπερβαίνει.

Στο έργο Άνθρωπος του Θεού  τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει σκοπός ή απλή σύμπτωση. Εσείς τείνετε να πιστεύετε ότι ο άνθρωπος διαμορφώνει το νόημά του ή ότι το συναντά τυχαία;

Από την εμπειρία μου στον κόσμο, μπορώ να πω ότι όλο και επιβεβαιώνεται αυτό που έγραψε ο Ηράκλειτος, ότι ο χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου είναι η μοίρα και το νόημά του. Από εκεί και πέρα, φυσικά επιδρά το περιβάλλον, ο χρόνος και η τύχη.

Ο Γιάννης είναι ένας άνθρωπος της εξουσίας, αλλά και βαθιά τραυματισμένος. Πώς δουλεύετε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο θύμα και τον θύτη στον χαρακτήρα του;

Καταρχήν, στο γράψιμο προσπαθώ να είμαι διαυγής και να πηγαίνω χωρίς περιστροφές κατευθείαν στην καρδιά. Αυτό είναι απαραίτητο, εξάλλου, για να κρατήσεις την προσοχή του κοινού, πράγμα πολύ πιο δύσκολο σήμερα από ό,τι ήταν την εποχή του Σοφοκλή, του Σαίξπηρ ή του Τσέχοφ. Σε ό,τι αφορά τους χαρακτήρες μου, ακολουθώ έναν μόνο κανόνα: ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν τους κρίνω. Αν τους έκρινα, δεν θα μπορούσα να τους γράψω. Για μένα, πρώτο και κύριο μέλημα της λογοτεχνίας είναι να δίνει ζωή σε φανταστικά πρόσωπα. Το εκφράζει ωραία κάπου ο Μπόρχες, ότι «ο Δον Κιχώτης είναι πιο πραγματικός από τον στρατιώτη που τον δημιούργησε». Δουλειά του συγγραφέα είναι να πλάθει πρόσωπα – τα μηνύματα και οι κρίσεις αφορούν τους δημοσιογράφους. Και να ένας πρόχειρος ορισμός για τη λογοτεχνία σήμερα: είναι η εναντίωση στη δημοσιογραφία.  

Το έργο διαδραματίζεται ενώ «έξω» μαίνεται κοινωνική σύγκρουση. Πόσο σας επηρεάζει η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα όταν γράφετε; Και πώς την αφήνετε να εισχωρήσει στον θεατρικό λόγο, χωρίς να γίνει σχόλιο ή κήρυγμα;

Είναι μια ωραία πρόκληση: Πώς να γράψεις για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα χωρίς να γίνεις «επίκαιρος» και δημοσιογραφικός. Και μάλιστα, όταν έχεις μια τόσο στερεότυπη κατάσταση (επεισόδια αναρχικών στο κέντρο) και ήρωα έναν αντιπαθή ΜΑΤατζή. Προσωπικά, έχω κουβεντιάσει με θεατές που απλά αρνούνταν να τον δουν ως ανθρώπινο ον – γι’ αυτούς ήταν ένα γρανάζι του κράτους που δυστυχώς «τη βγάζει καθαρή». Η καθημερινότητα τώρα μας δίνει την αφορμή ή μια πρώτη εικόνα. Στον συγγραφέα εναπόκειται να βρει και να τονίσει τα στοιχεία που την καθιστούν διαχρονική. Και για την αποφυγή μετατροπής του θεατρικού λόγου σε σχόλιο ή κήρυγμα, ισχύει ο κανόνας που ανέφερα παραπάνω: «ποτέ μην κρίνεις τους ήρωές σου». Με άλλα λόγια, πρέπει να τους αφήσεις να σε πάνε όπου θέλουν εκείνοι.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Δημήτρης Γεωργαλάς, γράφει στο σημείωμά του για τη «ματαίωση της πίστης». Τι κάνει την πίστη, οποιασδήποτε μορφής, τόσο σημαντική για την ανθρώπινη ύπαρξη;

Είμαστε όντα λογικά, σκεφτόμαστε και οικοδομούμε τον κόσμο μας βάσει της λογικής (ιδίως στη Δύση). Η λογική μαζί με τη γνώση παράγουν αποτέλεσμα και πρόοδο. Όλοι οφείλουμε να συμμετέχουμε στη λογική, αλλιώς πολιτισμός δεν υπάρχει. Η λογική είναι η περπατησιά μας. Η πίστη, από την άλλη, απαιτεί κόπο και προσπάθεια, ενώ δεν εγγυάται τίποτα. Ένας αγώνας δρόμου στον οποίο συμμετέχεις με τη βούλησή σου. Και το δίλημμα που προβάλλεται συχνά, «λογική ή πίστη», είναι φτιαχτό – για να μην πω ανόητο. Διότι απλούστατα, για να τρέξεις μαραθώνιο πρέπει πρώτα να μπορείς να στέκεσαι στα δυο πόδια και να περπατάς.

Στο έργο υπάρχει χιούμορ μέσα στην ένταση. Τι ρόλο παίζει για εσάς το χιούμορ μέσα στο τραγικό; Είναι άμυνα, λύτρωση ή κάτι άλλο;

Το χιούμορ προκύπτει μέσα από τη σύγκρουση της καθημερινότητας με το «ιδιαίτερο» συμβάν που πυροδοτεί τη δράση. Ακόμα και όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ακραίες καταστάσεις, ο άνθρωπος αναζητά καταφύγιο στο πεζό και συνηθισμένο. Είμαστε προγραμματισμένοι για να ζούμε σε μια καθημερινότητα, δεν αλλάζει αυτό. Στο κείμενο προκύπτει αβίαστα αυτή η τάση, χωρίς να ξενίζει καθόλου τον θεατή ή αναγνώστη. Η σκηνή όπου ο ήρωας, παρά την απειλή, έχει στο μυαλό του πότε θα κάνει μπάνιο, νομίζω, είναι χαρακτηριστική.    

Η φιλία των δύο γυναικών λειτουργεί ως αντίβαρο στην ένταση. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή τη σχέση; Η τρυφερότητα ή η πιθανή προδοσία;

Η τρυφερότητα, ξεκάθαρα. Αλλιώς ο διάλογός τους θα ήταν μόνο φορέας της πλοκής, θα μετέδιδε δηλαδή απλά πληροφορίες για να πάει η δράση παρακάτω. Ωστόσο, η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δυο γυναικών είναι δράση.

Ο χώρος του σπιτιού γίνεται «σκηνή εξομολόγησης». Πώς επιλέξατε το οικείο περιβάλλον ως πεδίο σύγκρουσης; Τι αλλάζει όταν το δράμα συμβαίνει «μέσα» κι όχι «έξω»;

Το έργο είναι προϊόν μεγάλης συμπύκνωσης. Η ιστορία που αποτελεί τον πυρήνα της δράσης θα μπορούσε να δώσει ένα κανονικό μυθιστόρημα τριακοσίων σελίδων ή ακόμα και μια τηλεοπτική σειρά. Ήταν ένα δημιουργικό στοίχημα για μένα να δώσω μια τόσο μεγάλη ιστορία τηρώντας τις τρεις ενότητες της τραγωδίας: την ενότητα του μύθου, του χρόνου και του τόπου.

Το έργο κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο σχεδόν μεταφυσικό. Πού βρίσκεται για εσάς η πιο αληθινή θεατρική στιγμή; Στο καθημερινό ή στο υπερβατικό;

Η πιο αληθινή θεατρική στιγμή, μου φαίνεται, είναι στο τέλος. Εκεί που όλα μοιάζουν λυμένα και εξηγημένα μέσα στο έργο, ένα απλωμένο χέρι απροσδόκητα θέτει (με μια διόλου ανεπαίσθητη ειρωνεία, αν κρίνω και από την εύθυμη αντίδραση των περισσότερων θεατών) το ερώτημα ξανά.

Όταν γράφετε, σκέφτεστε τους ηθοποιούς και τη σκηνική πράξη ή πρώτα την ιδέα και τη σύγκρουση; Με άλλα λόγια, το έργο γεννιέται από εικόνα, φράση ή κατάσταση;

Διάφορες ιδέες που έρχονται και φεύγουν. Υπάρχει σίγουρα μια εμμονή με το Θείο, η οποία «γέννησε» την κατάσταση που περιγράφεται στο έργο. Στο επόμενο έργο προσπαθώ να την απωθήσω, ή τουλάχιστον να την κοντρολάρω.

Αν ο θεατής φύγει από την παράσταση μόνο με ένα ερώτημα μέσα του, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

Αν ο άνθρωπος μπορεί να τα βάλει με αυτό που τον υπερβαίνει – και εδώ, νομίζω, διαφαίνεται μια χροιά που δεν έχουμε θίξει όσο πρέπει: το έργο είναι και πολιτικό.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Είδαμε και προτείνουμε: "Το βιβλίο της ανησυχίας-Ημερολόγιο αποχαιρετισμού" στο Θέατρο Αργώ

Κάτια Ποθητού: "Είναι φανερό πως το στοιχείο της μνήμης επηρεάζεται από φόβους, επιθυμίες και τραυματικές εμπειρίες".

Είδαμε και προτείνουμε: «Σονάτα του Κρόιτζερ» του Λέοντος Τολστόι, στο χώρο τέχνης Ηχόδραση

Είδαμε και προτείνουμε: «Σλάντεκ» – Μια Ανατριχιαστική Κάθοδος στην Άβυσσο του Ολοκληρωτισμού στο ΠΛΥΦΑ

Ρένα Πέτρου: "Το γεγονός ότι κάποιος άνθρωπος καταγράφει όλη την ιστορία της ζωής του, έχει από μόνο του μεγάλη αξία".

Είδαμε και προτείνουμε: Αγία Ιωάννα (Ζαν Ντ' Αρκ) στο Θέατρο της Ημέρας