Διαβάσαμε και προτείνουμε: «Η φάμπρικα των νέγρων» του Γκιλ Σκοτ-Χέρον
Οργή, μνήμη και αλήθεια στις αίθουσες της συμμόρφωσης
Στον κόσμο του Γκιλ Σκοτ-Χέρον, τίποτα δεν είναι ουδέτερο. Ούτε η μουσική, ούτε η γλώσσα, ούτε,πολύ περισσότερο, η εκπαίδευση. Στο μυθιστόρημά του Η φάμπρικα των νέγρων (The Nigger Factory, 1972), ο εμβληματικός αυτός ποιητής και μουσικός μάς συστήνει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που, ενώ υπόσχεται ενδυνάμωση, στην πραγματικότητα κατασκευάζει συμμόρφωση. Και το κάνει όχι απλώς με αδιαφορία αλλά μεθοδικά, σχεδόν εργοστασιακά.
Το Sutton University, όπου εκτυλίσσεται η δράση, είναι ένας χώρος γεμάτος αντιφάσεις. Ένα πανεπιστήμιο αποκλειστικά για μαύρους, το οποίο έχει υποτίθεται ως αποστολή την πρόοδο και την ανύψωση της μαύρης κοινότητας. Κι όμως, πίσω από τη βιτρίνα της ευγενούς αποστολής, ο Scott-Heron αποκαλύπτει ένα σύστημα που υπηρετεί, εν τέλει, την τάξη των λευκών: εκπαιδεύει νέους για να προσαρμοστούν, όχι για να αλλάξουν το κατεστημένο. Το πανεπιστήμιο, αντί να γίνει χώρος στοχασμού, γίνεται χώρος ελέγχου.
Μέσα από τον νεαρό Ερλ Τόμας, πρόεδρο του φοιτητικού συλλόγου, παρακολουθούμε έναν εσωτερικό αγώνα: να συμπορευτεί με την «ασφαλή» μετριοπάθεια ή να ενώσει τη φωνή του με το ριζοσπαστικό κάλεσμα της MJUMBE, μιας φοιτητικής ομάδας που ζητά όχι μικρές παραχωρήσεις, αλλά πλήρη ανατροπή των δομών. Το δίλημμα αυτό είναι το κέντρο της αφήγησης και αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η καταπίεση δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά και βαθιά εσωτερικευμένη.
Η γλώσσα του συγγραφέα είναι αιχμηρή, ρυθμική, σχεδόν μουσική, απόρροια του ταλέντου του στο spoken word. Το ύφος του θυμίζει τραγούδι διαμαρτυρίας: λιτό, μεστό, και απολύτως εστιασμένο στον σκοπό του. Η γραφή του δεν φλυαρεί, δεν παραπλανά, δεν καλοπιάνει. Είναι οργισμένη, αλλά ποτέ άναρχη. Κάθε φράση χτίζει πάνω στην προηγούμενη για να αποκαλύψει την υποκρισία ενός συστήματος που φορά τον μανδύα της «προόδου» ενώ επιβάλει τη σιωπή. Οι σκηνές διαλόγου είναι συχνά συγκρουσιακές, θυμίζουν θεατρικό έργο και στήνουν ένα ιδιότυπο πεδίο μάχης ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «είναι».
Κι όμως, η αξία του έργου δεν περιορίζεται μόνο στην εποχή ή στην πολιτική συγκυρία της δεκαετίας του '70. Στην ουσία του, το Η φάμπρικα των νέγρων θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα: τι σημαίνει πραγματική παιδεία; Είναι η εκπαίδευση απλώς η μετάδοση γνώσεων ή είναι, ή θα έπρεπε να είναι, ένα εργαλείο απελευθέρωσης; Ο συγγραφέας μοιάζει να απαντά πως παιδεία χωρίς ελευθερία σκέψης είναι απονεκρωμένη. Παιδεία χωρίς αμφισβήτηση, χωρίς πολιτική συνείδηση, είναι απλώς εργοστασιακή παραγωγή υπάκουων πολιτών. Και ακριβώς εδώ εδράζεται η δύναμη του μυθιστορήματος: στην αποκάλυψη της παιδαγωγικής ως μηχανισμού εξουσίας.
Αυτή η διαπίστωση καθιστά το έργο εξαιρετικά επίκαιρο. Σε έναν κόσμο όπου η εκπαίδευση συχνά μετατρέπεται σε εργαλείο ανταγωνισμού, πιστοποίησης και επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά όχι συνειδητοποίησης, ο Γκιλ Σκοτ-Χέρον υπενθυμίζει ότι το να διδάσκεις χωρίς να ελευθερώνεις είναι μια μορφή βίας. Και το τίμημα της αληθινής παιδείας δεν είναι καθόλου μικρό: είναι η διακινδύνευση, η αβεβαιότητα, η σύγκρουση με τις νόρμες, η απόρριψη της ασφάλειας υπέρ της αλήθειας.
Δεν είναι ένα βιβλίο «εύκολο». Δεν κολακεύει, δεν παρηγορεί. Απαιτεί από τον αναγνώστη εγρήγορση, ενσυναίσθηση, ετοιμότητα να αντιμετωπίσει τα σκοτεινά σημεία της κοινωνίας – και του εαυτού του. Αλλά όσοι τολμήσουν να το ακολουθήσουν, θα βρουν στις σελίδες του όχι μόνο ένα πολιτικό μυθιστόρημα, αλλά μια υπαρξιακή πρόκληση.
Ο Γκιλ Σκοτ-Χέρον, μέσα από τούτη την «λογοτεχνική εξέγερση», δεν ζητά απλώς να τον διαβάσουμε. Ζητά να θυμώσουμε. Και αυτός ο θυμός, αν είναι τίμιος και στοχαστικός, ίσως γίνει η απαρχή μιας άλλης, βαθύτερης μορφής μόρφωσης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου