Πάνος Νιαβής: "Ο ρεαλισμός της ιστορίας και ο μαγικός ρεαλισμός της λογοτεχνίας ήταν ο δρόμος και ο τρόπος να μιλήσω με το στόμα αυτών που δεν έχουν φωνή πια".
Στο Το μαύρο γάλα της ήττας, ο Πάνος Νιαβής αναβιώνει τον Γία Λιοκή, έναν ήρωα που επιστρέφει από τον θάνατο για να αναμετρηθεί με τα λάθη, τις ενοχές και την ανθρώπινη υπόστασή του. Μέσα από την τριπλή του ταυτότητα και τη συνύπαρξη ρεαλισμού και μαγικού ρεαλισμού, το βιβλίο φωτίζει τον εσωτερικό εμφύλιο ενός ανθρώπου εγκλωβισμένου ανάμεσα στην ιστορία, την ιδεολογία και την προσωπική του ζωή. Η αφήγηση, γεμάτη μνήμη, εξιλέωση και γυναικεία παρουσία, προσφέρει στον αναγνώστη μια βαθιά εμπειρία αυτογνωσίας και συμφιλίωσης με το παρελθόν, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό.
Ο Γίας Λιοκής επιστρέφει κυριολεκτικά και μεταφορικά από τον θάνατο. Τι σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτή τη μεταθανάτια, σχεδόν μυθική διάσταση του ήρωα;
Ο Γίας Λιοκής νικάει τον θάνατο λογοτεχνικά. Επιστρέφει και ταυτόχρονα είναι ένα πρόσωπο με βαθιά την αίσθηση της ανυπαρξίας. Κινούμενος με ανορθολογική αντίληψη για τη ροή του χρόνου. Θα έλεγα πως πάντα με γοήτευε η ιδέα πως ένας άνθρωπος μπορεί να είναι νεκρός πολύ πριν η καρδιά πάψει να κτυπάει. Και να είναι σαν αποθαμένος από ιδεολογική τύφλωση, από ενοχές, από θλίψη για τη ζωή που δεν πρόλαβε να ζήσει. Ο Γίας Λιοκής και οι ετερωνυμίες του, Σέτος Παμούρας και Λιόσκα Αβράμοβιτς, επιστρέφουν ως «εκτοπισμένοι» από τον ίδιο τους τον βίο· σαν να περιπλανήθηκε σε έναν άχρονο χώρο ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη. Τον έβαλα σ’ αυτό το μεταίχμιο, έχοντας έτσι τη λογοτεχνική ευχέρεια να τον αφήσω να δει τη ζωή του έξω από την ιδεολογική του περιχαράκωση, να συνομιλήσει με τις άλλες δύο υποστάσεις του εαυτού του και να καταλάβει πως ευνουχίζοντας τον εαυτό του σωματικά και νοητικά διάπραξε Ύβρη ενάντια στην Ύπαρξη. Σταθμευμένος για λίγες μέρες στη μεθόριο, πριν το πέρασμά του στο επέκεινα, ζει μιαν αναλαμπή, μια ψευδαίσθηση έρωτα, αναμετρώμενος με τη ζωή του και τα λάθη του, δίνοντάς μου ένα εξαιρετικό πλαίσιο να κινηθώ λογοτεχνικά, ανασταίνοντάς τον για να καταλάβει, κι όχι για να ζήσει, ό,τι δεν έζησε στην ώρα του.
Η τριπλή ταυτότητα (Γίας-Σέτος-Λιόσκα) λειτουργεί σαν εσωτερικός εμφύλιος. Ποιο υπαρξιακό ή ιδεολογικό ερώτημα θέλατε να φωτίσετε μέσα από αυτές τις συγκρουόμενες φωνές;
Η τριπλή ταυτότητα του Γία, του Σέτου και του Λιόσκα δεν είναι παρά οι τρεις όψεις του ίδιου τραύματος. Θέλω να πω στον αναγνώστη μου πως ο ίδιος άνθρωπος, δρώντας σε διαφορετικά καθεστώτα και αφημένος στις προσταγές της Ιστορίας, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και θύμα και θύτης. Μπορεί να αλλάζει λογοτεχνικά πρόσωπα, αλλά να κουβαλά τον ίδιο πυρήνα αγωνίας. Ο εσωτερικός τους εμφύλιος και οι συγκρούσεις τους, ζώντας σε διαφορετικά πολιτικά συστήματα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο καθρέφτης για να δει ο αναγνώστης πως οι ολοκληρωτισμοί είναι το μαύρο είδωλο ενός κόσμου που, ευνουχίζοντας συνειδήσεις, υποχρεώνει τον άνθρωπο σε ρόλους που αντιστρατεύονται την ελευθερία, τη βούληση και την ίδια τη ζωή.
Το εγκεφαλικό λειτουργεί ως σημείο μετάβασης, ως ένα «καθαρτήριο». Πώς εργαστήκατε για να αποδώσετε αυτόν τον λεπτό χώρο ανάμεσα στη μνήμη, στη φαντασία και στη συνειδησιακή κρίση;
Στο Μαύρο γάλα της ήττας το εγκεφαλικό είναι όντως το «καθαρτήριο» του πρωταγωνιστή. Σαν ν’ ανοίγεται μια ρωγμή, όπου η μνήμη, η φαντασία και η συνείδηση μετά από χρόνια παίρνουν ανάσα. Το γηροκομείο είναι ένας τόπος φαινομενικά στενάχωρος. Η συνύπαρξή του όμως με τα δυο κορίτσια, που έχουν κι αυτές σημαντικούς ρόλους στην αφήγηση, αναγκάζουν τον Γία να απογυμνωθεί από τους κομματικούς πειθαναγκασμούς και, για πρώτη φορά, αφήνεται στη γυμνή του ανθρώπινη ανάγκη για έρωτα και για ζωή, για οικογενειακή θαλπωρή, βρίσκοντας ταυτόχρονα χρόνο να κουβεντιάσει για λογοτεχνία, να κρίνει ποιητές και συγγραφείς. Και μέσω της απολογίας του να φτάσει στη συγχώρεση προς τη γυναίκα του, τη Δασιά, και την κόρη του, την Καρία, που τους διέλυσε τις ζωές τους.
Στο βιβλίο, η ιστορική μνήμη και ο μαγικός ρεαλισμός συνυπάρχουν. Πώς αποφασίσατε την αναλογία ανάμεσα στο ρεαλιστικό αποτύπωμα της εποχής και στη συμβολική/ονειρική ατμόσφαιρα;
Ο ρεαλισμός της ιστορίας και ο μαγικός ρεαλισμός της λογοτεχνίας ήταν ο δρόμος και ο τρόπος να μιλήσω με το στόμα αυτών που δεν έχουν φωνή πια. Η ιστορική εποχή, φορτωμένη με το βάρος επίπονων γεγονότων και τα ιδεολογικά τραύματα, χαίνουσες πληγές ακόμη και σήμερα, απαιτούσε την αναγκαία απόσταση και ταυτόχρονα μια χειρουργική ακρίβεια. Οι ζωές των αναστημένων από την πένα μου ανθρώπων ήθελαν την τρυφερότητα του μύθου, της σκιάς, του ονείρου. Έτσι, δόμησα τον σκελετό με ρεαλιστικό ιστορικό αποτύπωμα να περιγράψει την εποχή και με τον μαγικό ρεαλισμό επεδίωξα να πάρει η αφήγηση μια ποιητική αύρα επαρκή για να ξεδιπλωθούν τα άρρητα, τα άφατα και τα ανείπωτα του ήρωα, να βγουν στο φως. Για τον κάθε Γία Λιοκή, η ιστορία λέει σε αδρές γραμμές τι συνέβη. Κι έρχεται ο μαγικός ρεαλισμός και αφηγείται λεπτομερώς, κάνοντας το ιστορικό υποκείμενο, πρόσωπο υπαρκτό με ονοματεπώνυμο, τι τον πλήγωσε. Και το μαύρο μελάνι της γραφής μου γίνεται το δικό του ίαμα στα μάτια και στην ψυχή του αναγνώστη.
Η σχέση του Γία με τη Δασιά, την Ντορουντίνα και την Ντούσκα αντιπαραβάλλει την ενοχή με τη στοργή και την τρυφερότητα. Τι ρόλο παίζει για εσάς η γυναικεία παρουσία;
Στο Μαύρο γάλα της ήττας οι γυναίκες δεν είναι συμπληρωματικές μορφές. Στις πρώτες σελίδες η εμφάνιση στο όνειρο του Γία, της γυναίκας του της Δασιάς και της κόρης του της Καρίας, γίνεται η αιτία της πυρηνικής έκρηξης, με τη μορφή μιας διαρκούς, αλλά άρρητης ενοχής, και είναι η αιτία που τον οδηγεί στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό. Στην πορεία, όμως, οι δυο τους λειτουργούν ως οι φορείς της συνείδησης, της απολογίας και, τελικά, της λύτρωσης. Οι δυο νεαρές γυναίκες, η Ντορουντίνα, η εγγονή της Δασιάς, και η Ρωσίδα φυσικοθεραπεύτρια, η Ντούσκα, που φτάνει μετανάστρια στην Ελλάδα από τις φυλακές του Χαρπ της Σιβηρίας μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, είναι ταυτόχρονα ο καθρέφτης της πολιτικής του δράσης και η προσωποποίηση της συλλογικής αποτυχίας, και ταυτόχρονα η γυναίκα που η επαφή μαζί της τον ξυπνά από έναν σωματικό και πνευματικό λήθαργο δεκαετιών ανέραστης ζωής. Αυτές οι γυναίκες, με σημαντικό ρόλο στην αφηγηματική πλοκή, άλλοτε σαν ανάμνηση κι άλλοτε σαν ζέουσα πραγματικότητα, γίνονται ο μαύρος καθρέφτης όπου ο Γίας αντικρίζει τον τριπλό εαυτό του γυμνό από προφάσεις και δικαιολογίες, και είναι ο ύστατος αδρός επίλογος της αυτογνωσίας του.
Ο ήρωας μοιάζει εγκλωβισμένος στο βάρος των ιδεολογιών του. Πιστεύετε ότι τελικά η μεγαλύτερη ήττα του είναι πολιτική, προσωπική ή ανθρώπινη;
Η ήττα του Γία δεν είναι μονοδιάστατη, είναι ένα κράμα πολιτικής τυφλότητας, προσωπικής ενοχής και ψυχικού κατακερματισμού. Κατατείνω, χωρίς να θέλω να προκαταλάβω τον αναγνώστη, πως η βαθύτερη ήττα του είναι η αγνόηση της ανθρώπινης υπόστασης. Συνειδητοποιώντας πως η ιδεολογική αφοσίωση σακάτεψε τις ζωές των δικών του ανθρώπων, αυτή η επίγνωση γίνεται ο διαιρέτης που στο προσωπικό πηλίκο αγάπης εμφανίζεται διαρκώς ένα τεράστιο μηδενικό, στον ύστερο απολογισμό της ζωής του.
Τα θέματα της μνήμης, της ενοχής και της εξιλέωσης διαπερνούν όλο το βιβλίο. Ποιο από αυτά αποτέλεσε τον πυρήνα της συγγραφικής σας πρόθεσης;
Η κεντρική ιδέα της συγγραφικής μου δημιουργίας ήταν ο προσωπικός απολογισμός ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του σε μια μεγάλη ιδέα. Τοποθετώντας τον ταυτόχρονα και στις δυο πλευρές, του πολιτικού θύματος και του κομματικού θύτη. Η τομή ανάμεσα στο χτες και το σήμερα του Γία είναι το εγκεφαλικό επεισόδιο. Είναι η στιγμή που καταρρέει η ηθελημένη αποσιώπηση μιας ζωής. Η μνήμη απελευθερώνεται και οι αφηγήσεις γεννούν ενοχές και ταυτόχρονα ανάγκη για εξιλέωση. Είναι η στιγμή που οι αργόσυρτες μέρες στο γηροκομείο αναγκάζουν τις ώρες της νύχτας να σμίγουν τα φρύδια και να συννεφιάζουν για να αντέξουν τόση έκθεση στο φως της μνήμης και της κρίσης του αναγνώστη. Γίνεται παράλληλα κι ο τόπος όπου τελικά γεννιέται το μεγαλείο της απολογίας και το αίτημα της συγχώρεσης απ’ αυτούς που τους σμπαράλιασε τη ζωή τους με τις προσωπικές του επιλογές, χωρίς να τους ρωτήσει.
Ως συγγραφέας που στέκεται «ανάμεσα στη μνήμη και τη νοσταλγία», τι ελπίζετε να κουβαλήσει ο αναγνώστης κλείνοντας το Μαύρο γάλα της ήττας; Ένα ερώτημα, μια αίσθηση ή μια μορφή συμφιλίωσης;
«Αν το χρώμα της λύπης είναι η σιωπή», όπως λέει κάπου ο ποιητής Κώστας Παπαγεωργίου, εύχομαι ο αναγνώστης μου να δει το μαύρο της ενοχής να αθωώνεται μες στη λευκότητα της λύτρωσης που χαρίζει η απολογία και η συγχώρεση. Κι ας μείνει σε μένα τον γραφιά το βάρος να μοιράσω ακριβοδίκαια τα μεράδια της μνήμης και της νοσταλγίας για ζωή, στο τρίτο μέρος της τριλογίας μου, όταν πια και οι τρεις νεκροί, η Δασιά, ο Γίας και η σφαγμένη από τη μάνα της κόρη τους, η Καρία, εικάζω πως θα συμφιλιωθούν μεταξύ τους αλλά και με τους εαυτούς τους. Κι αν καταφέρω να τους συμφιλιώσω, έστω κι αποθαμένους, κι ο αναγνώστης μπορέσει να εισπράξει κάτι απ’ αυτό το μεγαλείο της συμφιλίωσης, ατομικής και κοινωνικής, τότε η τριλογία μου θα έχει πετύχει περισσότερα απ’ όσα θα τολμούσα να προσδοκώ, όταν ξεκίνησα ετούτη τη συγγραφική περιπέτεια το μακρινό, πια, 2015.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου