Χριστίνα Τασκασαπίδου: "Το πιο απαιτητικό σημείο ήταν να βρω την ισορροπία ανάμεσα στη μαρτυρία και την ποιητικότητα".
Με την παράσταση «Μνήμες Γυναικών», η Χριστίνα Τασκασαπίδου φέρνει σε διάλογο τη μυθική Ιφιγένεια και τη σύγχρονη ποιήτρια Lydie Dattas, υφαίνοντας μια σκηνική εξομολόγηση για τη μνήμη, τον πόνο και τη γυναικεία φωνή που ζητά να ακουστεί. Με ποίηση, ζωντανή ερμηνεία και κινηματογραφική προβολή, η δημιουργός εξερευνά πώς η σιωπή μετατρέπεται σε λόγο και πώς οι προσωπικές ιστορίες γίνονται συλλογική εμπειρία. Με αφορμή την επιστροφή της παράστασης για δεύτερη σεζόν, συζητάμε μαζί της για τη μνήμη, τη γυναικεία ταυτότητα και τα μυστικά του έργου.
Η παράσταση συνδέει τη μυθική
Ιφιγένεια με τη Lydie Dattas, δύο γυναικείες φωνές από εντελώς διαφορετικούς
κόσμους. Ποια ήταν η στιγμή που συνειδητοποιήσατε ότι αυτές οι δύο ιστορίες
μπορούν να συνομιλήσουν επί σκηνής;
Η στιγμή της σύνδεσης γεννήθηκε
όταν αντιλήφθηκα ότι, πίσω από την Ιφιγένεια και πίσω από τη Lydie Dattas,
υπάρχει το ίδιο άφωνο αλλά επίμονο κοριτσιστικη φωνη , μια γυναικεία εμπειρία
που ζητάει να ακουστεί.
Τότε κατάλαβα ότι οι δύο ιστορίες
μπορούν να συνομιλήσουν.: Η μυθική φιγούρα δίνει βάθος και αρχέγονο βάρος στη
σύγχρονη ποιήτρια, ενώ η φωνή της Dattas φωτίζει τη διαχρονικότητα της
Ιφιγένειας ως γυναικείου συμβόλου που αρνείται να χαθεί μέσα στον μύθο της. Επί
σκηνής αυτές οι δύο σιωπές μπορούν να γίνουν ένας ενιαίος λόγος.
Οι «Μνήμες Γυναικών» μιλούν
για πόνο που γίνεται μνήμη και ύστερα ποίηση. Ποιο ήταν για εσάς το πιο
απαιτητικό σημείο στο να μετατρέψετε τόσο ευάλωτο υλικό σε θεατρική γλώσσα
χωρίς να χαθεί η αλήθεια του;
Το πιο απαιτητικό σημείο ήταν να
βρω την ισορροπία ανάμεσα στη μαρτυρία και την ποιητικότητα.
Αυτά τα κείμενα κουβαλουν μια ακατέργαστη αλήθεια∙ είναι λέξεις ειπωμένες συχνά
με ρήξη, σιωπές που πληγώνουν, στιγμές που δεν χωρούν εύκολα σε καμία
δραματουργική φόρμα.
Η δυσκολία δεν ήταν να «ομορφύνω»
το υλικό, αλλά να το προστατεύσω. Έπρεπε να βεβαιωθώ πως η θεατρική γλώσσα δεν
θα λειτουργούσε σαν φίλτρο που απαλύνει τον πόνο, αλλά σαν αγωγός που τον
μεταφέρει με σεβασμό.
Τελικα καραλαβα πως η
αλήθεια δεν χρειάζεται δραματουργικά τεχνάσματα—χρειάζεται χώρο. Έτσι, άφησα
την ποίηση να γεννηθεί όχι από την επέμβασή μου, αλλά από τις ιστορίες
των δύο αυτών κοριτσιών.
Η παράσταση παντρεύει ζωντανή
ερμηνεία, ποίηση και κινηματογραφική προβολή. Πώς δουλέψατε τη συνομιλία
θεάτρου και κινηματογράφου, ώστε η εικόνα να μην «σκεπάσει» τη σκηνή αλλά να
λειτουργήσει σαν προσευχή ή αντίλαλος των λέξεων;
Η συνομιλία θεάτρου και
κινηματογράφου χρειάζεται πολύ λεπτή ισορροπία, γιατί η προβολή έχει πάντα την
τάση να «κερδίζει» το βλέμμα. Ο πιο ουσιαστικός τρόπος να μη σκεπάσει τη σκηνή
είναι να της δοθεί διαφορετικός ρόλος από αυτόν της δράσης — να γίνει κάτι σαν
αναπνοή, ανάμνηση ή ψίθυρος.
Στην δική μας παράσταση αυτό ήταν
το ζητούμενο!
Οι παιδικές αναμνήσεις και η
μητρική αγάπη εμφανίζονται ως θεμέλια της αφήγησης. Τι ανακαλύψατε για τη δική
σας σχέση με τη μνήμη κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της παράστασης;
Η μητρική αγάπη, ειδικά,
λειτούργησε σαν μια αθόρυβη πυξίδα. Με οδήγησε σε στρώματα μνήμης που είχα
σχεδόν ξεχάσει — όχι επειδή ήταν ασήμαντα, αλλά επειδή τα είχα προστατέψει μέσα
μου για χρόνια. Διέκρινα πόσο βαθιά έχει χαράξει το σώμα και τον τρόπο που
αφηγούμαι.
Σε αυτή τη διαδικασία κατάλαβα
ότι η σχέση μου με τη μνήμη είναι σχέση διαλόγου: όσο της δίνω χώρο, τόσο μου
αποκαλύπτει ότι ο πυρήνας της ταυτότητάς μου φτιάχτηκε από μικρές, τρυφερές
στιγμές που τότε φάνταζαν απλές, αλλά τελικά έγιναν το θεμέλιο απ’ όπου ξεκινώ
ακόμη και σήμερα.
Η Ιφιγένεια του Ρίτσου φέρει
τη φωνή ενός θύματος που διεκδικεί την ταυτότητά του. Πώς προσεγγίσατε αυτή τη
διάσταση στη σκηνή, ειδικά σε μια εποχή όπου οι γυναίκες αναζητούν και απαιτούν
να ακουστούν;
Προσέγγισα την Ιφιγένεια όχι σαν
ένα μυθολογικό σύμβολο.Αλλα ενα ως ενα απλο κορίτσι που μας λέει την ιστορία
της.
Με ενδιέφερε να ακουστεί η
ανθρώπινη παλλόμενη φωνή ενός ανθρώπου που έχει πληγωθεί, αλλά δεν επιτρέπει
πια η πληγή να μιλά αντί για εκείνον.
Αυτή την ποιότητα αναζήτησα
— τη σιωπηλή, αλλά αδιαπραγμάτευτη απόφαση μιας γυναίκας να πει: «Αυτό είμαι.
Αυτό μου συνέβη. Και τώρα μιλώ εγώ».
Σε μια εποχή όπου οι γυναίκες
αγωνίζονται να ακουστούν πραγματικά, πέρα από κοινωνικούς θορύβους και
στερεότυπα.
Το «Βίωμα Καλοσύνης» της
Dattas, τόσο στο κείμενο όσο και στην ταινία, μιλά για μια παιδική πνευματική
εμπειρία. Πώς εισάγετε αυτό το μυστικιστικό στοιχείο χωρίς να χαθεί η γείωση
στην ανθρώπινη, ωμή πλευρά της μνήμης;
Προσπάθησα να προσεγγίσω το
μυστικιστικό στοιχείο όχι ως κάτι «υπερφυσικό», αλλά ως μια λεπτή μετατόπιση
της αντίληψης — όπως ακριβώς μπορεί να τη βιώσει ένα παιδί. Δεν ήθελα να
δημιουργήσω μια αίσθηση θαύματος που απομακρύνει τον θεατή από την πραγματικότητα·
αντίθετα, επιδίωξα να δείξω πως η πνευματικότητα συχνά γεννιέται μέσα από κάτι
βαθιά ανθρώπινο, σχεδόν ωμό.
Η παράσταση επιστρέφει για
δεύτερη σεζόν. Ποια ήταν η πιο συγκινητική ή απρόσμενη αντίδραση θεατή που σας
επιβεβαίωσε ότι αυτό το έργο έχει ακόμη δρόμο μπροστά του;
)...Η πιο συγκινητική αντίδραση
ήταν από μια κυρία που με πλησίασε μετά την παράσταση και μου είπε: «Σήμερα
θυμήθηκα κάτι που είχα θάψει — Δεν μου εξήγησε τι ακριβώς ήταν· δεν
χρειάστηκε. Το βλέμμα της αρκούσε για να καταλάβω ότι η παράσταση είχε αγγίξει
έναν χώρο μέσα της.
Αυτή η στιγμή μού επιβεβαίωσε ότι
το έργο συνεχίζει να έχει λόγο ύπαρξης: γιατί δεν προσφέρει απλώς μια ιστορία,
αλλά έναν καθρέφτη όπου ο καθένας μπορεί, αν το θελήσει, να δει μια δική του
μνήμη πιο καθαρά — . Όσο υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν ότι κάτι μέσα τους
μετακινείται μετά την παράσταση, σημαίνει πως το ταξίδι δεν έχει τελειώσει.
Αν ο θεατής έπρεπε να κρατήσει
μόνο μία εικόνα ή μία φράση από το ταξίδι των «Μνημών Γυναικών», ποια θα θέλατε
να είναι; Τι ελπίζετε να μείνει μέσα του όταν σβήσουν τα φώτα;
Θα ήθελα ο θεατής να κρατήσει την
εικόνα μιας γυναίκας που στέκεται στο κέντρο της σκηνής με απόλυτη απλότητα —
χωρίς προστασίες, χωρίς ρόλο, σχεδόν γυμνή από αφήγημα — και απλώς αναπνέει την
αλήθεια της. Μια στιγμή όπου η μνήμη, ο πόνος και η τρυφερότητα συνυπάρχουν
χωρίς να αλληλοαναιρούνται.
Και αν έπρεπε να μείνει μόνο μία
φράση, θα ήθελα να είναι:
«Η μνήμη δεν είναι βάρος∙ είναι ο τρόπος που ξαναβρίσκω τον εαυτό μου.»
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου