Βέρα Φραντζή: "Δεν θεωρώ πως η κρίση γέννησε νέα εργασιακά ήθη, απλώς έδωσε το πάτημα για να αποκαλύψει αυτά που ήδη υπήρχαν και να τα νομιμοποιήσει".
Στο μυθιστόρημά της Η Πωλήτρια, η Βέρα Φραντζή καταδύεται στον σκληρό αστικό κόσμο της Αθήνας της κρίσης, φωτίζοντας αθέατες ζωές, καθημερινούς ανθρώπους και τις ρωγμές μιας κοινωνίας που παλεύει να σταθεί όρθια. Με γλώσσα άμεση και βαθιά συναισθηματική, η συγγραφέας παρακολουθεί μια ηρωίδα που έρχεται αντιμέτωπη με εργασιακή βία, κοινωνικές προκαταλήψεις και την αναζήτηση της προσωπικής της ελευθερίας. Μιλήσαμε με τη Βέρα Φραντζή για την περίοδο του 2009, την αθέατη πραγματικότητα των εργαζομένων, τη σημασία της ορατότητας στη λογοτεχνία και τη σκοτεινή γοητεία της Αθήνας που καίγεται, αλλά εξακολουθεί να λάμπει.
Η οικονομική κρίση του 2009 λειτουργεί στο βιβλίο σαν ένας αόρατος μηχανισμός που συνθλίβει ανθρώπους. Πώς επηρέασε τη δική σας γραφή; Γράφατε για μια εποχή ή ξαναγράφατε τις μνήμες ενός τραύματος;
Το 2009 επηρέασε βαθιά τον τρόπο
σκέψης μου και την γραφή μου. Δεν ήταν, απλώς, μια δύσκολη οικονομική κατάσταση,
αλλά ένα ολόκληρο μαύρο σύννεφο που στάθηκε πάνω από ολόκληρη την
καθημερινότητά μιας κοινωνίας και χώρας. Ειδικά για τη δική μου γενιά, που
ξεκινούσε την εργασιακή της πορεία μέσα σε αυτό το σκοτεινό πλαίσιο χωρίς να
διαφαίνεται κάποια σανίδα σωτηρίας, ήταν σαν ένας πέλεκυς που έκοψε στα δυο τη
ζωή, χώρισε το πριν και το μετά από αυτό.
Έτσι, η γραφή μου έγινε και αυτή με
τη σειρά της απαισιόδοξη και προσπαθούσα να τραβήξω με νύχια και με δόντια μια
μικρή ελπίδα. Τελικά, η ανάγκη για ζωή είναι τόσο ισχυρή, που δεν μπορεί να
καταπατηθεί από τις εξωτερικές δυνάμεις και ένα φως, έστω και μικρό, θα λάμψει.
Ακόμη και αυτό το μικρό φως δεν είναι ασήμαντο, όπως ακριβώς ένα αστέρι σε έναν
θεοσκότεινο ουρανό. Το κοιτάς και το θαυμάζεις. Έτσι είναι αυτή η μικρή ελπίδα.
Το αστεράκι αυτό.
Το τραύμα, βέβαια, δεν ξεπερνιέται
τόσο εύκολα, όταν κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό στη ζωή του ατόμου αλλά και της
κυριότερης μερίδας των ανθρώπων. Το βιώνεις ξανά και ξανά σε κάθε
στραβοτιμονιά. Οπότε, σε καμία περίπτωση δεν θα έλεγα πως έγραψα για μια εποχή
αποστασιοποιημένα, αλλά σαν να τη ζούσα ίσως και με μεγαλύτερη ένταση από την
διήγηση ενός περασμένου τραύματος.
Η ηρωίδα σας
βιώνει τη βία ενός εργασιακού περιβάλλοντος που αντιμετωπίζει τον εργαζόμενο ως
αναλώσιμο. Θεωρείτε ότι η κρίση γέννησε νέα εργασιακά ήθη ή απλώς αποκάλυψε
αυτά που πάντα υπήρχαν;
Δυστυχώς, τα εργασιακά ήθη σε μια
χώρα σαν τη δική μας είναι μια πληγή ανοιχτή χωρίς γιατρειά. Δεν θεωρώ πως η
κρίση γέννησε νέα εργασιακά ήθη, απλώς έδωσε το πάτημα για να αποκαλύψει αυτά
που ήδη υπήρχαν και να τα νομιμοποιήσει.
Η κρίση βοήθησε στην καλλιέργεια του
φόβου του εργαζόμενου, την ενίσχυση του ισχυρού, του εργοδότη, του αφεντικού.
Όποιο εργασιακό τέρας υπήρχε, από τον υπεύθυνο σε ένα μικρό κατάστημα μέχρι τον
μεγαλύτερο CEO, το παρότρυνε να μετατραπεί σε σατράπη για χάρη της επιβίωσης
της επιχείρησής του μέσα στο ζοφερό πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και αυτός
υποχείριο συνήθως κάποιου ανώτερου σε έναν κύκλο βίας.
Αν κάποιος “είχε σηκώσει κεφάλι” από
τους εργαζόμενους, του το έκοψε η εποχή, γκιλοτίνα.
Προσωπικά, παρακολούθησα
τερατουργήματα, “εγκλήματα” κατά των εργαζομένων εκείνη την εποχή, που ειδικά
σε συνάρτηση με την προηγούμενη εποχή, φούσκα ευημερίας, δημιούργησε ένα πεδίο
μάχης με σφαγιασμένους εργαζόμενους. Ειδικά εμείς οι millennials θεωρώ ότι
είμαστε βιασμένοι εργασιακά και αυτά δεν τα λύνει η ψυχοθεραπεία.
Πιστέψαμε στις σπουδές και σε ένα
καλύτερο μέλλον και βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τη σήψη, την υποτίμηση, τον
κομπλεξισμό της προηγούμενης γενιάς που έχανε αυτά για τα οποία είχε δουλέψει
τα περασμένα χρόνια, ενώ η ανάγκη για εργασιακή επιτυχία των νέων γέννησε
σκληρούς ανθρώπους χωρίς κανένα ήθος στο βωμό μιας ανέλιξης χωρίς τελικά
οικονομικό αντίκρυσμα. Μια ζούγκλα.
Το φύλο, η
σεξουαλικότητα και η ρευστή ταυτότητα της ηρωίδας πυροδοτούν αντιδράσεις γύρω
της. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο: η κοινωνική σύγκρουση ή η εσωτερική της
απελευθέρωση;
Για μένα το βασικό ζήτημα του
βιβλίου είναι η ατομική ελευθερία. Η ατομική ελευθερία είναι βέβαια απόρροια
της κοινωνικής ελευθερίας. Τα δύο αυτά στοιχεία, η εσωτερική απελευθέρωση που
“εξωτερικεύεται” και η κοινωνική σύγκρουση, είναι αλληλένδετα στοιχεία.
Το ζήτημα της χειραφέτησης είναι,
άλλωστε, πάντα επίκαιρο. Και εδώ έχουμε τη διαδικασία των εσωτερικών μηχανισμών
που οδηγούν σε μάχες με τον κοινωνικό περίγυρο και αφορούν τον ερωτικό
προσανατολισμό, τη θέση του γυναικείου φύλου και τον αυτοπροσδιορισμό.
Συγχρόνως, όμως, έχουμε και την ελευθερία από τα εργασιακά δεσμά. Υπάρχει και
εδώ μια σύνδεση όλων αυτών των στοιχείων που μου φτιάχνει μια βόμβα καταπίεσης.
Το βιβλίο
μοιάζει να ρίχνει φως σε «αόρατους» ανθρώπους-εργαζόμενους, μικροαστικά σπίτια,
ζωές που δεν βλέπουμε. Τι σημαίνει για εσάς η λογοτεχνία ως πράξη ορατότητας;
Η συγγραφή είναι μια πράξη
παρατήρησης και το διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων μια πράξη ορατότητας, όπως
εύστοχα το θέσατε.
Εμείς, οι περισσότεροι άνθρωποι,
είμαστε θολοί, κομπάρσοι στο μεγαλύτερο ποσοστό της λογοτεχνικής παραγωγής πια.
Εμείς, οι συνηθισμένοι, οι απλοί και καθημερινοί, ο γείτονας, η μαμά μας, ο
περιπτεράς και η φουρνάρισσα, ο ταξιτζής και η διανομέας, απουσιάζουν από τις
σελίδες των βιβλίων και αυτό το έχω πάρει προσωπικά. Με πληγώνει, με
χαστουκίζει ακόμη πιο βάναυσα για αυτό που είμαι και για αυτό που δεν είμαι. Με
ξενίζει που ο κόσμος μου και ο κόσμος των περισσότερων είναι μια εικόνα
αδιάφορη που δεν αποτελεί κοινό τόπο για τη λογοτεχνία.
Όλη η ζωή, η μυθοπλασία και ο
ρεαλισμός συγχρόνως, οι αισθήσεις και η νόηση, τα άρρητα και τα
επαναλαμβανόμενα, όλα αυτά, λοιπόν, τα οποία είναι τόσο βαθιά επιδραστικά,
μπορεί να αποτελέσουν τη σπουδαιότερη πηγή έμπνευσης. Άλλωστε, πέρα από τα
πλαίσια του πολιτιστικού πολυμερισμού, γιατί να θεωρούμε ότι δεν είναι ίσος
ένας ήρωας βιβλίου που μένει στο Περιστέρι και δουλεύει σερβιτόρος σε καφετέρια
με έναν ήρωα φανταστικό που πετάει κάθε δεκατρείς του μήνα με πανσέληνο πάνω
από τη Γη; Είναι ίσοι δικαιωματικά και στις σελίδες των βιβλίων και στη
συγκίνηση, για να το θέσω και πιο χιουμοριστικά.
Η γραφή της ηρωίδας γίνεται καταφύγιο και αντίσταση. Πόσο κοντά βρίσκεται
αυτό το στοιχείο στη δική σας προσωπική σχέση με τη γραφή; Σώζει τελικά η
γραφή;
Η γραφή δεν σώζει, η επαφή όμως με
τη λογοτεχνία και το διάβασμα σίγουρα σώζει. Είναι ένα αποκούμπι, ένα
καταφύγιο, μια αγκαλιά το να είσαι αναγνώστης. Πραγματικά, δεν μπορώ να
φανταστώ αν δεν χάνεσαι μέσα στις ιστορίες των άλλων, πώς μπορείς να επιβιώσεις
μόνο με τις δικές σου ιστορίες να στριφογυρνάνε στο μυαλό σου όλη μέρα. Και
έχει διαφορετικό βάθος για το μυαλό και το σώμα του ανθρώπου ο τρόπος που
εισχωρείς μέσα σε έναν κόσμο όταν διαβάζεις, σε σχέση με μια ταινία, μια
μουσική σύνθεση ή ακόμη έναν πίνακα. Τουλάχιστον, για εμένα. Θα πω, λοιπόν, πως
η τέχνη σώζει τους “δέκτες των θαυμάτων της”.
Η γραφή και κάθε μορφή “ποιείν
τέχνη” είναι μάλλον το αντίθετο του καταφυγίου. Είναι μια διαδικασία κοπιώδης,
που κυριαρχεί πάνω σου. Είναι μια σακούλα που σφίγγει το κεφάλι σου και δεν
μπορείς να αναπνεύσεις. Για να πάρεις ανάσα πρέπει να ελευθερωθείς γράφοντας.
Αντίσταση είναι. Αντίσταση στον
υπερκαταναλωτισμό, στην υπερέκθεση της ιδιωτικής ζωής, στην κυριαρχία του εγώ
πάνω από τους άλλους.
Η Αθήνα στο
βιβλίο είναι σχεδόν ένας ζωντανός οργανισμός, μια πόλη που «καίγεται». Πώς
δουλέψατε αυτή τη σκοτεινή αστική τοιχογραφία; Τι θέλατε να μείνει στον
αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο;
Η πόλη της Αθήνας ζει μαζί με την
πωλήτρια. Δυο ζωντανοί οργανισμοί σε απόλυτη αλληλεπίδραση. Κανείς δεν μπορεί
να υπάρξει χωρίς τον άλλον. Η πόλη είναι σκοτεινή εξαιτίας των ανθρώπων της και
οι άνθρωποι σκληροί εξαιτίας της σκληρότητας της πόλης.
Δεν είμαι ζωγράφος ούτε γλύπτης,
αλλά προσεγγίζω την πόλη σαν ένα έργο τέχνης πλαστικό, σαν ένα θεατρικό έργο
που δεν ρίχνει ποτέ αυλαία. Και για να δεις την πόλη, πρέπει να την
περπατήσεις. Να χαθείς στους δρόμους της, να περιπλανηθείς. Ένας ζωγράφος
τοποθετεί το αντικείμενο που τον εμπνέει απέναντί του και αρχίζει να το
παρατηρεί από κάθε πλευρά. Έκανα το ίδιο παρατηρώντας την πόλη από κάθε δρόμο
και ύψωμα. Κάθισα σε παγκάκια, κατέβηκα σε σταθμούς του μετρό και του τρένου.
Έζησα τους ανθρώπους της. Βρισκόμουν παράλληλα σε όλα αυτά και μέσα τους.
Όταν κλείσει το βιβλίο ο αναγνώστης, θέλω να έχει συγκινηθεί. Αυτό μόνο. Ούτε μαθήματα θέλω να του κάνω, ούτε συμβουλές να του δώσω. Μόνο να αισθανθεί, ό,τι κι αν είναι αυτό. Ζούμε σε περίοδο ξηρασίας συναισθημάτων, όχι εξαιτίας αυστηρότητας του ακαδημαϊσμού των επιστημών, αλλά γιατί τρέχουμε πίσω από την εκπλήρωση επιθυμιών, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις ανάγκες. Οπότε, ας αισθανθεί. Αυτό μόνο.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου