Μπαρμπαγιάννης Χριστόφορος: "Η ανθρώπινη γελοιότητα έχει κάτι το αφοπλιστικό: ενώ είναι βαθιά τραγική, ταυτόχρονα είναι και ξεκαρδιστική".
Στο Miroλατρες, η μοίρα, η τύχη και η ανθρώπινη γελοιότητα συναντιούνται σε μια παράσταση που ισορροπεί ανάμεσα στο σουρεαλιστικό χιούμορ και τη βαθύτερη αλήθεια. Ο Χριστόφορος Μπαρμπαγιάννης μιλά για την πρόκληση της ενσάρκωσης ενός χαρακτήρα γεμάτου σιγουριά αλλά κρυμμένη ανασφάλεια, για την ισορροπία ανάμεσα στο σχέδιο και την έκπληξη στη ζωή και την τέχνη, και για το πώς η ανθρώπινη αλήθεια συχνά φωτίζεται μέσα από τη γελοιότητα. Μέσα από την παράσταση, ο θεατής καλείται να γελάσει, να αναγνωρίσει τις δικές του αμφιβολίες και να δει τη ζωή με λίγο περισσότερη ειλικρίνεια και συγχώρεση.
Στο έργο συναντάμε έναν μαθηματικό της μοίρας, έναν μεσίτη εξωγήινων, μια γκαλερίστα των Ολύμπιων Θεών και ένα golden boy του Πούτιν. Ποιο από αυτά τα “ακραία” προφίλ σας προκάλεσε τη μεγαλύτερη πρόκληση και γιατί;
«Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα γιατί ήταν ο ρόλος με τον
οποίο είχα να αναμετρηθω ήταν του golden boy. Φαινομενικά, είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος σιγουριά,
επιτυχία και γοητεία, αλλά πίσω από αυτή την επιφάνεια κρύβεται ένας κόσμος
ανασφάλειας, φιλοδοξίας και πίεσης να ανταποκριθεί στις προσδοκίες και στις
επιθυμίες του προσπαθώντας να το καταφέρει με κάθε τρόπο σπάζοντας ακόμα τον
οποιοδήποτε ηθικό φραγμό θα τον εμπόδιζε να τα καταφέρει .Το δύσκολο ήταν να
βρω την ισορροπία ανάμεσα στη γοητεία και την ευαλωτότητα, να μην μείνει
καρικατούρα, αλλά να δείξω ότι ακόμη και οι πιο “τέλειοι” άνθρωποι έχουν
αμφιβολίες και συγκρούσεις. Μέσα από αυτόν τον ρόλο ανακάλυψα πώς η επιτυχία
και η εικόνα μπορούν να είναι παγίδες και πώς η αλήθεια κρύβεται συχνά πίσω από
τη λάμψη.»
Η παράσταση
μιλάει για τη μοίρα, την ελεύθερη βούληση και την ανάγκη μας να “εξηγήσουμε” το
χάος. Εσείς προσωπικά πώς στέκεστε απέναντι σε αυτά τα θέματα; Είστε άνθρωπος
του «σχεδίου» ή των εκπλήξεων;
«Νομίζω πως όλοι κουβαλάμε μέσα μας μια αντίφαση: από τη
μία θέλουμε να νιώθουμε ότι ορίζουμε τη ζωή μας κι από την άλλη ξέρουμε ότι
υπάρχει πάντα ένα κομμάτι χάους που δεν τιθασεύεται. Προσωπικά, με γοητεύει
αυτή η σύγκρουση. Πιστεύω στην ελεύθερη βούληση —στο ότι οι επιλογές μας μάς διαμορφώνουν—
αλλά αναγνωρίζω και τον ρόλο της τύχης, των στιγμών που δεν περιμέναμε και
τελικά μας άλλαξαν. Στη δουλειά μου αλλά και στη ζωή, προσπαθώ να έχω ένα
“σχέδιο”, γιατί με βοηθά να πατάω κάπου. Αλλά αφήνω πάντα ανοιχτή την πόρτα για
τις εκπλήξεις. Συχνά εκεί κρύβονται οι πιο ουσιαστικές εμπειρίες. Οπότε… ας
πούμε ότι είμαι ένας άνθρωπος που φτιάχνει σχέδιο αλλά δεν φοβάται να το σκίσει
όταν η ζωή του φέρει κάτι πιο ενδιαφέρον.»
Το κείμενο
έχει σατιρικό και κοινωνικό υπόβαθρο, αλλά ταυτόχρονα κουβαλά μια παιδική,
σχεδόν αθώα ματιά πάνω στην ανθρώπινη γελοιότητα. Πώς βρήκατε την ισορροπία
ανάμεσα στο χιούμορ και στη βαθύτερη αλήθεια της ιστορίας;
«Η ανθρώπινη γελοιότητα έχει κάτι το αφοπλιστικό: ενώ
είναι βαθιά τραγική, ταυτόχρονα είναι και ξεκαρδιστική. Η ισορροπία ανάμεσα στο
χιούμορ και στην αλήθεια δεν είναι κάτι που ‘φτιάχνεις’ με το χέρι· περισσότερο
την ανακαλύπτεις. Προσπάθησα να πλησιάσω τον χαρακτήρα με μια παιδική
περιέργεια, χωρίς κυνισμό. Όταν τους βλέπεις έτσι, σαν να προσπαθούν με τον
δικό τους αδέξιο τρόπο να καταλάβουν τον κόσμο, το γέλιο βγαίνει μόνο του —
αλλά μαζί βγαίνει και η ευαλωτότητά τους.Για μένα, το χιούμορ δεν ακυρώνει τη
βαθύτερη αλήθεια· την φωτίζει. Κι έτσι, αφήνεις το κοινό να γελάσει, αλλά και
να αναγνωρίσει κάτι δικό του μέσα σε αυτήν την “αθώα” τρέλα.»
Στην εποχή της
κρίσης, οι ήρωες του έργου σκαρφίζονται λύσεις που αγγίζουν τα όρια του
σουρεαλισμού. Πόσο κοντά ή πόσο μακριά, πιστεύετε ότι βρίσκεται αυτό το χιούμορ
από τη δική μας καθημερινότητα;
«Νομίζω ότι το σουρεαλιστικό χιούμορ του έργου δεν είναι
καθόλου μακριά από την καθημερινότητά μας—ίσως μάλιστα να είναι η πιο
ειλικρινής της αντανάκλαση. Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε κρίση, συχνά
εφευρίσκουν λύσεις παράλογες, αδέξιες, υπερβολικές· όμως πίσω από αυτή την
“τρέλα” κρύβεται μια βαθιά ανάγκη να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε, να μη
χάσουμε τον εαυτό μας.Το έργο απλώς διογκώνει αυτό που ήδη ζούμε: το ότι
μερικές φορές η πραγματικότητα γίνεται τόσο παράλογη, που μόνο με χιούμορ
μπορούμε να την αντέξουμε. Άρα, για μένα, το σουρεαλιστικό στοιχείο δεν είναι
απόδραση από την πραγματικότητα — είναι ο τρόπος μας να την αντιμετωπίσουμε.»
Ο πίνακας του Miró λειτουργεί
ως καταλύτης που ενώνει τέσσερις ανθρώπους που δεν θα συναντιούνταν ποτέ.
Υπάρχει κάτι αντίστοιχα “απρόσμενο” στη δική σας ζωή ή καριέρα που λειτούργησε
με τέτοιο καθοριστικό τρόπο;
«Νομίζω ότι όλοι έχουμε έναν “πίνακα Miró” στη ζωή μας — κάτι που εμφανίζεται απρόσμενα και
αλλάζει την πορεία μας χωρίς να το έχουμε προβλέψει. Για μένα, ήταν μια στιγμή
σχεδόν τυχαία: μια ακρόαση στην οποία πήγα χωρίς προσδοκίες, σχεδόν από
περιέργεια. Δεν είχα προετοιμαστεί με την “ιεροτελεστία” που συνήθως έχω· απλώς
πήγα. Κι όμως, από εκεί προέκυψε μια συνεργασία που με σημάδεψε, με έμαθε να
εμπιστεύομαι περισσότερο τον εαυτό μου και άνοιξε δρόμους που δεν θα τολμούσα
να φανταστώ.Αυτό μου θυμίζει ότι η ζωή δεν ακολουθεί πάντα τη λογική μας.
Μερικές φορές το πιο καθοριστικό πράγμα είναι κάτι που περνάει δίπλα σου
αθόρυβα, μέχρι να συνειδητοποιήσεις πόσο σε μετέφερε αλλού. Και ίσως γι’ αυτό
με συγκινεί τόσο η ιδέα του έργου: ότι η τέχνη —ή η τύχη— μπορεί να ενώσει
διαδρομές που δεν θα συνέπιπταν ποτέ.
Η σκηνοθέτις
Φωτεινή Τσακίρη μιλάει για την ανάγκη να κατασκευάζουμε αλήθειες για να
νιώσουμε ασφαλείς. Στη δική σας πορεία ως καλλιτέχνης, ποιες “αλήθειες”
αναγκαστήκατε να γκρεμίσετε και ποιες χτίσατε από την αρχή;
«Στην πορεία μου συνειδητοποίησα ότι πολλές από τις “αλήθειες” που κουβαλούσα δεν ήταν πραγματικά δικές μου — ήταν φόβοι, προσδοκίες άλλων, κανόνες που νόμιζα ότι πρέπει να ακολουθώ. Μία από τις πρώτες αλήθειες που χρειάστηκε να γκρεμίσω ήταν ότι ο καλλιτέχνης πρέπει πάντα να είναι σίγουρος, ακλόνητος, έτοιμος να αποδεικνύει την αξία του. Με τα χρόνια κατάλαβα πως το πιο ουσιαστικό στοιχείο της δουλειάς μας είναι ακριβώς το αντίθετο: η αμφιβολία, η ευαλωτότητα, η δυνατότητα να μη γνωρίζεις και να ρισκάρεις παρ’ όλα αυτά. Από την άλλη, έχτισα μια νέα αλήθεια: ότι η ασφάλεια δεν έρχεται από την εικόνα που δείχνεις, αλλά από τη σχέση με την ομάδα, από τη δημιουργική εμπιστοσύνη, από το να επιτρέπεις στον εαυτό σου να εξελίσσεται. Ότι είναι εντάξει να αλλάζεις, να πέφτεις, να ξανασηκώνεσαι — και πως μέσα σε αυτή τη διαρκή ανακατασκευή κρύβεται και η χαρά της τέχνης. Ίσως, τελικά, ό,τι “αλήθεια” κι αν χτίζουμε, να είναι απλώς μια γέφυρα μέχρι την επόμενη. Και όσο πιο ειλικρινά τη χτίζουμε, τόσο πιο ασφαλείς νιώθουμε πάνω της. »
Το έργο
σατιρίζει την απάτη, αλλά αφήνει υπαινιγμούς πως η μεγαλύτερη απάτη είναι προς
τον εαυτό μας. Ποια στιγμή του ρόλου σας φωτίζει καλύτερα αυτή τη διάσταση και
πώς την προσεγγίσατε;
«Η στιγμή που με άγγιξε περισσότερο είναι όταν ο
χαρακτήρας μου προσπαθεί να πείσει τους άλλους για κάτι που ξέρει μέσα του ότι
δεν είναι αλήθεια. Είναι μια λεπτή, σχεδόν αθέατη στιγμή, αλλά εκεί φωτίζεται η
μεγαλύτερη απάτη: η απάτη στον ίδιο μας τον εαυτό. Για να την προσεγγίσω,
χρειάστηκε να μπω στη θέση του χαρακτήρα με ειλικρίνεια, να νιώσω τις
δικαιολογίες, τις αμφιβολίες, ακόμα και την ενοχή του. Δεν πρόκειται για θέατρο
του “έξω”, αλλά για εσωτερικό παιχνίδι. Κάθε μικρή χειρονομία, κάθε παύση, κάθε
βλέμμα προσπαθεί να δείξει ότι, όσο και αν γελάμε με την επιφάνεια της απάτης,
κάτω από αυτή υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορούμε να αποφύγουμε. »
Αν ο θεατής
έπρεπε να κρατήσει ένα μόνο μήνυμα από αυτή την κωμωδία, ποιο θα θέλατε να
είναι; Μια σκέψη, ένα συναίσθημα, μια μικρή αποκάλυψη που να τον ακολουθήσει
μετά την παράσταση;
«Θα ήθελα ο θεατής να φύγει με την αίσθηση ότι δεν
χρειάζεται να παίρνουμε τη ζωή τόσο σοβαρά, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίσει την
αλήθεια μέσα στη γελοιότητα. Να θυμάται ότι όλοι κάνουμε λάθη, όλοι προσπαθούμε
να βρούμε τον δρόμο μας, κι αυτό είναι εντάξει. Αν μπορέσει να γελάσει με τα
δικά του μικρά “ανομήματα” και να νιώσει λίγη συγχώρεση για τον εαυτό του και
τους γύρω του, τότε το έργο έκανε τη δουλειά του.»
Βλάρα Αλεξία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου