Μπέτυ Κακλαμανίδου: "Τα τελευταία χρόνια υπάρχει διεθνώς μια προσπάθεια επαναξιολόγησης γυναικών δημιουργών".
Η Μαρία Πλυτά ήταν η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτρια στον ελληνικό κινηματογράφο, δημιουργώντας ταινίες που τόλμησαν να θίξουν την έμφυλη βία, την κοινωνική πίεση και τη γυναικεία επιθυμία. Η Μπέτυ Κακλαμανίδου, μέσα από το πρόγραμμα Plyta’s Unknown Cinema και τον πρόσφατο συλλογικό τόμο που επιμελείται, αναδεικνύει το έργο της Πλυτά, τονίζοντας τη σημασία της έμφυλης ματιάς και της πρωτοποριακής της προσέγγισης. Ένα έργο που αξίζει να ξαναδούμε και να εκτιμήσουμε, σήμερα περισσότερο από ποτέ.
Η Μαρία Πλυτά υπήρξε η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτρια του ελληνικού κινηματογράφου, κι όμως χρειάστηκαν δεκαετίες για να αναγνωριστεί το έργο της. Γιατί πιστεύετε ότι η Ιστορία την αποσιώπησε;
Μπέτυ: Η απάντηση ήταν ήδη καταγεγραμμένη πριν ξεκινήσω τη
δική μου έρευνα.
Ο καθηγητής Βρασίδας Καραλής, στο βιβλίο του για τον ελληνικό κινηματογράφο το
2012,
επισημαίνει ότι η Μαρία Πλυτά αποσιωπήθηκε απλώς και μόνο επειδή ήταν γυναίκα.
Η ιστοριογραφία, όπως δείχνει και η σύγχρονη φεμινιστική κριτική, πάσχει από
μια έμφυλη προκατάληψη. Στο
άρθρο μου που δημοσιεύεται στις αρχές Νοέμβρη στο ακαδημαϊκό
διαδικτυακό περιοδικό
Senses of Cinema, προσπαθώ να αποδείξω –μέσα από τη μελέτη των
ιστοριών του ελληνικού κινηματογράφου– πώς αυτή η προκατάληψη οδήγησε στη σιωπή
γύρω από το έργο της Πλυτά. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια υπάρχει διεθνώς μια
προσπάθεια επαναξιολόγησης γυναικών δημιουργών. Ο δικός μας στόχος, μέσα από το
ερευνητικό πρόγραμμα του ΕΛΙΔΕΚ, Plyta’s Uknown Cinema (PUC) είναι να αποκαταστήσουμε
τη Μαρία Πλυτά και να την εντάξουμε στον Κανόνα της ιστορίας του ελληνικού
κινηματογράφου στη θέση που της αξίζει. Τίποτα περισσότερο και
τίποτα λιγότερο.
Ο συλλογικός τόμος που
επιμελείστε αποτελεί την πρώτη συστηματική απόπειρα να φωτιστεί το έργο της.
Πώς διαμορφώθηκε η ιδέα και ποιο ήταν το προσωπικό σας κίνητρο να ασχοληθείτε
με την Πλυτά;
Μπέτυ: Έχω να ευχαριστήσω την
πανδημία γι’ αυτό - όσο κι αν ακούγεται παράξενο. Εκείνη την περίοδο διηύθυνα
το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του τμήματός μου και, ειλικρινά, δεν ήξερα σχεδόν
τίποτα για τη Μαρία Πλυτά. Έτσι, οργάνωσα μια μικρή ομάδα νέων παιδιών και τους
πρότεινα, αφού είχαμε λίγο περισσότερο χρόνο, να ξεκινήσουμε μια έρευνα για την
πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτρια, για την οποία δεν έβρισκα σχεδόν καθόλου
βιβλιογραφία και ελαχιστα βιογραφικά στοιχεία. Θεωρούσα εξαιρετικά άδικη τη
μεταχείριση μιας δημιουργού, που είχε στο ενεργητικό της δεκαεπτά ταινίες, από
την Ιστορία. Άλλωστε, το έργο μου ως τότε είχε σχεδόν πάντα να κάνει με την
αναπαράσταση των έμφυλων ρόλων. Ένα σημαντικό δημόσιο αποτύπωμα αυτής της πρώτης
προσπάθειας ήρθε τον Νοέμβριο του 2022, με μια ημερίδα που συνδιοργανώσαμε με
το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και την προβολή δύο ταινιών της Πλυτά. Από
εκεί και πέρα, το έργο πήρε ζωή από μόνο του και με παρέσυρε: στην πρόταση για
το ΕΛΙΔΕΚ και τη χρηματοδότηση του PUC από τον Ιούνιο του 2025,
στον συλλογικό τόμο που εκδόθηκε πρόσφατα, και τώρα στην ψηφιακή αποκατάσταση
της Εύας. Είμαι σίγουρη ότι η Πλυτά και το έργο της θα με συνοδεύουν
μέχρι τη συνταξιοδότησή μου στα 67, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο! Αν
και, για να είμαι ειλικρινής, έχω την αίσθηση ότι θα διαρκέσει ακόμη
περισσότερο.
Στο βιβλίο μιλάτε για μια
“πρόωρη φεμινιστική φωνή” μέσα σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο. Με ποιον τρόπο το
έργο της Πλυτά αμφισβήτησε τις έμφυλες και ειδολογικές νόρμες της εποχής της;
Μπέτυ: Ωραία ερώτηση· θα μπορούσα να σας μιλάω
για ώρες! Καταρχάς,
ήδη από την πρώτη της ταινία, η Πλυτά αγγίζει ζητήματα έμφυλης βίας. Δίνει φωνή
σε μια ψυχοκόρη, που μιλάει για το δράμα της, τη σεξουαλική κακοποίηση
που υπέστη από τον υποτιθέμενο θετό της πατέρα και τα δύο παιδιά που γεννήθηκαν
από τους βιασμούς, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να μεγαλώσει. Στη Λύκαινα (1951), η ηρωίδα της
αψηφά κάθε πατριαρχικό και κοινωνικό κανόνα της εποχής και λειτουργεί με βάση
τη δική της επιθυμία. Και
στην Εύα (1953), η
Πλυτά παρουσιάζει
μια πρωτοποριακή για την εποχή ματιά πάνω στον θεσμό του γάμου, ως μια κοινωνική σύμβαση
που μπορεί να φυλακίσει δύο ανθρώπους. Η πρωταγωνίστρια, μια παντρεμένη
γυναίκα, αποκτά εραστή απλώς επειδή το θέλει· χωρίς να υπολογίζει τον κοινωνικό
περίγυρο ή τον ίδιο της τον σύζυγο. Αυτά είναι λίγα μόνο
παραδείγματα που δείχνουν πως, όταν πίσω από την κάμερα βρίσκεται μια γυναίκα
σκηνοθέτρια, το φιλμικό αποτέλεσμα είναι τις περισσότερες φορές πολύ διαφορετικό.
Οι ταινίες της Πλυτά συχνά
αναδεικνύουν τη γυναικεία εμπειρία μέσα σε συνθήκες κοινωνικής και ηθικής
πίεσης. Θα λέγατε πως η ματιά της συνδέεται με μια μορφή κοινωνικού ρεαλισμού ή
περισσότερο με μια εσωτερική, ψυχολογική αφήγηση;
Μπέτυ: Θα έλεγα ότι η ματιά της
Πλυτά κινείται μεταξύ κοινωνικού ρεαλισμού και αναπαράστασης του πολύπλοκου
γυναικείου ψυχισμού. Οι ταινίες της φωτίζουν τις κοινωνικές πιέσεις που βιώνουν
οι γυναίκες, αλλά πάντα μέσα από το συναίσθημα, το βλέμμα και τις εσωτερικές
τους συγκρούσεις. Δημιουργεί δηλαδή ρεαλισμό με ψυχή.
Η Πλυτά υπήρξε ενεργή σε
μια εποχή μεγάλων ιστορικών και κοινωνικών μεταβολών. Πώς το έργο της συνομιλεί
με τη μεταπολεμική Ελλάδα, την εθνική ταυτότητα και τη θέση της γυναίκας εκείνη
την περίοδο;
Μπέτυ: Η Πλυτά έζησε και
δημιούργησε σε μια εποχή ανασυγκρότησης και έντονων αντιθέσεων. Οι ταινίες της
συνομιλούν με εκείνη την πραγματικότητα, αποτυπώνοντας τη θέση της γυναίκας
ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα, ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «θέλω»
της Ελλάδας των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Μέσα από αυτόν τον διάλογο και
το γυναικείο βλέμμα πίσω από την κάμερα, η δημιουργός αναδεικνύει και μια
ευρύτερη αναζήτηση ταυτότητας, όχι μόνο γυναικείας, αλλά και εθνικής.
Ο τόμος συγκεντρώνει
δεκαεπτά διαφορετικές αναγνώσεις από επιστήμονες και δημιουργούς. Ποια ήταν η
μεγαλύτερη πρόκληση στο να διατηρηθεί η ενότητα ενός τόσο πολυφωνικού έργου;
Μπέτυ: Ο τόμος για τη Μαρία Πλυτά είναι ο έβδομος συλλογικός τόμος
που (συν)επιμελούμαι· οι προηγούμενοι έξι έχουν δημοσιευθεί στην
αγγλική γλώσσα. Από το 2011, που κυκλοφόρησε ο πρώτος, έχω αποκτήσει αρκετή
εμπειρία στη διαχείριση κεφαλαίων από διαφορετικές φωνές. Η μεγαλύτερη πρόκληση σε
αυτόν τον τόμο ήταν να δώσω χώρο και σε νέες ερευνήτριες και
ερευνητές να έχουν την πρώτη δημοσίευση, διατηρώντας ταυτόχρονα μια ενότητα ύφους και
θεματικής. Πέρασα πολλές ώρες διαβάζοντας, σχολιάζοντας και προσπαθώντας να
εξασφαλίσω τη συνοχή του έργου. Φυσικά, κάθε συλλογικός τόμος δίνει στην
αναγνώστρια τη δυνατότητα να διαβάσει τα κεφάλαια που ταιριάζουν
περισσότερο
στα ενδιαφέροντά της και να μην επιλέξει μια γραμμική ανάγνωση. Παρ’ όλα αυτά, χαίρομαι
ιδιαίτερα που ήδη έλαβα σχόλια από συναδέλφισσες και συναδέλφους που εντόπισαν
μια υφολογική και θεματική ενότητα στον τόμο. Κι αυτό είναι κάτι για το
οποίο είμαι πραγματικά περήφανη.
Ως ερευνήτρια του
κινηματογράφου, πώς αντιμετωπίζετε τη σχέση ανάμεσα στη θεωρία και το
συναίσθημα όταν μελετάτε ένα έργο όπως της Πλυτά, που έχει τόσο έντονο
βιωματικό αποτύπωμα;
Μπέτυ: Είναι
η πρώτη φορά που με ρωτούν κάτι τέτοιο. Ο συλλογικός αυτός τόμος
ανήκει στον χώρο των κινηματογραφικών σπουδών, που με τη σειρά τους αποτελούν
μέρος των ανθρωπιστικών επιστημών. Όπως έχω γράψει και αλλού, όσες είμαστε
κομμάτι των κινηματογραφικών σπουδών είμαστε τυχερές: έχουμε τη δυνατότητα να
μελετούμε επιστημονικά κάτι που αγαπάμε. Χρησιμοποιούμε θεωρίες και
μεθοδολογίες, αλλά πίσω από κάθε ανάλυση υπάρχει αναπόφευκτα και ένα προσωπικό
βλέμμα. Δεν υπάρχει «αντικειμενικό» κείμενο. Πάντα υπάρχει μια δόση
υποκειμενικότητας, γιατί γράφουμε μέσα από το πρίσμα των δικών μας πεποιθήσεων,
εμπειριών και θεωρητικών εργαλείων. Και, φυσικά, αυτό δεν
ισχύει μόνο για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Ακόμη και οι θετικές επιστήμες
έχουν δείξει ότι κάθε έργο, κάθε έρευνα, επηρεάζεται από το συγκείμενό της, δηλαδή τις ιστορικές και
κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει και σκέφτεται η ερευνήτρια ή ο
ερευνητής. Όπως, για παράδειγμα, ένας
αρχιτέκτονας του 12ου αιώνα δεν μπορεί να αγνοήσει τη γεωγραφία, την κοινωνική
του θέση ή τα γεγονότα της εποχής του. Θα δημιουργήσει ένα έργο πρωτότυπο,
βασισμένο σε επιστημονικά και αισθητικά δεδομένα, αλλά πάντοτε
εμποτισμένο από τη δική του κοσμοαντίληψη, από την ιδεολογία του, που
είναι άρρηκτα δεμένη με το συγκείμενό του.
Το ερευνητικό σας
πρόγραμμα “Plyta’s Unknown Cinema” επιχειρεί να χαρτογραφήσει τον άγνωστο
κινηματογράφο της. Ποιες πτυχές του έργου της θεωρείτε ακόμη ανεξερεύνητες ή
παρεξηγημένες;
Μπέτυ: Καταρχάς, το Plyta’s Unknown Cinema σηματοδοτεί την πρώτη συστηματική μελέτη που
αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο της Μαρίας Πλυτά. Ο συλλογικός τόμος που κυκλοφόρησε
πρόσφατα ξεκίνησε περίπου έναν χρόνο πριν από την πρόταση προς το ΕΛΙΔΕΚ και
αποτελεί το πρώτο απτό αποτέλεσμα της έρευνάς μου για τη
σκηνοθέτρια, που
ξεκίνησε το 2021. Μέχρι
τότε, η βιβλιογραφία για την Πλυτά ήταν ελάχιστη· ένα-δυο άρθρα και μερικές
σποραδικές αναφορές. Ουσιαστικά, η ζωή της, η καλλιτεχνική της πορεία, οι
ταινίες και το λογοτεχνικό της έργο παραμένουν ανεξερεύνητα. Με την ομάδα μου
επιχειρούμε να χαρτογραφήσουμε αυτό το έργο και να δημιουργήσουμε μια βάση για
τις επόμενες γενιές ερευνητριών και ερευνητών, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο
εξωτερικό.
Με άλλα λόγια, θεωρώ ολόκληρο το έργο της Πλυτά και ανεξερεύνητο
και παρεξηγημένο. Πολλά άτομα γνωρίζουν, ίσως, κάποιες από τις ταινίες
της, αλλά δεν γνωρίζουν πόσο πρωτοποριακή υπήρξε. Για παράδειγμα, στον Λουστράκο
(1962), με
τον μικρό Βασιλάκη Καΐλα, η Πλυτά τοποθετεί την κάμερα στο ύψος του παιδιού,
δίνοντάς του έτσι τον ρόλο του κεντρικού αφηγητή, μια οπτική που ελάχιστοι
σκηνοθέτες της εποχής θα υιοθετούσαν. Λίγες
και λίγοι
γνωρίζουν,
επίσης,
ότι γύρισε ένα από τα πρώτα ελληνικά μιούζικαλ, Ο Βαφτιστικός (1952), ή ότι η Εύα (1953) αποτελεί ένα
πρώιμο μοντερνιστικό αριστούργημα. Με το Ναυάγια της ζωής (1954) τόλμησε να
αναπαραστήσει τις σεξεργάτριες διαφορετικά, ενώ στον Ανήφορο (1964) κινηματογράφησε
μια απόπειρα βιασμού με τέτοιο ριζοσπαστικό τρόπο, ώστε ακόμη και σήμερα να θεωρείται πρωτοποριακός.
Η έρευνα αυτή δεν στοχεύει μόνο να «ανακαλύψει» ξανά τη Μαρία
Πλυτά, αλλά να τη συστήσει στο ελληνικό και ευρωπαϊκό κοινό ως μια δημιουργό
που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι τόσο της ελληνικής όσο και της ευρωπαϊκής
πολιτισμικής κληρονομιάς.
Αν ζούσε σήμερα η Μαρία
Πλυτά, πώς πιστεύετε ότι θα κινούνταν μέσα στον σύγχρονο κινηματογραφικό χώρο,
έναν χώρο που ακόμη παλεύει με ζητήματα ορατότητας και ισότητας;
Μπέτυ: Αν ζούσε σήμερα η Μαρία Πλυτά, πιστεύω πως θα δημιουργούσε
με την ίδια
τόλμη και ανεξαρτησία που είχε και τότε. Απλώς, σήμερα θα είχε στη
διάθεσή της περισσότερα μέσα για να εκφραστεί. Ήταν μια γυναίκα που δεν φοβόταν
να μιλήσει για όσα θεωρούνταν ταμπού: για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, την
έμφυλη βία,
την κοινωνική ανισότητα. Είμαι
σίγουρη πως, όπως τότε, έτσι και τώρα, θα προκαλούσε, θα συγκινούσε και θα μας
θύμιζε ότι η τέχνη του κινηματογράφου είναι, πάνω από όλα, ένας πολιτικός και
βαθιά ανθρώπινος χώρος.
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να
κρατήσει ο αναγνώστης μέσα από αυτόν τον τόμο, για τη Μαρία Πλυτά, αλλά και
για όλες τις γυναίκες δημιουργούς που έμειναν «πίσω από την κάμερα» της
Ιστορίας;
Μπέτυ: Άλλη μια ωραία ερώτηση. Καταρχάς, αυτό που θα ήθελα να κρατήσει
το αναγνωστικό κοινό από τον τόμο είναι ότι, όσο κι αν ακούγεται κλισέ, η πατριαρχία είναι μια
κατασκευή που έχει καταφέρει να αποκλείσει τις γυναίκες – ναι,
ακόμη και σήμερα.
Είναι μια
κατασκευή αιώνων, που έχει διαποτίσει (μιλώ πάντα για τον δυτικό
κόσμο, γιατί αυτόν μελετώ) όλο
το ιδεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και έμφυλο σύστημα μέσα στο
οποίο ζούμε. Ίσως
έχει έρθει η ώρα η καθεμία και ο καθένας μας να αρχίσουμε να το αναγνωρίζουμε
αυτό. Μόνο
μέσα από την ενσυναίσθηση, τον σεβασμό, την ανεκτικότητα, αλλά και τη
συνειδητοποίηση ότι κάποια πράγματα δεν γίνονται σωστά, και κυρίως μέσα από τη
διάθεση για αλλαγή, ξεκινώντας από τη δική μας στάση, μπορούμε να ελπίζουμε σε
ένα καλύτερο αύριο.
Δεύτερον, θα ήθελα οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες να
κρατήσουν ότι η Μαρία Πλυτά υπήρξε μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της.
Βλέποντας ξανά τις ταινίες της, είναι σχεδόν απίστευτο πώς αυτή η γυναίκα είχε
τόσο πρωτότυπες ιδέες, έγραφε σενάρια και δημιουργούσε τέτοια
αφηγήματα σε ένα αποκλειστικά πατριαρχικό κόσμο.
Και
κάτι τελευταίο: θα ήθελα να ενθαρρύνω το κοινό, πέρα από το διάβασμα του
βιβλίου, να δει ή να ξαναδεί τις ταινίες της Πλυτά. Να τις δει όμως λίγο
προσεκτικότερα, αναζητώντας
τα σημεία όπου η Πλυτά υπονομεύει τους πατριαρχικούς κανόνες, αλλά
καταφέρνει να ξεγελάσει και τη λογοκρισία της εποχής – ώστε να καταφέρει να
κινηματογραφήσει το όραμά της και να το φέρει στο ευρύ κοινό. Γιατί, αν και με
μια πρώτη ματιά, οι
ιστορίες κάποιων ταινιών της μπορεί να φαίνονται απλές, κάτω από την επιφάνεια
υπάρχουν νοήματα, υπαινιγμοί και ένα διακριτικό «κλείσιμο του ματιού», που
αποδεικνύει
πόσο τολμηρή και πρωτοπόρα δημιουργός υπήρξε.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου