Χρήστος Ντόβας: "Οι σιωπές είναι οι σκέψεις που δε λέγονται ποτέ, που δε φτάνουν ποτέ να γίνουν λέξεις".
Στο Purgatorio του Ariel Dorfman, ο Χρήστος Ντόβας βουτά σε έναν σκοτεινό, εξομολογητικό κόσμο όπου θύτης και θύμα μπλέκονται αδιάκριτα και η λύτρωση μοιάζει να περνά μέσα από την απογύμνωση του Εγώ. Συζητήσαμε μαζί του για τη σιωπή ως θεατρικό εργαλείο, τον εγκλεισμό ως ψυχικό τοπίο και για το αν υπάρχει τελικά «καθαρτήριο» στην ανθρώπινη ψυχή ή αν οι ιστορίες μας είναι τα γυμνά ονόματα που κουβαλάμε μέχρι τέλους.
Το Purgatorio του Ariel Dorfman είναι ένα έργο
βαθιά ψυχολογικό, σχεδόν εξομολογητικό. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε
περισσότερο στον ρόλο σας;
Για να είμαι ειλικρινής, αυτό που με οδήγησε να επιλέξω το συγκεκριμένο έργο ως την πρώτη μας παραγωγή ήταν ο ρόλος της ΓΥΝΑΙΚΑΣ. Η δική της ιστορία ήταν εκείνη που με μαγνήτισε και ένιωσα έκδηλη την ανάγκη να αρθρωθεί, να ακουστεί.
Όσον αφορά το δικό μου ρόλο, τον ΑΝΔΡΑ, βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το φύσει και θέσει του – το ότι επιλέγει να καταπνίξει το ποιος είναι πραγματικά και το τι πραγματικά θέλει, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον τυχοδιωκτισμό του και την εξάρτησή από την υστεροφημία. Είναι ίσως η πιο συγκινητική στιγμή του έργου όταν το προσωπείο του πια πέφτει και βλέπουμε τον καθαρό εαυτό.
Το έργο στήνει έναν διάλογο ανάμεσα στον θύτη και το
θύμα, ανάμεσα στη μνήμη και τη συγχώρεση. Εσείς, ως ηθοποιός, πώς
αντιμετωπίζετε αυτό το ηθικό βάρος επί σκηνής;
Τα όρια μεταξύ θύτη και θύματος είναι θολά στο PURGATORIO. Οι πράξεις των δύο χαρακτήρων ιδώνονται μέσα από τα τεράστια, μυθικά Εγώ τους. Είναι ανήμποροι να απαλλαχθούν από τον εαυτό τους, όσο κι αν τους στοιχειώνουν οι συνέπειες των επιλογών τους. Άλλωστε όλοι μας, ως ηθοποιοί στο έργο της ζωής μας, περνάμε κατά διαστήματα και από τις δύο αυτές θέσεις: είμαστε άλλοτε θύτες, άλλοτε θύματα. Ο ΑΝΔΡΑΣ και η ΓΥΝΑΙΚΑ δεν είναι παρά εκφάνσεις τον εαυτών μας σε υπερθετικό βαθμό ίσως, γιατί κάνουμε θέατρο – εμείς, ηθοποιοί πια επί σκηνής, απλώς τους δανείζουμε σώμα και φωνή για να μιλήσουν την ιστορία τους.
Ο Dorfman θέτει το ερώτημα αν η λύτρωση είναι εφικτή.
Εσείς πιστεύετε ότι υπάρχει «καθαρτήριο» στην ανθρώπινη ψυχή;
Ναι. Είναι η απαλλαγή από τον μέγα δυνάστη μας – το Εγώ.
Ο χώρος της παράστασης, λιτός και σχεδόν ασφυκτικός,
λειτουργεί σαν ψυχολογική φυλακή. Πώς σας επηρέασε αυτό σκηνικά και
ερμηνευτικά;
Σε πρώτο βαθμό μας εξυπηρέτησε. Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ έχει στοιχεία black box κι αυτό, ας είμαστε
ειλικρινής, εξυπηρετεί μικρές και ανεξάρτητες παραγωγές, όπως εμείς, που
ενστερνιζόμαστε εναλλακτικές και μινιμαλιστικές προσεγγίσεις.
Στην πορεία όμως κι όσο βυθιζόμασταν στον κόσμο του έργου νιώσαμε την
ανάγκη περαιτέρω απομόνωσης κι εγκλεισμού των δύο χαρακτήρων. Το πλαίσιο αυτής
της post mortem ύπαρξής τους είναι
ασφυκτικό, καθιστώντας ακόμα πιο επιτατική την ανάγκη της λύτρωσης.
Την ίδια στιγμή ο Άλλος - ο ανακριτής-θεραπευτής, μια μάσκα του ΑΝΔΡΑ και της ΓΥΝΑΙΚΑΣ, μια σύμβαση - μολονότι φαινομενικά ελεύθερος, παραμένει κι αυτός εγκλωβισμένος κι εξαρτώμενος από τον απέναντι.
Το έργο έχει μια έντονη θεατρική οικονομία, δύο
πρόσωπα, λίγα λόγια, πολύ σιωπή. Πώς δουλέψατε τη σιωπή ως μέρος της
υποκριτικής σας;
Οι σιωπές είναι οι σκέψεις που δε λέγονται ποτέ, που δε φτάνουν ποτέ να γίνουν λέξεις. Από αυτή την άποψη οι σιωπές είναι ένας μετα-διάλογος ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες ή ο διάλογος του εαυτού με τον εσώτερο εαυτό. Στη διαδικασία της πρόβας επιλέξαμε να δώσουμε προσωρινά φωνή σ’ αυτές τις σκέψεις, ώστε να καταστούν σωματική μνήμη κι έπειτα τις αφήσαμε να βυθιστούν ξανά, ζώσες πια, στη σιωπή.
Πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να υποδυθεί
κάποιον που βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ενοχές του; Πώς βρήκατε την εσωτερική
ισορροπία του χαρακτήρα σας;
Αναπόφευκτα περνάς μέσα και από προσωπικά βιώματα χωρίς να είναι θέσφατο
ότι πρέπει να τα αξιοποιήσεις. Δεν είμαι υπερ της απόλυτης χρήσης των
προσωπικών βιωμάτων στο χτίσιμο ενός ρόλου – υπάρχουν και «υγιέστερες» μέθοδοι.
Οφείλεις όμως να παραμερίσεις τον εαυτό σου και να αφήσεις το ρόλο να σε
«φορέσει». Ιδανικά ο ηθοποιός ελέγχει το σώμα και τη λογική του χαρακτήρα. Ο
ρόλος ελέγχει την καρδιά και τη μνήμη του ηθοποιού.
Το Purgatorio μπορεί να διαβαστεί και ως
πολιτικό σχόλιο πάνω στη βία και τη μεταπολιτευτική ενοχή. Σας απασχόλησε αυτή
η διάσταση κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας;
Όχι, καθόλου. Επέλεξα να μη δώσω πολιτική διάσταση στο έργο. Ούτε να το προσεγγίσω
υπό το πρίσμα της παγκόσμιας γεωπολιτικής κατάστασης. Το PURGATORIO έχει να κάνει με τον
άνθρωπο, με τα δεινά που προκαλούμε ο ένας στον άλλο και τη διαχείριση των
συνεπειών των πράξεών μας, πέρα από το ποιοι είμαστε, ποια είναι η καταγωγή μας
ή το φύλο μας. Κι απ’ αυτή την οπτική είναι οικουμενικό.
Γι’ αυτό ακριβώς ο Ντόρφμαν, δεν ονοματίζει τους ήρωές του, δε χρειάζεται
– τα ονόματά τους είναι εκεί, εκτίθενται μέσα από τις αφηγήσεις τους, από τα
πεπραγμένα τους, ειπώνονται χωρίς ποτέ να ειπωθούν. Είναι η ανθρώπινη τους
υπόστασή που τους καθιστά καθρέπτες του αιώνιου μέσα μας, του αρχετυπικού μέσα
μας.
Ωστόσο πρόκειται για ένα έργο σύγχρονο και μοιραία γραμμένο μέσα σε ένα σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Συνεπώς είναι απόλυτα θεμιτό ο θεατής να εντοπίσει μέσα σ’ αυτό στιγμές που μπορεί να τις συσχετίσει είτε με το επίκαιρο, είτε με το ευρύτερο κονωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.
Η σχέση των δύο προσώπων είναι αμφίσημη, εξουσία,
πόθος, οίκτος, λύτρωση. Πώς την προσεγγίσατε με τη σκηνοθετική καθοδήγηση που
είχατε;
Την προσεγγίσαμε ως ακριβώς τέτοια: διττή, αμφίσημη. Από τη μία το
προσωπείο που θέλουμε να προβάλλουμε προς τα έξω ή ο τρόπος που ο Άλλος
επιλέγει να μας βλέπει κι από την άλλη ο μύχιος, γυμνός εαυτός – ο προσωπικός
καθρέπτης της ψυχής μας. Έτσι ακριβώς και οι δύο χαρακτήρες του έργου μας, ο
ΑΝΔΡΑΣ και η ΓΥΝΑΙΚΑ, ταλανίζονται ψυχικά από τούτη τη διττότητα, περπατούν επί
ξηρού αιχμής ανάμεσα στα δικά τους πρόσωπα και προσωπεία.
Αν έπρεπε να συνοψίσετε το Purgatorio σε μία
λέξη ή φράση, ποια θα ήταν;
Με την αγαπημένη μου φράση του Έκο, την κατακλείδα του Ονόματος του
Ρόδου. «Stat rosa pristina nomine; nomina nuda tenemus».
Το παλαιό ρόδο υπάρχει ως όνομα. Κρατάμε μόνον γυμνά ονόματα.
Τι θα θέλατε να κουβαλήσει μαζί του ο θεατής όταν
σβήσουν τα φώτα; Την κάθαρση, την αμφιβολία ή την ανάγκη για συμφιλίωση;
Αυτό θα το αποφασίσει ο κάθε
θεατής ξεχωριστά κι από μόνος του. Το προσωπικό μου θέλω εστιάζεται μόνο στο να
προσφέρουμε στον θεατή μια θεατρική εμπειρία από τη στιγμή της έλευσής του
μέχρι την αποχώρηση. Θέλω να ακούσει τις ιστορίες των δύο χαρακτήρων, να γίνει
ο καταγραφέας της εικόνας και του λόγου τους, κι έπειτα να ανακαλύψει ο ίδιος
με τις δικές του απόψεις, κριτήρια και πιστεύω το συναισθηματικό ή πνευματικό
πρόσημο.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου