Η Παρασκευή Λεβεντάκου, μέσα από το βιβλίο «Γράμματα στον Μ.», καταθέτει μια εξομολογητική αφήγηση όπου ο έρωτας, η απώλεια και η μνήμη συνυπάρχουν χωρίς άμυνες. Βασισμένο σε υπαρκτά πρόσωπα και βιωμένες εμπειρίες, το έργο κινείται στο μεταίχμιο προσωπικού πόνου και λογοτεχνικής πράξης, μετατρέποντας την ανάγκη για συναισθηματική αποεπένδυση σε τόλμη έκθεσης. Οι επιστολές της Βασιλικής, γραμμένες σε χρόνο αργό και σιωπηλό, λειτουργούν ως εσωτερικός μονόλογος, ως πράξη πένθους και ταυτόχρονα απελευθέρωσης. Σε αυτή τη συνέντευξη, η συγγραφέας μιλά για τη γραφή ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, για τα όρια μνήμης και λήθης, για το θάρρος να πιστεύεις στο αδύνατο και να μην αφήνεις τον φόβο να γίνει ο πρωταγωνιστής της ζωής σου.
Τα πρόσωπα του βιβλίου
είναι υπαρκτά και η γραφή βασίζεται σε βιωμένες εμπειρίες. Πότε ένα
προσωπικό βίωμα νιώσατε ότι μπορεί να μετατραπεί σε λογοτεχνία χωρίς να
προδώσει την αλήθεια του;
Όταν έγινε έντονη η ανάγκη για
συναισθηματική αποεπένδυση. Αυτή η ανάγκη οδήγησε στην προσπάθεια για
απόσταση από τα γεγονότα και τα συναισθήματα που αυτά προκάλεσαν. Και
την ίδια στιγμή, αυτό το λογοτεχνικό βήμα αυτοπροσδιορίζεται ως μια
πράξη τόλμης, μια και η ηρωίδα εκτίθεται χωρίς την παραμικρή συστολή.
Οι
επιστολές απευθύνονται σε έναν αποδέκτη που δεν θα τις διαβάσει ποτέ.
Τι σημαίνει για εσάς η πράξη της γραφής όταν η επικοινωνία δεν έχει
ανταπόκριση;
Η λεκτικοποίηση του βιωμένου έρωτα και της
ακόμη πιο βιωμένης απώλειάς του λειτουργεί σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης.
Γράφεις γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις, να απευθύνεις το συναίσθημα στον
αποδέκτη που θες. Μπορώ να πω πως η ανταπόκριση ή μη σε αυτή την κίνηση
είναι δευτερεύουσα.
Η μεγάλη λύτρωση έρχεται με την εξωτερίκευση —
λεκτικά, γραπτά, τραγουδιστά — ακόμη κι αν δεν υπάρχει ακροατής ή
αναγνώστης απέναντί σου. Χαρακτηριστικό αυτού που λέω είναι ότι η
Βασιλική δεν σκόπευε να προχωρήσει σε έκδοση, πόσο μάλλον σε αποστολή
αυτών των γραμμάτων. Παρ’ όλα αυτά, μετά την έκδοση του βιβλίου, ποιος
ξέρει; Μπορεί ο Μ. πια να έχει διαβάσει αυτές τις επιστολές.
Το
γράμμα ως μορφή γραφής προϋποθέτει χρόνο, αναμονή και εσωτερική σιωπή.
Γιατί επιλέξατε αυτή τη φόρμα σε μια εποχή άμεσης και γρήγορης
επικοινωνίας;
Πρώτον, γιατί διαχειρίστηκα χειρόγραφα της
Βασιλικής και ως τέτοια τα εκτίμησα κι εγώ. Δεύτερον, γιατί οι καμπύλες
και οι γραμμές που σχηματίζουν τα γράμματα στο χαρτί είναι αυτές που
δίνουν το συναίσθημα στις λέξεις.
Πώς μπορείς να «χρωματίσεις» λέξεις
με μια μονότονη κίνηση, όπως αυτή του χτυπήματος των πλήκτρων ενός
ηλεκτρονικού μέσου; Οι καμπύλες του άλφα και του ωμέγα κάνουν το «Σ’
αγαπώ» αυτό που είναι.
Τέλος, και τα ίδια τα συναισθήματα, για να
αποκτήσουν βάθος και ουσία, χρειάζονται χρόνο, αναμονή και πολλές,
πολλές σιωπές. Τα γράμματα αυτά ήταν καταγραφές της Βασιλικής σε
διάστημα ενάμιση χρόνου. Δοκιμάστηκαν λοιπόν τόσο τα συναισθήματα όσο
και τα λόγια.
Η Βασιλική συνεχίζει να γράφει ακόμη και
μετά το τέλος της σχέσης. Είναι αυτή η γραφή ένας τρόπος πένθους,
αυτοπροστασίας ή απελευθέρωσης;
Νομίζω είναι και τα τρία, με
κάποιον τρόπο. Η Βασιλική αναβιώνει όλα της τα πένθη μέσα από την
απώλεια του Μ. και βουλιάζει μέσα σε αυτά. Γράφει για να «βουτήξει» στο
συναίσθημα, να το βιώσει δυνατά, αλλά και για να πάρει απόσταση από
αυτό, ώστε να μην ριζώσει μέσα της και «χρονίσει» η πληγή.
Προσπαθεί έτσι να προστατευθεί, αλλά και να απελευθερωθεί από την παγίδα της προσμονής ότι μπορεί στο τέλος κάτι να αλλάξει.
Στο
βιβλίο συνυπάρχουν ο έρωτας, η απουσία και η εμμονή. Πού βρίσκεται,
κατά τη γνώμη σας, το όριο ανάμεσα στη μνήμη που θεραπεύει και στη μνήμη
που καθηλώνει;
Εγώ προσωπικά δεν έχω καταφέρει να το
καθορίσω. Η μνήμη — ή η λήθη, αν θέλετε — είναι ταυτόχρονα ευχή και
κατάρα. Αλίμονο αν ζούσαμε ενθυμούμενοι όλα μας τα τραύματα· νομίζω πως
δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε με τόσο αδιάλειπτο πόνο.
Το πότε όμως η
μνήμη που καθηλώνει μετατρέπεται σε μνήμη που θεραπεύει διαφέρει από
άνθρωπο σε άνθρωπο. Δεν υπάρχει συνταγή ούτε ενδεδειγμένη χρονική
στιγμή. Μια μέρα πριν είναι νωρίς και μια μέρα μετά είναι αργά.
Γράφοντας για έναν υπαρκτό άνθρωπο, πώς διαχειριστήκατε το ζήτημα της έκθεσης, τόσο του άλλου όσο και του ίδιου σας του εαυτού;
Σαν
άσκηση θάρρους. Ποια είμαι εγώ που θα διστάσω μπροστά στη Βασιλική, που
χωρίς δισταγμό πήρε την απόφαση να μιλήσει με την καρδιά της γι’ αυτά
που την έκαιγαν;
Γιατί για την ίδια μίλησε, απευθυνόμενη στον έρωτα
της ζωής της, του οποίου — όπως είδατε — προστάτευσε την ταυτότητά του.
Στόχος δεν ήταν να βγει μια σχέση στα «μανταλάκια», αλλά να δηλώσει ότι
κάποια στιγμή στη ζωή της ευλογήθηκε να πιστέψει στο αδύνατο, όπως όταν
ήμασταν παιδιά και πιστεύαμε πως η αγάπη είναι δύναμη κινητήρια και
ζωογόνος.
Οι επιστολές λειτουργούν σαν ένας εσωτερικός μονόλογος. Πιστεύετε ότι τελικά απευθύνονται περισσότερο στον Μ. ή στη Βασιλική;
Όταν
γράφονταν οι επιστολές είχαν ξεκάθαρη απεύθυνση στον Μ. Όταν όμως
διαβάστηκαν από εμένα, εντόπισα εσωτερικούς διαλόγους, σαν αυτούς που
κάνω κι εγώ ως άνθρωπος.
Όταν αποτυπώνεται μια ιστορία και
επιστρέφεις σε αυτήν ως αναγνώστης, πιο εύκολα εντοπίζεις τις προθέσεις
του συγγραφέα — κάτι που την ώρα της γραφής μπορεί να μην είναι
αντιληπτό. Και αυτό έχει απίστευτη γοητεία.
Αν ο αναγνώστης κρατήσει ένα μόνο συναίσθημα ή σκέψη κλείνοντας το βιβλίο, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;
Το βιβλίο αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που η Βασιλική αποφάσισε να μη φοβηθεί να τολμήσει. Διδάχτηκα από το θάρρος της.
Αν
λοιπόν θα ήθελα να κρατήσει μία σκέψη ο αναγνώστης, είναι αυτή: η ζωή
μας γεμίζει φόβο, ενώ στην αλήθεια είναι μια πλάνη, ένα παιχνίδι του
μυαλού. Τι κακό μπορεί να συμβεί; Να μην πάει κάτι όπως το περιμέναμε;
Μα αυτό δεν συμβαίνει ακόμη κι όταν πάρουμε όλες τις συναισθηματικές
«προφυλάξεις»;
Αξίζει αυτό να μας στερήσει μια στιγμή που μπορεί να
μας αλλάξει τη ζωή για πάντα; Ο φόβος θα είναι πάντα εκεί. Ας μη τον
αφήσουμε να είναι ο πρωταγωνιστής της ζωής μας.
Βλάρα Αλεξία
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου