Ο Νάνος Βαλαωρίτης έγραψε Το Ξενοδοχείο Η νύχτα που πέφτει ως έναν κλειστό, επικίνδυνα εύθραυστο μικρόκοσμο· η σκηνοθεσία της Λίνας Φούντογλου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σέβεται αυτή τη συνθήκη και την αναπτύσσει με συνέπεια, χωρίς να προσπαθεί να την «εξηγήσει» ή να τη μαλακώσει. Η παράσταση επιλέγει να κινηθεί μέσα στη σκοτεινή λογική του έργου, αφήνοντας τον θεατή να βιώσει την αβεβαιότητα αντί να του προσφέρει ερμηνευτικά στηρίγματα.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου λειτουργεί ως χώρος απομόνωσης και δοκιμασίας. Η απουσία φωτός, παραθύρου και θερμότητας δεν είναι απλώς σκηνικό δεδομένο αλλά δραματουργικός μηχανισμός: συμπιέζει τον χρόνο, διαβρώνει τη μνήμη και μετατρέπει τη σχέση του ζευγαριού σε πεδίο συνεχούς αναδιαπραγμάτευσης. Η σκηνοθεσία διαχειρίζεται με ακρίβεια αυτή την κλειστοφοβία, κρατώντας την ένταση χαμηλή αλλά σταθερή, χωρίς εξάρσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο το έργο πραγματεύεται τη μνήμη. Δεν εμφανίζεται ως ασφαλές καταφύγιο αλλά ως εύπλαστο υλικό, που άλλοτε προστατεύει και άλλοτε εγκλωβίζει. Οι ήρωες ανασυνθέτουν το παρελθόν τους όχι για να το κατανοήσουν, αλλά για να αντέξουν το παρόν. Σε αυτό το σημείο, η παράσταση κατορθώνει να συνδέσει τον σουρεαλισμό του Βαλαωρίτη με μια καθαρά σύγχρονη εμπειρία: την αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με την πίεση που ασκείται πάνω της.
Ο «Νόμος», παρών έστω και εκτός σκηνής, λειτουργεί ως αόρατη απειλή. Δεν προσωποποιείται, ούτε αποκτά σαφή μορφή· υπάρχει ως συνεχής υπενθύμιση ορίων που δεν έχουν συμφωνηθεί αλλά επιβάλλονται. Η κατεδάφιση που πλησιάζει δεν αφορά μόνο το κτίριο, αλλά κάθε δυνατότητα ιδιωτικού χώρου, κάθε απόπειρα προστασίας της επιθυμίας. Η ανυπακοή τίθεται όχι ως ηρωική πράξη, αλλά ως εσωτερικό ερώτημα.
Η παράσταση συνομιλεί ουσιαστικά με τη νέα γενιά χωρίς να την κατονομάζει ρητά. Η υπαρξιακή αγωνία, η δυσκολία επικοινωνίας και το αίσθημα ματαιότητας προκύπτουν μέσα από τη σκηνική πράξη και όχι ως διακηρύξεις. Το αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να επιμείνει.
Τελικά, Το Ξενοδοχείο Η νύχτα που πέφτει προτείνει μια θεατρική συνθήκη όπου ο έρωτας λειτουργεί ως ρήγμα μέσα στον χρόνο, μια σύντομη αναλαμπή μέσα στην αστάθεια. Όπως υποδηλώνει και το απόφθεγμα του Μπρετόν, δεν πρόκειται για λύτρωση αλλά για φως στιγμιαίο, εκτυφλωτικό, που αποκαλύπτει πριν σβήσει. Μια παράσταση που εμπιστεύεται το υλικό της και τον θεατή της, αφήνοντας χώρο για σκέψη αντί για βεβαιότητες.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου