Αντωνία Οικονόμου: "Όπως και το μοναχικό κενό μετά από μια απώλεια, έτσι και αυτό το υπερ-κένο, δεν είναι άδειο αλλά χαρακτηρίζεται από αχανείς αποστάσεις και σκοτάδι".

Το The Great Nothing αντιμετωπίζει το κενό όχι ως απουσία, αλλά ως έναν πυκνό, κατοικήσιμο χώρο που γεννιέται μετά την απώλεια. Μέσα από ένα σπασμένο τρίπτυχο σωμάτων, τη διαστρέβλωση χώρου και χρόνου και μια ονειρική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα, το έργο ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Αντωνία Οικονόμου μιλά για το σώμα ως φορέα μνήμης, για το ανοίκειο που γίνεται οικείο και για την εμπειρία που αφήνει χώρο στον θεατή να προβάλει, να αισθανθεί και να κατοικήσει το δικό του «μεγάλο τίποτα».

Αντωνία Οικονόμου

Το “Μεγάλο Τίποτα” δεν παρουσιάζεται ως απουσία αλλά ως χώρος πυκνός και φορτισμένος. Πώς μεταφράζεται χορογραφικά αυτή η ιδέα ενός κενού που δεν είναι ποτέ πραγματικά άδειο;

Το έργο είναι ένα σπασμένο τρίπτυχο στον χώρο και τον χρόνο και μέσα σε αυτόν έγκλειστες μορφές αναμένουν απομονωμένες, σε αδράνεια . Ο χώρος- και ο χρόνος - υπάρχει αλλά οι αποστάσεις, τα κενά, ανάμεσα στις φιγούρες είναι τόσο μεγάλες και οι χώροι τόσο μικροί που δεν υπάρχει χώρος για μετατόπιση, μετακίνηση ή επαφή.  Το κενό έρχεται μετά την απουσία και την απώλεια. Ο φόβος του κενού και της μοναξιάς γεμίζει το χώρο, και σε αυτήν την περίπτωση ένα σπίτι, με φαντάσματα που κατοικούν σε πολλούς κόσμους - τον πραγματικό, τον μνημονικό, τον φανταστικό. 

Στο έργο σας το ανοίκειο γίνεται οικείο χωρίς έκπληξη. Τι σας απασχολεί σε αυτή τη σταδιακή εξοικείωση με τον φόβο, τη μοναξιά ή την απώλεια, και πώς την ενσωματώνεται στη σκηνική δράση;

Εδώ δεν μιλάμε για μια “θαρραλέα” αναμέτρηση- ή εξοικείωση- με το φόβο, την μοναξιά και την απώλεια. Αυτός ο κενός χώρος μετά την απώλεια, αυτή η αίσθηση όταν σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια, γίνεται σπίτι -μια μόνιμη κατάσταση που οι χαρακτήρες οικειοποιούνται. Ο φόβος αυτού του κενού το γεμίζει με αναμνήσεις και περιεχόμενα τόσο αποκομμένα και αποστασιοποιημένα, αλλά βγαλμένα, από την πραγματικότητα που μοιάζουν ανοίκεια.  Με απασχολεί, και με ανησυχεί ταυτόχρονα, αυτή η ικανότητα της του νου, να γεμίσει με το φόβο και τη φαντασία, τα κενά αυθαίρετα, συναισθηματικά και αποσπασματικά. Η διαστρέβλωση -το “λύγισμα”- και η χειραγώγηση του χώρου, άρα και του χρόνου,  είναι το κλειδί αυτού του έργου. Ο σκηνικός χώρος και ο ήχος διαστρεβλώνει τις αποστάσεις, τις κλίμακες, το βάθος, τις σχέσεις - άρα και το χρόνο. Οι  γρήγορες εναλλαγές ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σαν ταινιακό μοντάζ, δημιουργούν μια μη γραμμική αφήγηση. Ενώ η κίνηση, όταν νικάει την ακινησία, σπάει σε καρέ, διαστέλλεται και συστέλλεται και επιτρέπει στο βλέμμα του θεατή να “ζουμάρει” σε όσα διαφεύγουν στη φυσιολογική ταχύτητα.  Όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα τόπο που ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό και που μαρτυρά πολλά για για την πραγματικότητα και ς έχει μετατοπιστεί από αυτήν.

Αναφέρεστε στα όνειρα ως “μεταμεσονύχτιες ταινίες του νου”. Ποια είναι η σχέση του ονείρου με τη δραματουργία της κίνησης και πόσο καθοδηγεί τη δομή του έργου;

Η ταινία ερωτικού noir τρόμου, αυτό το ανοίκειο όνειρο, είναι ένα περιβάλλον, μια κινούμενη εικόνα,  που χτίζεται σκηνικά, ηχητικά και φωτιστικά. Στην πρακτική μου, και ειδικά σε αυτό το έργο, ξεκινάω από μια ακίνητη εικόνα και φαντάζομαι τον κόσμο της εν κίνηση πριν και μετά την απαθανάτιση. Αυτή η δραματουργία εικόνας πυροδοτεί και καθοδηγεί την δημιουργία ήχου και μουσικής, του σκηνικού χώρου και της κίνησης και είναι, επί της ουσίας, η δραματουργία του έργου.

Το σώμα εμφανίζεται ως ο μοναδικός τόπος μνήμης. Πώς δουλεύετε με τους χορευτές πάνω στην έννοια του σώματος-αρχείου, ενός σώματος που θυμάται όσα δεν ειπώθηκαν ή δεν συνέβησαν ποτέ;

Το σώμα παθαίνει-δεν “κάνει”- δεν δρα με δική του βούληση. Πλάθεται και κινείται από τις εξωτερικές δυνάμεις του χώρου που το συμπιέζουν σε πολύ μικρούς χώρους και ακινησίες. Είναι σώματα εγκλεισμένα μέσα σε ένα τρίπτυχο- σε υπαρξιακά “κλουβιά”- όπου δεν έχουν άλλη επιλογή από το να παρατηρούν, να βάλλονται και να γίνουν τα οχήματα μέσα από τα οποια αναδύονται εικόνες και αναμνήσεις.  Από τα πρώτα εργαστήρια εστίασα στα τρίπτυχα του Francis Bacon, μια αναφορά που πολύ καιρό ήθελα να δουλέψουμε, και που κατέληξε να υποβόσκει σε όλες τις πτυχές του έργου - την κίνηση, το σκηνικό χώρο, το φως. Είναι για μένα μία χωρική αναφορά απόλυτης μοναξιάς όπου η παραμόρφωση του χώρου και του σώματος πρωταγωνιστεί, όπως και στο έργο.

Οι μορφές του έργου μοιάζουν έγκλειστες σε υπαρξιακά “κλουβιά”. Πρόκειται για μια προσωπική αίσθηση της εποχής μας ή για μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική ανάγνωση της απομόνωσης;

Νιώθω ότι είναι και προσωπικό και συλλογικό βίωμα. Αυτό είναι και το ζήτημα, και ίσως η ανάγνωσή μας, ότι είναι και τα δύο.  Νιώθω ότι αυτά τα κλουβιά είναι μια συλλογική πραγματικότητα και εμπειρία, που όμως δεν είναι κοινή γιατί την βιώνουμε ατομικά και απομονωμένα. Και φοβάμαι ότι το κενό έρχεται έξω από εμάς, εσωτερικεύεται και μας σμιλεύει. Και όταν έρχεται η ώρα να βγούμε προς τα έξω είμαστε και πάλι μόνοι, αντιμέτωποι με το ίδιο κενό που μας έκλεισε μέσα - δεν ξέρω που σπάει αυτός ο κύκλος και φοβάμαι ότι έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε τι πάει να πει “μαζί”.

Η έννοια της απώλειας συνδέεται με το κοσμικό κενό του Βοώτη. Πώς σας βοηθά η επιστημονική ή αστροφυσική μεταφορά να μιλήσετε για βαθιά ανθρώπινες εμπειρίες;

Μου δίνει ένα ποιητικό πλαίσιο περισσότερο και ένα απόκοσμο τόπο που μέσα από το έργο γίνεται οικείος. Επίσης, δραματουργικά, το πλαίσιο του διαστήματος μου δίνει πάτημα να παίξω με το χρόνο και τις αποστάσεις. Όταν το καλοκαίρι σκεφτόμουν το έργο διάβαζα ένα βιβλίο του Stephen Hawking για τις μαύρες τρύπες και από εκεί έμαθα για το “Κενό του Βοώτη” (The Boötes Void) ή αλλιώς «Το Μεγάλο Τίποτα» και ένιωσα ότι όλα έδεσαν μαζί. Εκεί έλεγε ότι ο κάθε οργανισμός είναι μια προσομοίωση σε μικροκλίμακα του σύμπαντος. Το “Κενό του Βοώτη” πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα γνωστά «κενά», και ίσως την πιο μοναχική περιοχή στο παρατηρήσιμο σύμπαν. Ένα υπερ-κενό, μια εκτενής κοσμική απουσία που χαρακτηρίζεται από την εξαιρετικά χαμηλή πυκνότητα γαλαξιών. Όπως και το μοναχικό κενό μετά από μια απώλεια, έτσι και αυτό το υπερ-κένο, δεν είναι άδειο αλλά χαρακτηρίζεται από αχανείς αποστάσεις και σκοτάδι.

Το παρόν στο έργο σας κατακερματίζεται και στοιχειώνεται από το παρελθόν. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ταυτότητα είναι καταδικασμένη να κινείται ανάμεσα σε αυτά τα θραύσματα;

Σίγουρα, αλλά αυτό δεν έχει απαραίτητα αρνητικό πρόσημο. Το παρελθόν είναι αναφορά, εμπνευση, γνώση και μάλλον και πρόβλεψη αφού όλα επαναλαμβάνεται και το η μία εποχή βγαίνει μέσα από την αλλη. Το παρελθόν μπορεί να στοιχειώσει όταν δεν είμαστε συμφιλιωμένοι με αυτό και με το γεγονός ότι ένω έχει περάσει παραμένει πάντα εδώ, όσο παραμένουμε και εμείς ως ζωντανά αποτελέσματά του. 

Το the great nothing μοιάζει περισσότερο με κατάσταση παρά με αφήγηση. Τι θα θέλατε να μεταφέρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας: ένα συναίσθημα, μια εικόνα ή μια εσωτερική ρωγμή;

Σε αντίθεση με τους χαρακτήρες, θα ήθελα ο θεατής να ανακαλύψει και να βρεί χώρο. Χώρο για  να κάνει τις δικές του προβολές βλέποντας αυτή την “ταινία”. Χώρο να έρθει αντιμέτωπος με το ίδιο του το βλέμμα. Περισσότερο με ενδιαφέρει η κατασκευή μιας εμπειρίας, να δημιουργήσω μια τομή σε ένα φανταστικό κόσμο, από την οποία αντλείς ό,τι χρειάζεσαι, ό,τι βλέπεις και ό,τι ο ίδιος προβάλλεις πάνω σε αυτή .Ανυπομονώ για τις στιγμές που θα έρθει κάποιος μετά και θα μου πει κάτι που δεν περίμενα, δεν σχεδίαζα. Γενικότερα από τη στιγμή που το έργο παραδίδεται και παρουσιάζεται σταματάει να είναι δικό μας και σε αυτή τη μετάβαση δεν θέλω να ελέγξω κάτι.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαρία Σιούτα: "Επέλεξα την ηρεμία γιατί ήθελα να αποτυπώσω τη ζωή όπως πραγματικά κυλούσε τότε, με απλότητα, πίστη και αίσθηση συνέχειας χωρίς την επίγνωση του επερχόμενου τέλους".

«Ο Κος Ζυλ» σε κείμενο & σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα, από 27/2

Ρένα Πέτρου: "Το γεγονός ότι κάποιος άνθρωπος καταγράφει όλη την ιστορία της ζωής του, έχει από μόνο του μεγάλη αξία".

Νατάσα Βραχλιώτη: "Το βιβλίο, όπως και κάθε βιβλίο από μόνο του έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει!"

Παρασκευή Λεβεντάκου: "Η λεκτικοποίηση του βιωμένου έρωτα και της ακόμη πιο βιωμένης απώλειάς του λειτουργεί σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης".