Αριστείδης Βέβης: "Σημείο αναφοράς στη συνάντησή μου με τον Φίλιππο Ντεγίδη είναι η φανατική μας ενασχόληση με έργα της Disney, και συγκεκριμένα της περιόδου της Αναγέννησης και του Howard Ashman".

Με αφορμή τη θεατρική μετάφραση και διασκευή του Υπέροχου Γκάτσμπυ, ο Αριστείδης Βέβης μιλά για τη βαθιά προσωπική του σχέση με το έργο του Φιτζέραλντ, τη συνομιλία του μύθου με το σήμερα και την τόλμη που απαιτεί η αναμέτρηση με ένα κλασικό κείμενο. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ξεδιπλώνει τις επιλογές του γύρω από τη γλώσσα, τη δραματουργία και την αισθητική της παράστασης, φωτίζοντας τον Γκάτσμπυ ως μια φιγούρα επιλογής, επινόησης και διαρκούς αναζήτησης ταυτότητας. 

Αριστείδης Βέβης

Ποιο ήταν το βασικό σας κίνητρο να μεταφράσετε και να διασκευάσετε θεατρικά ένα τόσο εμβληματικό έργο όπως Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ; Τι σας τράβηξε περισσότερο: η εποχή, η γλώσσα ή ο ίδιος ο Γκάτσμπυ ως φιγούρα;

Το βασικό μου κίνητρο για την συγκεκριμένη μετάφραση – διασκευή ήταν αρκετά προσωπικό, και θα παραθέσω μέρος από τον πρόλογο της έκδοσης – όπως αυτό συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο. Νιώθω ότι είναι κατατοπιστικότατο: Η συγγραφή αυτής της συγκεκριμένης διασκευής του Υπέροχου Γκάτσμπυ συνέβη με έναν πολύ οργανικό τρόπο. Είχα την τιμή να συμμετάσχω στο πρώτο ανέβασμα του έργου στην Ελλάδα ως ηθοποιός, σε θεατρική διασκευή του Simon Levy, υποδυόμενος τον ρόλο του Νικ Κάραγουεϊ, στο θέατρο Αγγέλων Βήμα τη θεατρική περίοδο 2022-2023. Ο Νικ, στον οποίο αποδίδεται και η φήμη του συγγραφέα των παθημάτων του Γκάτσμπυ, μου προσέφερε μια βαθιά κατανόηση των εσωτερικών συγκρούσεων των χαρακτήρων.

Αυτή η εμπειρία με ενέπνευσε να δημιουργήσω μια δική μου διασκευή του έργου, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την εκατοστή επέτειο από την πρώτη κυκλοφορία του μυθιστορήματος. Με τη λήξη των πνευματικών δικαιωμάτων, μου δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσω το έργο ελεύθερα και δημιουργικά, με σεβασμό στην αρχική του μορφή.

Πώς προσεγγίσατε τη γλώσσα του Φιτζέραλντ; Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη μεταφορά του ιδιότυπου ύφους και της ατμόσφαιρας του πρωτοτύπου στα ελληνικά;

Απλοποιώντας την διαδικασία. Πριν καταπιαστώ με το ίδιο το έργο του Φιτζέραλντ, καταπιάστηκα με αυτό που καταπιάστηκε και εκείνος ξεκινώντας να συγγράφει τον Γκάτσμπυ. Τι ήταν αυτό; Ο μύθος του Τριμαλχίωνα όπως αυτός διασώζεται στο Σατυρικόν του Πετρώνιου. Ο Τριμαλχίων είναι ένας απελεύθερος νεόπλουτος, πρώην δούλος, που επιδεικνύει τον πλούτο του στη ρωμαϊκή ελίτ. Άλλωστε, το πρωταρχικό όνομα του μυθιστορήματος του Φιτζέραλντ ήταν «Trimalchio in West Egg».

Από εκεί και ύστερα το πιο απαιτητικό κομμάτι ήταν να μην επηρεαστώ από την αμερικανική θεατρική διασκευή που είχαμε ανεβάσει στο θέατρο Αγγέλων Βήμα, όπως ανέφερα παραπάνω, καθώς και από τις τόσες μεταφράσεις του βιβλίου και τις μεταφορές αυτού στον κινηματογράφο. Και να εμπιστευτώ, επίσης, την αντίληψη μου ότι μπορεί να αποδώσει την γλώσσα του Φιτζέραλντ σύγχρονα.

Σε μια θεατρική διασκευή, οι παρενθέσεις και οι σκηνοθετικές οδηγίες αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Πώς αποφασίσατε τι θα ειπωθεί στους διαλόγους και τι θα μείνει “κρυμμένο” μέσα στις σκηνοθετικές υποδείξεις;

Για να απαντήσω στη συγκεκριμένη ερώτηση θα παραθέσω πάλι μέρος από την προ παραγωγή, θεματική που ακολουθεί τον πρόλογο που ανέφερα παραπάνω – όπως αυτό συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο. Και πάλι νιώθω ότι είναι κατατοπιστικότατο: Σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική, όπου το θεατρικό κείμενο μιας παράστασης εκδίδεται σε βιβλίο μετά την ολοκλήρωση της θεατρικής παραγωγής, εδώ προτείνεται μια καινούρια προσέγγιση: το κείμενο εκδίδεται πριν, προσφέροντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να φανταστεί την παράσταση ανεξάρτητα από το αν έχει ανέβει ή όχι. Μέσα από προσεγμένα σχέδια ενδυμασιών και σκηνικών, γραφιστικά έργα και μια playlist τραγουδιών που συνοδεύουν την ανάγνωση, μπορείτε να βιώσετε την ατμόσφαιρα του θεατρικού τραπεζιού, μιας πρακτικής των ηθοποιών, του σκηνοθέτη και των συνεργατών στο ξεκίνημα των προβών, ειδικά αν διαβάσετε το κείμενο με τα αγαπημένα σας πρόσωπα.

Υπάρχει, λοιπόν, μια σχετική ψευδαίσθηση ανάλυσης όταν διαβάζεις ένα θεατρικό κείμενο. Μοιάζει με μυθιστόρημα μόνο στα σημεία που περιγράφει τα πρόσωπα του έργου, και τον χώρο και τον χρόνο στον οποίο αυτά κινούνται. Τις παρενθέσεις δηλαδή. Όλο το υπόλοιπο είναι διάλογος. Βέβαια αυτό διαφέρει στην περίπτωση ανεβάσματος του έργου, καθώς εκεί το άτομο που θα αναλάβει τον ρόλο της σκηνοθεσίας, είναι στη δική του ευχέρεια το πόσο θα επηρεαστεί από τις παρενθέσεις. Καμιά φορά και από τη ροή του ίδιου του διαλόγου. 

Ο Γκάτσμπυ είναι ένας χαρακτήρας πολλαπλών ρόλων: ρομαντικός, αφελής, επιβλητικός, τραγικός. Ποια πλευρά του θελήσατε να αναδείξετε περισσότερο στο θεατρικό κείμενο;

Αυτήν με την οποία ταυτίστηκα απόλυτα. Το ότι ο Τζέι Γκάτσμπυ, το όνομα του οποίου δεν ξέρουμε καν αν είναι δικό του, είναι το αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, διατηρώντας ταυτόχρονα για τον ίδιο έναν κοινό άξονα. Αυτόν της επιλογής.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει γι’ αυτόν ο Νικ: Όταν ήταν δεκαεπτά χρονών, ξεκίνησε να φαντάζεται την αρχή της σταδιοδρομίας του. Οι πιο περίπλοκες φαντασιώσεις τον στοίχειωναν στο κρεβάτι του τη νύχτα. Το μυαλό του ύφαινε ένα σύμπαν ανείπωτης χλιδής. Ήταν ένας εύστροφος νεαρός με εντυπωσιακές φιλοδοξίες. Και επινόησε εκείνο το είδος του Τζέι Γκάτσμπυ που ένα δεκαεπτάχρονο αγόρι θα ήταν πιθανό να επινοήσει. Αλλά έμεινε και πιστός σε αυτήν τη σύλληψη μέχρι το τέλος.

Αν έπρεπε δηλαδή να διατυπωθεί σε μία μόνο πρόταση: Ο Γκάτσμπυ έγινε ο Γκάτσμπυ επειδή ξεκίνησε με την επιλογή του· όχι με την καταγωγή του.

Η Αμερική της δεκαετίας του ’20 λειτουργεί στο έργο ως προοίμιο της σύγχρονης κοινωνίας του χρήματος και της φιλοδοξίας. Πώς νιώσατε ότι αυτή η θεματική συνομιλεί με το σήμερα και πώς τη μεταφέρατε σκηνικά;

Εδώ, για ακόμη μια φορά, θα παραθέσω μέρος από την καλλιτεχνική προσέγγιση της έκδοσης, θεματική που ακολουθεί την προ παραγωγή που ανέφερα παραπάνω – όπως αυτό συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο. Και για ακόμη μια φορά νιώθω ότι είναι κατατοπιστικότατο: Το ανέβασμα της συγκεκριμένης θεατρικής διασκευής του Υπέροχου Γκάτσμπυ είναι μια πιστή αναπαράσταση της εποχής του 1920, συνδυάζοντας κλασικά σκηνικά, κοστούμια και μουσική. Η σκηνή είναι χωρισμένη σε τρία μέρη: αριστερά το σπίτι της Ντέιζι και του Τομ, στο κέντρο, στο βάθος, το συνεργείο του Γουίλσον, και δεξιά το σπίτι του Γκάτσμπυ. Οι σκηνές σε άλλους χώρους πραγματοποιούνται στο κέντρο, μπροστά, ενώ παράλληλες δράσεις ενισχύουν την ατμόσφαιρα.

Η αισθητική της δεκαετίας του ’20 αποδίδεται πλήρως με τη μουσική τού τότε, η οποία ενσωματώνεται με επιμέλεια στις σκηνές, ενισχύοντας τη συνολική ατμόσφαιρα του έργου. Οι επτά ηθοποιοί και ο Χορός των οχτώ ατόμων φορούν κοστούμια που αντανακλούν τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο αλλά και την κοινωνική τους τάξη, ενώ η μουσική περιλαμβάνει τζαζ και σουίνγκ στοιχεία, που προσφέρουν την απαραίτητη διάσταση της εποχής.

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν υπό το άγρυπνο βλέμμα του δόκτορα Τ. Τζ. Έκλεμπουργκ, μιας ξεχασμένης διαφημιστικής πινακίδας ενός οφθαλμιάτρου πάνω από το συνεργείο του Γουίλσον.

Εν ολίγοις, η σύγχρονη σκηνική ματιά είναι και αισθητική και ατμοσφαιρική.

Η μετάφραση ενός κλασικού έργου είναι συνάντηση με μια εποχή που δεν υπάρχει πια. Πού επιλέξατε να παραμείνετε πιστός στο ύφος της εποχής και πού επιτρέψατε στον εαυτό σας να εκσυγχρονίσει στοιχεία;

Εδώ και πάλι θα αναφερθώ στον μύθο του Τριμαλχίωνα. Η ίδια η συγγραφή του Γκάτσμπυ από τον Φιτζέραλντ φαίνεται να είναι, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι, μια ατομοκεντρική μεταβιομηχανική αναδιατύπωση αυτού του μύθου. Ο Τριμαλχίων δεν θα μπορούσε να είναι ο ίδιος στον 20ό αιώνα. Στον 20ό αιώνα είναι Γκάτσμπυ.

Από εκεί και ύστερα, η διασκευή παραμένει πιστή στο μυθιστόρημα, χωρίς αναχρονισμούς. Τώρα, αν φτάνει όντως σε σημείο να συνομιλεί με το παρόν, που για εμένα το κάνει, συμβαίνει ως ένας καθρέφτης του σήμερα, όπως άλλωστε θεωρώ ότι λειτουργεί και ο κάθε μύθος. Μέσα στο ασφαλές του πλαίσιο χωρούν και οι αξίες μας και οι προκαταλήψεις μας· όλα όσα κουβαλάμε, όλα όσα φοβόμαστε να κοιτάξουμε κατάματα πόσο μάλλον να φανταστούμε.

Το βιβλίο συνοδεύεται από ιδιαίτερη εικονογράφηση. Πώς λειτούργησε για εσάς η συνεργασία με τον Φίλιππο Ντεγίδη; Επηρέασε με κάποιον τρόπο τη θεατρική διάσταση του κειμένου;

Σημείο αναφοράς στη συνάντησή μου με τον Φίλιππο είναι η φανατική μας ενασχόληση με έργα της Disney, και συγκεκριμένα της περιόδου της Αναγέννησης και του Howard Ashman. Έργα που ανήκουν σε αυτήν την περίοδο είναι από τη Μικρή Γοργόνα και τον Αλαντίν, μέχρι την Παναγία των Παρισίων και τον Ταρζάν. Ένα σημείο αναφοράς αναπόφευκτα αμερικανικό, όπως άλλωστε και το ίδιο το έργο του Γκάτσμπυ. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι συναντηθήκαμε.

Από εκεί και ύστερα, οι αναπαραστάσεις της εικονογράφησης ακολουθούν δύο συγκεκριμένα σημεία μέσα στο μυθιστόρημα που έγιναν για εμένα άγκυρα κατά τη διαδικασία της συγγραφής. Έχουν να κάνουν με τη ρευστότητα της σεξουαλικότητας μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που την ανήγαγε σε παθογένεια. Δεν είναι κάτι που δεν έχει ειπωθεί κατά καιρούς για το μυθιστόρημα, επέλεξα όμως να το αποτυπώσω συνειδητά. Και το αποτύπωσε και ο Φίλιππος με τα σκίτσα του. Τα πρόσωπα που το ενσαρκώνουν αυτό είναι ο Νικ και η Ντέιζι, και είναι τελείως τυχαίο το ότι συγγενεύουν. Στην εικονογράφηση, μαζί με τα παραπάνω, συμπεριλαμβάνονται και το εξώφυλλο, η μακέτα σκηνικού, και τα κοστούμια που φορούν (ή όχι) τα πρόσωπα του έργου.

Στις ευχαριστίες αναφέρετε τον λόγο που σας ώθησε να δημιουργήσετε αυτήν τη διασκευή. Πιστεύετε ότι η διαδικασία μετάφρασης και διασκευής μπορεί να γίνει αφετηρία για προσωπική δημιουργία και τόλμη; Τι θα λέγατε σε έναν νέο δημιουργό που διστάζει;

Στην αναφορά για την προσωπική δημιουργία, περισσότερο με το αν έχει να κάνει με μετάφραση, διασκευή, συγγραφή ή όποια καλλιτεχνική μορφή παίρνει η δημιουργία, θα αναφερθώ πάλι στο επίπεδο του μύθου, στο πως τον διαπραγματευόμαστε σήμερα, και, κυρίως, ποια άτομα έχουν πρόσβαση σε αυτόν. Λίγο πολύ όπως συμβαίνει και με τον Γκάτσμπυ. Υποτίθεται ότι, λόγω καταγωγής, δεν μπορεί να είναι το άτομο που τελικά γίνεται. Και ακόμη κι όταν το κατορθώνει αυτό, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα άτομα στα οποία προσπάθησε να μοιάσει θα τον αποδεχτούν. Άσχετα που αυτά τα ίδια άτομα είναι που πρεσβεύουν ότι το «πρόβλημα» αυτού του κόσμου είναι η έλλειψη ομοιομορφίας. Ομοιομορφίας μεν, σύμφωνα όμως πάντα με τον τρόπο που η δική τους προνομιακή καταγωγή την ορίζει.

Αν μπορούσα να προτείνω, για να το θέσω έτσι, σε κάποιο άλλο άτομο που καταπιάνεται με τον μύθο, αλλά διστάζει κιόλας, θα του έλεγα το εξής: Αναγνώρισε καταρχάς ότι κινείσαι μέσα σε ένα σύστημα. Ό, τι πρόσημο κι αν του αποδώσεις, καλό – κακό, να το αναγνωρίσεις πρωτίστως. Από εκεί και ύστερα συνέχισε να διστάζεις, όσο αυτός ο δισταγμός έχει να κάνει με τη μορφή που παίρνει η μυθοπλασία σου. Ταυτόχρονα όμως, ο καλύτερος τρόπος για να διαμορφώνεται αυτή η μυθοπλασία είναι να συνεχίσεις να την κάνεις καθημερινώς και αδιαλείπτως. Κι αν πρέπει να την εξαρτήσεις από κάτι να το κάνεις από την ίδια την αξία που βρίσκεις σε αυτήν, όχι από ορισμούς επιτυχίας – αποτυχίας. Και να την βγάζεις προς τα έξω. Και αυτό πάλι καθημερινώς και αδιαλείπτως. Και χαρά μου να συναντηθώ μαζί σου σε κάποιον κοινό αδιαμόρφωτο δισταγμό μας για αυτήν. 

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Είδαμε και προτείνουμε: «Οδύσσεια» από τον Μικρό Βορρά Μια παράσταση–ταξίδι

Είδαμε και προτείνουμε: "Το βιβλίο της ανησυχίας-Ημερολόγιο αποχαιρετισμού" στο Θέατρο Αργώ

Είδαμε και προτείνουμε: «Σονάτα του Κρόιτζερ» του Λέοντος Τολστόι, στο χώρο τέχνης Ηχόδραση

Είδαμε και προτείνουμε: «Σλάντεκ» – Μια Ανατριχιαστική Κάθοδος στην Άβυσσο του Ολοκληρωτισμού στο ΠΛΥΦΑ

Μπαρμπαγιάννης Χριστόφορος: "Η ανθρώπινη γελοιότητα έχει κάτι το αφοπλιστικό: ενώ είναι βαθιά τραγική, ταυτόχρονα είναι και ξεκαρδιστική".

Πέτρος Πουρλιάκας: "Οι προσωπικές μας τραγωδίες καθορίζουν και τη συλλογική μας μοίρα".