Άρης Γραικούσης: "Η πρόκληση είναι να αποφύγω την υπερβολική δραματοποίηση και να διατηρήσω μια αίσθηση συλλογικότητας, παρότι βρίσκομαι μόνος στη σκηνή".
Ο Mozart συχνά παρεξηγείται ως «εύκολος» λόγω της διαύγειας της γραφής του. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η μεγαλύτερη παγίδα για έναν πιανίστα που προσεγγίζει το έργο του και πώς επιχειρείτε ερμηνευτικά να την υπερβείτε;
Η μεγαλύτερη παγίδα στον Mozart είναι ακριβώς αυτή η φαινομενική ευκολία. Κάθε
νότα είναι εκτεθειμένη. Η καθαρότητα της
γραφής του μπορεί να οδηγήσει σε μια επίπεδη, αλλά άψυχη ερμηνεία.. Η πρόκληση,
λοιπόν, είναι να αποφύγει κανείς τόσο τον συναισθηματικό εξωραϊσμό όσο και την
ουδέτερη κομψότητα. Προσπαθώ να υπερβώ αυτή την παγίδα δουλεύοντας βαθιά στη
φρασεολογία και στο βάρος της σιωπής, αναζητώντας την εσωτερική ένταση που
συχνά υπονοείται και δεν δηλώνεται.
Οι δύο Φαντασίες που επιλέξατε
(K. 397 και K. 475) αποκαλύπτουν έναν πιο σκοτεινό και εσωτερικό Mozart. Τι σας
συγκινεί σε αυτή την πλευρά του και πώς μεταφράζεται στο άγγιγμά σας στο πιάνο;
Οι Φαντασίες αυτές με συγκινούν γιατί αποκαλύπτουν έναν Mozart
απελευθερωμένο από τις συμβάσεις της φόρμας. Υπάρχει μια αίσθηση
αυτοσχεδιασμού, μια δραματική αστάθεια που αγγίζει τα όρια του προρομαντικού
λόγου. Υπάρχουν έντονες αντιθέσεις και αναζητώ την ιδανική ποιότητα ήχου στο
πιάνο...
Στο πρόγραμμά σας συνυπάρχουν
αυθεντικά έργα του Mozart με μεταγραφές του Liszt και του Czerny. Πώς
συνομιλεί, κατά τη γνώμη σας, η ρομαντική ματιά των μεταγραφέων με το κλασικό
πνεύμα του Mozart χωρίς να αλλοιώνεται η ουσία του;
Τις μεταγραφές του Fr. Liszt και του C. Czerny δεν τις αντιλαμβάνομαι ως παρεμβάσεις, αλλά ως πράξεις αγάπης και κατανόησης. Ο ρομαντικός φακός τους, μεγεθύνει το συναίσθημα και τη δραματουργία που ήδη υπάρχουν στη μουσική του Mozart. Το κλειδί ερμηνευτικά είναι να μην αντιμετωπιστούν ως καθαρά βιρτουοζικά έργα, αλλά ως ένας διάλογος εποχών, όπου το πιανιστικό μέσο εξελίσσεται, ενώ το πνεύμα παραμένει αναλλοίωτο.
Το Requiem, ακόμη και σε
μεταγραφή για πιάνο, κουβαλά μια έντονη πνευματικότητα και δραματική φόρτιση.
Πώς διαχειρίζεστε ερμηνευτικά αυτή τη βαρύτητα σε ένα σόλο ρεσιτάλ, όπου το
πιάνο καλείται να υποκαταστήσει τη φωνή και το σύνολο;
Το Requiem, ακόμη και στο πιάνο, δεν παύει να είναι μια λειτουργία. Η
πρόκληση είναι να αποφύγω την υπερβολική δραματοποίηση και να διατηρήσω μια
αίσθηση συλλογικότητας, παρότι βρίσκομαι μόνος στη σκηνή. Προσπαθώ να «ακούω»
τις φωνές και τις αναπνοές της χορωδίας μέσα από το πιάνο, να αφήνω τον ήχο να
έχει βάρος αλλά και ταπεινότητα. Είναι μια άσκηση εσωτερικής συγκέντρωσης και
σχεδόν πνευματικής σιωπής.
Η Σονάτα αρ. 12 σε Φα μείζονα,
K. 332, ισορροπεί ανάμεσα στη λυρικότητα και το θεατρικό στοιχείο. Πόσο
συνειδητά προσεγγίζετε τον Mozart ως «θεατρικό» συνθέτη ακόμη και στα καθαρά
πιανιστικά του έργα;
Τον Mozart τον προσεγγίζω απολύτως συνειδητά ως θεατρικό συνθέτη. Ακόμη και
στις σονάτες του, οι χαρακτήρες εναλλάσσονται, οι καταστάσεις συγκρούονται,
υπάρχει δράση. Στη Σονάτα K. 332 αυτό το στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο:
λυρισμός που διακόπτεται από ειρωνεία, χάρη που συνυπάρχει με αιφνίδιες
εντάσεις. Η ερμηνεία για μένα είναι μια σκηνική πράξη χωρίς λόγια.
Ένα ρεσιτάλ αφιερωμένο σε έναν
τόσο εμβληματικό δημιουργό είναι πάντα και μια προσωπική δήλωση. Τι θα θέλατε
να πάρει μαζί του ο ακροατής φεύγοντας από αυτή τη βραδιά στο Ίδρυμα Θεοχαράκη:
μια νέα εικόνα για τον Mozart ή μια πιο βαθιά ακρόαση του ίδιου του εαυτού του;
Θα ήθελα ο ακροατής να φύγει με μια αίσθηση εσωτερικής εγρήγορσης. Ίσως με
μια πιο σύνθετη εικόνα του Mozart όχι μόνο του ιδιοφυούς και φωτεινού, αλλά και
του εύθραυστου, στοχαστικού ανθρώπου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου