Γιώργος Καγιαλίκος: "Η φωνητική απόδοση στίχων που έχουν έντονο συναισθηματικό φορτίο απαιτεί βιωματική προσέγγιση.".
Πώς γεννήθηκε η ιδέα να μελοποιήσετε ποίηση της Κικής Δημουλά; Υπήρξε κάποιο ποίημα που αποτέλεσε την αφετηρία;
Η αρχή έγινε όταν ο ποιητής Γιάννης Ευθυμιάδης μου πρότεινε να μελοποιήσω
το ποίημα "Ο πληθυντικός αριθμός" για τις ανάγκες μιας
μουσικοποιητικής παράστασης που κάναμε μαζί πριν δυο χρόνια.
Την εν λόγω παράσταση είχαμε την τύχη να παρακολουθήσει και η Έλση Δημουλά η οποία γενναιόδωρα με παρότρυνε να συνεχίσω να μελοποιώ ποιήματα της μητέρας της.
Η ποίηση της Δημουλά είναι γνωστή για την πυκνότητά
της και τη λεπτή ειρωνεία της. Ποιες ήταν οι προκλήσεις στη μελοποίησή της και
πώς τις προσεγγίσατε;
Όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν την ποίηση της Δημουλά βαθιά
στοχαστική και ιδιαίτερη ανεβάζουν τον βαθμό δυσκολίας κατά την μελοποίησή της
και ο συνθέτης καλείται να δημιουργήσει νέες δομές, με σεβασμό πάντα στο
πρωτότυπο.
Για εμένα η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να καταλάβω τα ποιήματα - όχι μόνο
νοηματικά αλλά κυρίως συναισθηματικά.
Ο τίτλος «Ελάχιστη αίσθηση» προδιαθέτει
για κάτι εύθραυστο, σχεδόν ψιθυριστό. Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο τίτλος και
πώς συνομιλεί με τη μουσική σας;
Ο τίτλος είναι δανεισμένος από φράση του ποιήματος «Η περιφραστική πέτρα»
που έγραψε η ποιήτρια το 1971.
Έψαχνα κάτι που να περιγράφει τη συνομιλία της μουσικής μου με την ποίηση
της Δημουλά όπως εγώ την αισθάνομαι και να είναι σε αρμονία με την
ιδιοσυγκρασία μου.
Ο δίσκος κινείται ανάμεσα σε κλασικές και σύγχρονες
φόρμες. Πώς ισορροπείτε αυτά τα δύο στοιχεία στη συνθετική σας γλώσσα;
Προσπάθησα να δώσω χώρο στον φυσικό ρυθμό του λόγου έχοντας πάντα κατά νου
τα τραγούδια να έχουν κορμό και κατεύθυνση που να παραπέμπουν σε ένα οικείο
άκουσμα.
Άλλοτε μέσα από κλασικές αρμονίες και άλλοτε με τολμηρές χρωματικές ή και
ατονικές επιλογές.
Στην συνέχεια ένιωσα την ανάγκη η ενορχήστρωση να περιέχει ηλεκτρονικούς ήχους
και ηχητικά τοπία, ώστε δημιουργηθεί ένας διάλογος του παρόντος με την
διαχρονική ποίηση της Δημουλά.
Αναλαμβάνετε τη μουσική, την ερμηνεία, την
ενορχήστρωση και την παραγωγή. Πώς είναι να "κρατάτε" ολόκληρο το
έργο στα χέρια σας; Είναι απελευθερωτικό ή απαιτητικό;
Από τη μια οι ευθύνες είναι σαφώς περισσότερες αλλά από την άλλη έχει
κανείς την απόλυτη ελευθερία να διαμορφώνει το έργο ακριβώς όπως το
οραματίζεται και να το μεταφέρει κατευθείαν στον ακροατή χωρίς συμβιβασμούς.
Εν τέλει, είναι σαν να φτιάχνεις ένα δικό σου μικρό σύμπαν.
Η ερμηνεία σας έχει μια εσωτερικότητα, σαν να
ακούγεται μια φωνή "από μέσα". Πώς προσεγγίζετε τη φωνητική απόδοση
τέτοιων στίχων;
Η φωνητική απόδοση στίχων που έχουν έντονο
συναισθηματικό φορτίο απαιτεί βιωματική προσέγγιση. Κάθε φορά προσπαθώ να
νιώσω τι υπονοούν οι λέξεις. Τι κρύβεται πίσω από αυτές.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι στον δίσκο που νιώθετε ότι σας
"αντιπροσωπεύει" περισσότερο – ως δημιουργό ή ως άνθρωπο;
Ακούω και τα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ σαν ένα ενιαίο τραγούδι
διάρκειας 22 λεπτών. Αυτό είναι ένα στοιχείο που μπορεί να διακρίνει κανείς στις
περισσότερες δισκογραφικές μου δουλειές, ιδιαίτερα όταν αυτές αφορούν
μελοποιήσεις ποιημάτων.
Ποια είναι η σχέση σας με την ποίηση γενικά; Διαβάζετε
ποίηση συχνά; Έχετε αγαπημένους ποιητές πέρα από την Κική Δημουλά;
Δεν είναι απαραίτητα κάτι που διαβάζω με πρόγραμμα γιατί πάντα ένιωθα πως η
ποίηση δεν σου ζητάει να την κυνηγήσεις αλλά σου αποκαλύπτεται όταν είσαι
ανοιχτός να τη δεχτείς.
Δεν διαβάζω ποίηση πάντα με το βιβλίο στο χέρι, αλλά την επεξεργάζομαι, την
κουβαλάω, και την ανασυνθέτω. Ως προς αυτό νομίζω πως παίζει ρόλο στο ότι
συνήθως την «διαβάζω» περισσότερο ως μουσικός.
Πέρα από την Δημουλά ποιητές που ξεχωρίζω και έχω μελοποιήσει είναι ο Νικηφόρος
Βρεττάκος, ο Διονύσιος Σολωμός και ο Κωστής Παλαμάς.
Μου αρέσει επίσης πολύ η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη, του Τάσου Λειβαδίτη και της
Κατερίνας Γώγου, ενώ έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί δισκογραφικά με τον
Δημήτρη Λέντζο και τον Γιάννη Ευθυμιάδη.
Σε μια εποχή γρήγορης κατανάλωσης, τι θέση πιστεύετε
πως έχει ένας τέτοιος "χαμηλόφωνος" και λυρικός δίσκος;
Θεωρώ πως και αυτός ο δίσκος μου καταρχήν απευθύνεται σε όλους. Το πόσοι
τελικά θα σταθούν για λίγο να τον αφουγκραστούν είναι κάτι που θα φανεί στον
χρόνο.
Δημιουργώ πάντα με την ελπίδα πως υπάρχουν ακροατές που έχουν ανάγκη τους
χαμηλόφωνους και ποιητικούς δίσκους που πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα.
Η αλήθεια είναι πως δεν είναι πολλοί αλλά η ποσότητα στην Τέχνη δεν είναι πάντα
το ζητούμενο.
Αν η Ελάχιστη αίσθηση ήταν ένα
ηχητικό γράμμα προς κάποιον ακροατή, τι θα θέλατε να του μείνει όταν τελειώσει
το τελευταίο κομμάτι;
Σαν κάτι που δεν εξηγείται πλήρως αλλά ταυτόχρονα σου αφήνει χώρο να το
ανακαλύψεις. Ήχοι που αρχικά φαίνονται διακεκομμένοι ή αόριστοι, αλλά σιγά-σιγά
ενώνεται και γίνεται κάτι ολοκληρωμένο και αναγνωρίσιμο.
Της Αεξίας Βλάρα, 28/04/2025
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου