Χαρίλαος Τρουβάς: "Ό,τι είναι αυθεντικό δε θέλω να αλλάξει καθόλου".

Ο Χαρίλαος Τρουβάς μάς προσκαλεί σε ένα ιδιαίτερο ταξίδι στις γειτονιές της Αθήνας μέσα από τον καπνό του ναργιλέ. Στο βιβλίο του Ο αττικός ναργιλές, ο συγγραφέας αποτυπώνει την πορεία του ναργιλέ στον ελληνικό χώρο, τη σχέση του με την κοινωνία και τη μουσική, καθώς και τις προσωπικές του εμπειρίες από τα ναργιλετζήδικα της Αττικής. Με μια προσέγγιση που ισορροπεί ανάμεσα στην αστική λαογραφία, την κοινωνιολογική παρατήρηση και τη λογοτεχνική αφήγηση, ο Τρουβάς καταγράφει ιστορίες ανθρώπων, στιγμιότυπα καθημερινότητας και πολιτισμικές μεταβολές.

Σε αυτή τη συνέντευξη, μιλά για την αφορμή που τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο, τη διαχρονική παρουσία του ναργιλέ στο ελληνικό τραγούδι, τις πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις του θέματος, αλλά και για τη δική του προσωπική πορεία στη συγγραφή. Μέσα από τη συζήτησή μας, ανακαλύπτουμε έναν κόσμο που ξεφεύγει από τα στερεότυπα και αποκαλύπτει μια διαφορετική όψη της πόλης και των ανθρώπων της.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το βιβλίο; Ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εμπειρίας, έρευνας ή και των δύο;

Γυρνούσα για χρόνια στα ναργιλετζήδικα και σκεφτόμουν ότι πολλές απ` τις καταστάσεις που ζούσα εκεί θα άξιζε κάποια στιγμή να τις καταγράψω. Ο Ηλίας Πετρόπουλος κι ο Ζάχος δεν είχαν γράψει γι` αυτό το θέμα γιατί στον καιρό τους ο ναργιλές είχε χαθεί απ` την πιάτσα. Είπα λοιπόν να το κάνω εγώ, τώρα που τον ξανάφεραν οι μετανάστες. Το πεζογραφικό κομμάτι του βιβλίου είναι αποτέλεσμα δικής μου, προσωπικής εμπειρίας. Τα άλλα δύο κομμάτια, οι ανθολογίες τραγουδιών και κειμένων που αναφέρονται στο ναργιλέ, είναι αποτέλεσμα έρευνας. Υπάρχει βέβαια και το φωτογραφικό κομμάτι του βιβλίου, που το χρωστάω στο φίλο μου Γιώργο Ευθυμίου.

Ο ναργιλές στην Ελλάδα έχει μια πορεία που συνδέεται με διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες. Πιστεύετε ότι λειτουργεί ως πολιτισμική «γέφυρα» ή ως σύμβολο περιθωρίου;

Ο νέος υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου διατύπωσε το δόγμα ότι οι μετανάστες οφείλουν να ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις μας. Εγώ δεν ασπάζομαι αυτό το δόγμα και κάνω το αντίθετο: ζω σύμφωνα με τις παραδόσεις των μεταναστών. Δουλεύω, μένω στο ενοίκιο, βγαίνω σε λαϊκά μαγαζιά, συναναστρέφομαι λαϊκούς ανθρώπους. Προσωπικά μιλώντας, δε νιώθω ούτε περιθώριο ούτε ότι γεφυρώνομαι πολιτισμικά μ` όσους συχνάζουν στα ναργιλετζήδικα, που οι περισσότεροι είναι μετανάστες. Μια χαρά μού φαίνονται οι άνθρωποι! Πολλοί Έλληνες όμως βλέπουν κάπως εξωτικά ή κι επικίνδυνα αυτά τα μέρη. Πάντως ναργιλέ δεν κάνεις μόνο στα ναργιλετζήδικα. Έχει μπει πια και σε κυριλέ, τουριστικά μαγαζιά, σα μια νότα εξωτισμού.

Στο βιβλίο σας καταγράφεται η παρουσία του ναργιλέ στο ελληνικό τραγούδι. Ποιες είναι οι πιο χαρακτηριστικές στιγμές αυτής της σχέσης;

Βλέπω τώρα τα «100 χρόνια Ελληνική Δισκογραφία» με τη Χαρούλα και σκέφτομαι ότι αυτά τα 100 χρόνια δεν εξέλιπε ποτέ ο ναργιλές απ` το ελληνικό τραγούδι. Αντί να εντοπίσω στιγμές, θα καταδείξω τρεις περιόδους. Από το 1920 ως το 1950 ο ναργιλές είναι παρών στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι, το δεύτερο μισό του αιώνα αντιμετωπίζεται νοσταλγικά και κάπως οριενταλιστικά σε διάφορα είδη τραγουδιού, ενώ από το 2010 και μετά γίνεται και πάλι παρών, ιδίως στη ραπ και στην τραπ. Το τραγούδι λοιπόν αποτυπώνει την παρουσία ή την απουσία του ναργιλέ από την πιάτσα, από την κοινωνία. Γι` αυτό και η ανθολογία που έφτιαξα διαβάζεται σχεδόν σαν Ιστορία.

Αναφέρετε τη δική σας περιπλάνηση στα ναργιλετζήδικα της Αττικής. Τι σας τράβηξε σε αυτούς τους χώρους και τι πιστεύετε ότι αποκαλύπτουν για την πόλη;

Ήταν μια διέξοδος για μένα, ένα ουσιαστικό κι όχι τουριστικό ταξίδι μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κρίσης. Τα μνημόνια, η φτώχεια και η άνοδος του ναζισμού έφτιαχναν ένα χαρμάνι απ` το οποίο ήθελα να ξεφύγω. Πέρα λοιπόν από την απόλαυση του ναργιλέ και από την αγάπη μου για τα λαϊκά στέκια, ήταν και ψυχολογικοί οι λόγοι που με τράβηξαν σ` αυτούς τους χώρους. Αλλά αυτά τα γράφω αναλυτικά στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου. Πάντως, ακολουθώντας σα λαγωνικό τη μυρουδιά του ναργιλέ, ανακάλυψα γειτονιές και δρόμους που δεν είχα ξαναπεράσει. Η Αθήνα είναι τεράστια, έχει πολύ βάθος, δεν είναι η βιτρίνα της.

Η αφήγησή σας περιλαμβάνει πρόσωπα με έντονες προσωπικές ιστορίες, όπως ο Simon Suleymani. Πώς επιλέξατε ποιες ιστορίες θα συμπεριλάβετε;

Οι ιστορίες δεν έχουν τελειωμό. Επέλεξα αυτές που θα είχαν ενδιαφέρον και για κάποιον που ζει εντελώς διαφορετικά από μένα. Τη γνωριμία μου μ` αυτό τον Κούρδο τη χάρηκα γιατί κάναμε πολύ καλή παρέα, παρά τα πολύ κακά αγγλικά μου. Επίσης χάρηκα που γνωριστήκαμε με τον παλιακό τρόπο, σε μαγαζί, εκτός οθόνης. Έχω χρόνια να τον δω, τώρα ζει στο Παρίσι. Μου `κανε εντύπωση η σκληρότητά του και η γενναιότητά του. Η προσωπική του και η οικογενειακή του ιστορία είναι γεμάτη φυλακίσεις, βασανιστήρια, προσφυγιά.

Ο τίτλος Ο αττικός ναργιλές υπονοεί μια ιδιαίτερη σχέση του ναργιλέ με την Αθήνα. Τι τον κάνει τόσο «αττικό»;

Αττικό τον κάνει το διαρκές πήγαιν` έλα του. Τον διώχνουν απ` την Αττική, μα αυτός ξαναγυρνάει. Δεν ξεριζώνεται. Όταν φτιάχτηκε το ελληνικό κράτος, εγκαταλείφθηκε σταδιακά ως οθωμανικό κατάλοιπο. Ξανάρθε με τους πρόσφυγες το `22 μα πολεμήθηκε από την εξουσία γιατί ταυτίστηκε με το χασίς. Και τα τελευταία χρόνια ξανάρθε με τους μετανάστες. Πάντως ο τίτλος έχει να κάνει και με το αντικείμενο του βιβλίου. Δεν έκανα έρευνα για την παρουσία του ναργιλέ γενικά στον ελλαδικό χώρο. Περιορίστηκα στον τόπο που ζω. Και τον είπα «αττικό» κι όχι «αθηναϊκό» γιατί αναφέρομαι σε ναργιλετζήδικα και εκτός του Δήμου Αθηναίων.

Πιστεύετε ότι το ελληνικό κράτος και η ελληνική κοινωνία είχαν πάντα την ίδια στάση απέναντι στον ναργιλέ; Υπάρχει μια κυκλικότητα στην αποδοχή και την απόρριψή του;

Το κράτος του Όθωνα δεν τον ήθελε το ναργιλέ. Και η κοινωνία σταδιακά τον άφησε πίσω της, μέσα σε μία τάση εξευρωπαϊσμού. Μετά το `22 το κράτος φέρθηκε εχθρικά στους πρόσφυγες και στην κουλτούρα τους. Η κοινωνία όμως, φτύνοντας το δόγμα Βορίδη, υιοθέτησε τις παραδόσεις των προσφύγων: ρεμπέτικο, ναργιλές, χαμάμ, μαγειρική κλπ. Σήμερα, σε συνθήκες πλέριου καπιταλισμού, ο ναργιλές είναι ένα ακόμα προϊόν και το ναργιλετζήδικο άλλη μια επιχείρηση. Δεν υπάρχει επομένως κυκλικότητα. Η αποδοχή και η απόρριψη του ναργιλέ έχουν να κάνουν με το κάθε φορά πολιτικό σύστημα.

Υπάρχουν στερεότυπα γύρω από τον ναργιλέ, ειδικά στις μέρες μας. Τι θα θέλατε να αλλάξει στη δημόσια εικόνα του;

Ό,τι είναι αυθεντικό δε θέλω να αλλάξει καθόλου. Ας αλλάξουν αυτοί που δεν το καταδέχονται και δεν το αποδέχονται. Το μόνο που μου λείπει είναι ένα ναργιλετζήδικο που να παίζει ρεμπέτικα. Όλα αυτά τα μαγαζιά παίζουν ή αράβικα ή λαϊκοπόπ και τραπ.

Σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία σας, πώς διαφοροποιείται αυτό το έργο; Ήταν μια φυσική συνέχεια ή μια αλλαγή κατεύθυνσης για εσάς;

Βιβλία μου είναι κάποια κείμενά μου που έτυχε να εκδοθούν. Πρώτα βγήκαν τα «3 χαλασμένα έργα». Εκεί ξαναέγραψα τη «Λυσιστράτη», το «Λεωφορείον ο Πόθος» και τη «Δεσποινίδα Τζούλια», προσαρμόζοντας τις τρεις αυτές ιστορίες στην Ιστορία της δεκαετίας του 2010. Ένα παιχνίδι ήταν. Το κάναμε και παράσταση. Το δεύτερο βιβλίο, «Ο Λάκης έλειπε», ήταν η βιογραφία του Λάκη Καραλή. Και τώρα αυτό είναι κάτι σαν αστική λαογραφία. Ε, η μικρή αυτή και άτσαλη πορεία μου δεν είναι η πορεία ενός που καίγεται να καταξιωθεί στα γράμματα. Δε νιώθω καθόλου συγγραφέας. Γράφω κατά καιρούς ό,τι μου κάνει κέφι.

Εάν μπορούσατε να επιλέξετε ένα τραγούδι ως «soundtrack» του βιβλίου σας, ποιο θα ήταν και γιατί;

Το εκτενέστερο μέρος του βιβλίου είναι η ανθολογία των τραγουδιών που αναφέρονται στο ναργιλέ. Άλλα απ` αυτά τα `ξερα, άλλα τα ανακάλυψα ψάχνοντας. Αλλά αν είναι να διαλέξω ένα, είναι δυνατό να μην είναι του Άκη Πάνου; «Πες μου παππού», λοιπόν. «Πέστε μου όλοι σας καλέ / πώς κάνουνε στο κυριλέ / τα πάντα οι μεγάλοι / και τα στραβόμοιρα καλέ / τα κρύβουν σε Γεντί Κουλέ / έτσι και κάψουν ναργιλέ / και στρώσουνε κεφάλι / να χαχανίσουν τη ζωή / κι ετούτη κι όποιαν άλλη».


Της Αλεξίας Βλάρα, 31/03/2025


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαρία Γεωργαλά-Καρτούδη: "Η ποίηση για μένα απαλύνει τον πόνο, είναι μια ψευδαίσθηση ότι αν βάλω λέξεις να αγκαλιάσουν τη μοναξιά και την απώλεια, αυτές θα πονάνε λιγότερο".

Ηλίας Καρακωνσταντάκης: "Όλα καταλήγουν στο πρέπει, χωρίς να υπάρχει το θέλω να ζήσω έτσι".

Δημήτρης Μανιάτης: "Η δουλειά μου ως δημοσιογράφου με βοηθά στην πεζογραφία μόνον ως προς το σκέλος της καταγραφής, της παρατήρησης ή της τεκμηρίωσης στοιχείων".

Είδαμε και προτείνουμε: Troilus and Cressida