Μαριτίνα Πάσσαρη: "H τέχνη μπορεί να ανοίγει δύσκολα θέματα, δεν είναι δουλειά της να δίνει απαντήσεις."

Στην παράσταση Τηλεφώνησε ο γιος σου, η σκηνοθέτις Μαριτίνα Πασσάρη καταπιάνεται με ένα θέμα που αφορά πολλούς: τη μοναξιά των ηλικιωμένων, τις σχέσεις γονιών και παιδιών, αλλά και τον ρόλο των φροντιστών στη ζωή τους. Η παράσταση, που ξεκίνησε ως μονόλογος, μετατράπηκε σε ένα έργο για δύο πρόσωπα, αναδεικνύοντας με χιούμορ και συγκίνηση την ιδιαίτερη δυναμική της ανθρώπινης επικοινωνίας. Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα για την πορεία της παράστασης, τις προκλήσεις της διασκευής, αλλά και τη δύναμη του θεάτρου να ανοίγει δύσκολες συζητήσεις.


Τι σας ώθησε να σκηνοθετήσετε το έργο Τηλεφώνησε ο γιος σου;

Γνώριζα το έργο πολύ καιρό. Ίσως κάποια χρόνια. Επειδή συνήθως ασχολούμαι με μικρές παραγωγές έχω μερικά έργα με λίγα πρόσωπα στον σκληρό μου δίσκο. Άλλα τα έχω βρει ψάχνοντας μόνη μου. Άλλα μου τα έχουν προτείνει καλοί συνεργάτες όπως η Μαρία Χατζηεμμανουήλ. Με την Μαρία έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές. Ξέρει το γούστο μου και τον τρόπο που  δουλεύω σκηνοθετικά πάνω στα έργα. Μου είχε στείλει λοιπόν η Μαρία το έργο μαζί με διάφορα άλλα. Που μάλιστα τελικά ανέβηκαν από άλλους σκηνοθέτες με  μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία πρόσφατα. Το Τηλεφώνησε ο γιος σου δεν μου είχε κάνει εντύπωση. Ίσως επειδή ήταν πολύ μεγάλο και ήταν μονόλογος… Και δεν είχα τότε ασχοληθεί με μονολόγους. Πέρυσι σκηνοθέτησα για πρώτη φορά έναν μονόλογο που μου άρεσε με την πρώτη ματιά και περίμενα μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες και να το κάνουμε, το Α.Κ.Α. στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με πρωταγωνιστή τον Μιχάλη Πανάδη. Μια δουλειά που είχε τις δυσκολίες της, αλλά τελικά οδήγησε σε μια πολύ ωραία παράσταση που άρεσε σε κοινό και κριτική.

Αυτό το γεγονός, ότι μόλις είχα σκηνοθετήσει μονόλογο, με απομάκρυνε ακόμα περισσότερο από το Τηλεφώνησε ο γιος σου στην πρώτη του μορφή.  Μια άλλη επιθυμία μου αποδείχθηκε πιο ισχυρή: να συνεργαστώ με τη Μαριλένα Μακρή.  Και πάλι, γιατί το είχαμε δοκιμάσει σε μια προηγούμενη παράσταση που αγαπώ πολύ και δεν έγινε ευρύτερα γνωστή, γιατί παίχτηκε λίγες φορές σε έναν ιδιαίτερο χώρο: στο Άσυλο Ανιάτων. Η παράσταση βασιζόταν στο βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου, Οι Κόρες του Ηφαιστείου κι επρόκειτο για μερικά στιγμιότυπα από τα διηγήματα της συλλογής που με λίγα μέσα αλλά πολλή φαντασία, είχαμε αναπτύξει σε έναν μακρόστενο χώρο με ζωγραφιές για τους ωφελούμενους του Ασύλου, με τους θεατές γύρω μας και ζωντανή μουσική και αυτοσχέδια φώτα κλπ. Ήταν ωραία εμπειρία.Τέλος πάντων ήθελα  να συνεργαστούμε και πάλι με τη Μαριλένα. Στις Κόρες του Ηφαιστείου είχαμε μαζί μια πολύ ωραία σκηνή βασισμένη στο διήγημα Η εγγονή του Στάλιν όπου μια γυναίκα, την έπαιζε η Μαριλένα, που πιστεύει ότι είναι η εγγονή του Στάλιν που την κυνηγάει ο Πούτιν να τη σκοτώσει, εισβάλλει στο γραφείο μιας μοναχικής δημοσιογράφου (την έπαιζα εγώ)  μια παραμονή πρωτοχρονιάς… Και εκεί αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση. Την φτιάξαμε σιγά σιγά ορμώμενες από την ιδέα του κειμένου, που το εμπλουτίσαμε και φτιάξαμε κάτι ωραίο. Με το τίποτα. 

Όταν λοιπόν η Μαριλένα  διάβασε το έργο Τηλεφώνησε ο γιος σου, ψάχνοντας για έργα για τον εαυτό της, τής άρεσε πολύ. Κι επέμεινε. Υποστήριξε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα σοβαρό θέμα που απασχολεί πολύ κόσμο. Με ένα ωραίο έργο. Σοβαρό κι αστείο. Και μου είπε, βρες τρόπο να το κάνουμε.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνοθεσία αυτού του έργου; 

Πριν από τη σκηνοθεσία η πρόκληση ήταν η διασκευή. Η μετατροπή ενός μονολόγου σε ένα έργο για δυο ισότιμα πρόσωπα. Γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαμε να το κάνουμε μαζί. Δεν ήξερα καθόλου αν θα πετύχει, όμως όταν μπαίνω στη δημιουργική διαδικασία παύω να σκέφτομαι λογικά κι ακολουθώ κάτι που μπορεί να λέγεται ένστικτο ή έμπνευση ή κάτι τέλος πάντων που μου λέει καν’ το και μη σε νοιάζει. Δεν μου το λέει κανείς άλλος. Εγώ το λέω στον εαυτό μου και τον πείθω και βουτάμε μαζί.

Στο Τηλεφώνησε ο γιος σου  κάναμε με τη Λένα Μπαμπασάκη (τη βοηθό μας) και τη Μαριλένα μια πρώτη ανάγνωση, χρονομετρήσαμε και είδαμε ότι το έργο κρατάει πολύ. Σκεφτήκαμε ότι  δεν γίνεται το δεύτερο πρόσωπο να μη μιλάει καθόλου, αφού το θέλαμε πάνω στη σκηνή. Ε και μετά κάθισα και ξανάγραψα τα πάντα από την αρχή. Κόβοντας, κείμενο από τον πρώτο ρόλο, προσθέτοντας λέξεις φράσεις και κυρίως δράσεις στο δεύτερο πρόσωπο, προσπαθώντας να φτιάξω ένα έργο που να δείχνει καθαρά την εξέλιξη μιας σχέσης ανάμεσα σε δύο πρόσωπα τόσο διαφορετικά… Και αυτό συνεχίζεται στις πρόβες ακόμα και στις παραστάσεις. Χθες για παράδειγμα πρότεινε κάτι η Μαριλένα το συζητήσαμε και το εντάξαμε στην παράσταση.

Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε το χιούμορ και τη συγκίνηση στην παράσταση;

Προσπαθούμε. Πιστεύω ότι το έργο στην πρώτη μορφή είχε πολύ χιούμορ έτσι κι αλλιώς. Όμως οι ισορροπίες αλλάζουν όταν το πρόσωπο της άλλης γυναίκας εμφανίζεται στη σκηνή. Τώρα πια το χιούμορ δεν βρίσκεται μόνο στα λόγια αλλά μπορεί να διοχετευτεί και στη δράση. Και αυτό είναι πιστεύω πιο ενδιαφέρον. Τα λεκτικά αστεία κατά τη γνώμη μου φτάνουν μέχρι ένα σημείο. Σίγουρα μπορείς να χαμογελάσεις … αν δεν τα βρεις εξυπνακίστικα. Γιατί μερικές φορές βρίσκονται εκεί για το κοινό και όχι  από την ανάγκη των προσώπων του έργου να εκφραστούν με αυτό τον τρόπο. Προτιμώ τα αστεία που δημιουργούνται επί σκηνής είτε από κίνηση είτε από έκφραση είτε από τις ίδιες τις σχέσεις. Σε αυτή την κατεύθυνση λοιπόν κινήθηκα στη διασκευή. Προσπάθησα να δουλέψω μέσα στη συνθήκη του έργου και να ανακαλύψω το χιούμορ των στιγμών. Ίσως φαίνεται πολύ αόριστο αυτό που περιγράφω αλλά να ένα παράδειγμα: σε μια σκηνή, ο γιος της ηλικιωμένης παίρνει τηλέφωνο, μιλάει με τη φροντίστρια και για πρώτη φορά αρνείται να μιλήσει με τη μητέρα του που έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να του απαντήσει αφού έχει μικρά περιθώρια λεκτικής επικοινωνίας και μπορεί μόνο να ακούσει τη φωνή του και ίσως να ψελλίσει μια δυο λέξεις. Η φροντίστρια λοιπόν έχει μεγάλο πρόβλημα να της πει ότι ο γιος τής έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα και δεν θα χάσει χρόνο για να κάθεται στο τηλέφωνο με τη μητέρα του σιωπηλή να ακούει την ανάσα του,  κάτι που έτσι κι αλλιώς κατά τη γνώμη του δεν οδηγεί πουθενά. Η φροντίστρια προσπαθεί να  βρει δικαιολογίες για να μη στενοχωρήσει την μητέρα. Όταν οι δικαιολογίες τελειώνουν η ηλικιωμένη έχει μια απάντηση:  Τσίσα! Αυτή η τόσο δα λεξούλα που προσέθεσα είναι από τη μια αστεία, επειδή εκφράζει την άβυσσο της μεταξύ τους επικοινωνίας, από την άλλη όμως είναι η πραγματική επιθυμία της ηλικιωμένης.

Ποια είναι η προσωπική σας σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται το έργο, όπως η μοναξιά των ηλικιωμένων και η εγκατάλειψη;

Είναι όντως μια πολύ προσωπική ερώτηση. Το έχω αντιμετωπίσει το ζήτημα. Όχι από τη μεριά της ηλικιωμένης. Ούτε από τη μεριά της εγκατάλειψης. Από τη μεριά της κόρης. Που ήταν και δεν ήταν φροντίστρια, γιατί είχε την δυνατότητα να έχει μια επαγγελματία όπως αυτή που υποδύομαι στην παράσταση. Οι σχέσεις αυτές με τους φροντιστές των γονιών μας είναι ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη ζωή μας. Το έργο και η παράσταση μου δίνει τη δυνατότητα να μπω στη θέση τους. Και ίσως λειτουργεί θεραπευτικά, κατά κάποιο τρόπο.

Το θέατρο μπορεί να ευαισθητοποιήσει το κοινό για κοινωνικά ζητήματα. Ποιο μήνυμα θέλετε να περάσετε μέσα από αυτή την παράσταση;

 Το κυριότερο είναι ότι το θέατρο, η τέχνη γενικότερα μπορεί να ανοίγει δύσκολα θέματα. Δεν είναι δουλειά του να δίνει απαντήσεις. Είχα την ιδέα να οργανώσω δυο συζητήσεις μέχρι στιγμής -θα ακολουθήσουν κι άλλες- με αφορμή το έργο (με εισηγητές τους φίλους Γιάννη Δούμο, ψυχίατρο και θεατρικό συγγραφέα και Γιώργο Κρανιδιώτη, γιατρό Παθολόγο ΕΣΥ - Πτυχιούχο Φιλοσοφίας) κι ενώ φοβόμουν ότι πολλοί λίγοι θα μείνουν μετά την παράσταση, είδα ότι οι περισσότεροι από το κοινό είχαν όρεξη να ακούσουν και να μιλήσουν γενικά ή προσωπικά για τα θέματα που βάζει το έργο.  Να προβληματιστούν. Θεωρώ λοιπόν ότι σε αυτό το βαθμό κάτι πετυχαίνουμε με αυτή την παράσταση. Δεν ξέρω τι παίρνει ο καθένας μαζί του, αν είναι για όλους το ίδιο “μήνυμα”, εγώ στις πρόβες  και τώρα στις παραστάσεις έχω πάντα στο μυαλό μου  ότι το πιο σημαντικό μέχρι το τέλος είναι η ίδια η ζωή και ανθρώπινες σχέσεις δεν παύουν ποτέ να δημιουργούνται. Και αυτό το βρίσκω συναρπαστικό κι ελπιδοφόρο.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τη Μαριλένα Μακρή στη σκηνή, δεδομένου ότι σκηνοθετείτε και παίζετε μαζί της;

Είχαμε πολλά γέλια. Και μεγάλη κατανόηση η μια για την άλλη. Και θαυμασμό. Η Μαριλένα έλεγε ,πωπω πώς θα μάθεις όλα αυτά τα λόγια. Κι εγώ έλεγα θα το κάνεις αυτό; Μήπως σε πειράζει; Και η Μαριλένα υπερθεμάτιζε. Την ευχαριστώ για το θάρρος και την τόλμη της.

Για μένα η σκηνοθεσία είναι κυρίως η επιλογή των συνεργατών. Η παράσταση δεν θα υπήρχε χωρίς τη Μαριλένα και θα ήταν τελείως διαφορετική χωρίς την Χριστίνα Φυλακτοπούλου στις πρώτες φωτογραφίες, τη Ζωή Μολυβδά Φαμέλη στα σκηνικά και τους φωτισμούς, την Αλίκη Καζούρη στην επιμέλεια κίνησης, τον Στάθη Ιωάννου στην ηχητική μπάντα, αλλά και τη Λένα Μπαμπασάκη και την Έφη Ψυχογιού που είχαν επίσης πολλές ιδέες και έδωσαν και δίνουν ακόμα τεχνική υποστήριξη.

Η αφήγηση ιστοριών μέσα από τον κινηματογράφο και το ραδιόφωνο παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο. Ποια είναι η δική σας σχέση με αυτά τα μέσα;

Έχω κάνει ραδιόφωνο και σινεμά. Και είμαι φανατική ακροάτρια και σινεφίλ. Ακριβώς όπως και η Τζούλια. Ίσως λίγο πιο ψαγμένη….

Έχετε ασχοληθεί με τον κινηματογράφο, τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Πώς συνδυάζονται αυτές οι διαφορετικές εμπειρίες στην καλλιτεχνική σας προσέγγιση;

Στην πραγματικότητα είμαι και παραμένω ηθοποιός. Μετά ήρθε η συγγραφή και στο τέλος η σκηνοθεσία. Και όλα αυτά είμαι εγώ. Γράφω έργα ή σενάρια, φαντάζομαι πώς μπορούν αυτά να ανέβουν στη σκηνή ή στην οθόνη. Προσπαθώ να δημιουργήσω τις συνθήκες για να αποκτήσουν σκηνική ή κινηματογραφική οντότητα.  Και αν το καταφέρω επιστρέφω στους ηθοποιούς και την υποκριτική. Σε συνθήκες χαμηλού προϋπολογισμού επικεντρώνομαι σε αυτό. Προσπαθώντας συγχρόνως  να δημιουργήσω μια εικόνα  που να με ικανοποιεί. 

Το έργο θίγει την αμηχανία των νεότερων γενεών απέναντι στην ασθένεια και τη γήρανση. Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα ταμπού στην κοινωνία μας;

Η κοινωνία βλέπει μόνο τη νεότητα ενώ η ίδια γερνάει. Είναι αστείο και τραγικό μαζί. Ενώ οι νέοι παραπονούνται με το δίκιο τους ότι δεν έχουν καθόλου προνόμια, ότι τους έχουν κλέψει τη ζωή, οι ηλικιωμένοι γίνονται πλειοψηφία χωρίς φωνή και χωρίς κανένα δικαίωμα. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια, κανένα σχέδιο κεντρικό. Οι οικογένειες λειτουργούν πια με μη παραδοσιακό τρόπο, που απομακρύνει τους ηλικιωμένους. Οι συντάξεις πέφτουν, οι δουλειές δεν υπάρχουν μετά τα πενήντα… Ενώ οι στατιστικές είναι δυσοίωνες, επιμένουμε να ξοδεύουμε χρήματα σε πλαστικές λες και η νεότητα μπορεί να αγοραστεί. Λες και το δικαίωμα να γεράσει κανείς παραμένοντας ισότιμο μέλος της κοινωνίας είναι αδύνατον. Είμαι σίγουρη ότι θα αναγκαστούμε να αντιμετωπίσουμε αυτά τα θέματα πολύ σύντομα, προτού πάρουν εκρηκτικές διαστάσεις.

Μετά από αυτή την παράσταση, έχετε κάποιο νέο σκηνοθετικό ή συγγραφικό εγχείρημα που μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας;

Έχω όπως πάντα πολλά σχέδια κάθε Άνοιξη. Που εξαρτώνται από τη χρηματοδότηση ή τη μη χρηματοδότηση. Αν δηλαδή θα βρω χρηματοδότηση για τα πιο φιλόδοξα. Μόλις είχα μια πρώτη απόρριψη (για φέτος) από το Όλη η Ελλάδα ένα πολιτισμός. Έπονται και άλλες αποφάσεις. Συγχρόνως έχω δυο διαφορετικά σχέδια συγγραφής που θα ολοκληρώσω μέσα στο καλοκαίρι και ένα από αυτά ελπίζω να σκηνοθετήσω την επόμενη χρονιά. Πάλι με ελάχιστα χρήματα. Και αυτό είναι πολύ ανακουφιστικό, ότι δηλαδή μπορώ ακόμα και αν δεν βρω χρηματοδότηση, να κάνω μια δουλειά που να με εκφράζει. Ανυπομονώ για τις διακοπές του Πάσχα για να στρωθώ στο γράψιμο. Όταν γράφω προτιμώ να μη τρέχει συγχρόνως μια παραγωγή. Το Τηλεφώνησε ο γιος σου θα παίζεται μέχρι την Κυριακή των Βαΐων. Μετά το Πάσχα θα κάνουμε και μια μικρή περιοδεία σε Πάτρα και Θεσσαλονίκη. Αυτή η παράσταση μας έχει δώσει πολλή χαρά, συγκίνηση και γέλιο. Και πολύ ωραίες συνεργασίες. Γιατί και το Θέατρο Μικρός Κεραμεικός μας φιλοξένησε με θέρμη και μεγάλη γενναιοδωρία.  


Της Αλεξίας Βλάρα, 31/03/2025

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαρία Γεωργαλά-Καρτούδη: "Η ποίηση για μένα απαλύνει τον πόνο, είναι μια ψευδαίσθηση ότι αν βάλω λέξεις να αγκαλιάσουν τη μοναξιά και την απώλεια, αυτές θα πονάνε λιγότερο".

Ηλίας Καρακωνσταντάκης: "Όλα καταλήγουν στο πρέπει, χωρίς να υπάρχει το θέλω να ζήσω έτσι".

Δημήτρης Μανιάτης: "Η δουλειά μου ως δημοσιογράφου με βοηθά στην πεζογραφία μόνον ως προς το σκέλος της καταγραφής, της παρατήρησης ή της τεκμηρίωσης στοιχείων".

Είδαμε και προτείνουμε: Troilus and Cressida