Η ομάδα Συν Πλην μιλά για τη «Ζωή Χωρίς Κυριακή» μια παράσταση για τη γενιά χωρίς παύση

Στη «Ζωή Χωρίς Κυριακή», η ομάδα Συν Πλην αφουγκράζεται τη νεότητα σε έναν κόσμο χωρίς παύση, όπου η ενηλικίωση δεν έρχεται με ηλικιακά όρια αλλά μέσα από ρωγμές, ρίσκα και απώλειες. Το υπόγειο μπαρ «Βάκχος» γίνεται σκηνικός τόπος ελευθερίας και έκθεσης, όπου τέσσερις χαρακτήρες ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στον φόβο της μοναξιάς. Μέσα από τη μουσική ως δραματουργικό εργαλείο και μια συλλογική, αυτοδιαχειριζόμενη καλλιτεχνική ματιά, η παράσταση μιλά για την αυθεντική έκφραση, την ευθύνη των επιλογών και εκείνη την «Κυριακή» που όλοι αναζητούμε για να πάρουμε ανάσα.



Ο τίτλος «Ζωή Χωρίς Κυριακή» παραπέμπει σε έναν κόσμο χωρίς παύση και ανάσα. Ποια «Κυριακή» λείπει περισσότερο από τους ήρωες και από τη δική μας καθημερινότητα;

Κάθε χαρακτήρας έχει μια δικιά του Κυριακή να αναπολεί. Η Κυριακή που λείπει περισσότερο και στους τέσσερις ήρωες είναι η Κυριακή των παιδικών χρόνων, η Κυριακή πριν την ενηλικίωση, η Κυριακή της ανεμελιάς, μια Κυριακή παύση χωρίς πνίξιμο ευθυνών, χωρίς δουλειά και υποχρεώσεις, χωρίς άγχος για το ξημέρωμα της Δευτέρας. Μια Κυριακή που προλαβαίνεις να τη ζήσεις  και σε κάνει να ονειρευτείς την επόμενη Κυριακή που θα έρθει. Μια τέτοια Κυριακή λείπει κι από την δική μας καθημερινότητα. Μια Κυριακή που να σταματάει τους γρήγορους ρυθμούς που αδυνατούμε να παλέψουμε. Μια Κυριακή που να μας ξεκουράζει και να μας ταξιδεύει εκεί που πάντα ονειρευόμαστε να βρεθούμε. Μια Κυριακή που να την μοιραζόμαστε με τους ανθρώπους μας. Μια Κυριακή που να είναι, ακόμα και για εμάς τους ενήλικες, η μέρα που ανυπομονούμε να έρθει.

Η νύχτα στο αφτεράδικο Βάκχος λειτουργεί ως χώρος ελευθερίας αλλά και έκθεσης. Πόσο προστατευτική και πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει αυτή η συλλογική έξαψη για τους χαρακτήρες;

Η νύχτα στο αφτεράδικο «Βάκχος» λειτουργεί ακριβώς ως αυτό το διπλό πεδίο: είναι ένας χώρος ελευθερίας, αλλά ταυτόχρονα και ένας χώρος έκθεσης. Η ένταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εμπειρία των χαρακτήρων. Από τη μία πλευρά, ο Βάκχος προσφέρει στους ήρωες την ασφάλεια ενός συλλογικού πλαισίου. Εκεί μπορούν να εκφραστούν, να κινηθούν έξω από τις κοινωνικές προσδοκίες και να πειραματιστούν με την ταυτότητα και την επιθυμία τους. Η Κυριακή και η Βασιλική, για παράδειγμα, βρίσκουν έναν τόπο όπου η νεανική ανεμελιά, η φιλία και η ερωτική περιέργεια μπορούν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα, και όπου η έκφραση του ερωτισμού δεν κρίνεται — ή τουλάχιστον δεν κρίνεται άμεσα — από τον εξωτερικό κόσμο. Η νύχτα τους προσφέρει μια μορφή προσωρινής χειραφέτησης, μέσα στην οποία το «είναι» μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς φανερές συνέπειες. Από την άλλη πλευρά, όμως, η συλλογική έξαψη που δημιουργείται στον Βάκχο ενέχει κινδύνους. Η αίσθηση της ελευθερίας συνοδεύεται από έκθεση: η ίδια η κοινότητα μπορεί να λειτουργήσει σαν μικροσκόπιο, φέρνοντας στην επιφάνεια φόβους, ανασφάλειες και ταμπού. Ο Ντον, ως ίσως ο πιο εύθραυστος χαρακτήρας, αλλά και η Κυριακή, που παραμένει ευαίσθητη στο βλέμμα των άλλων, βιώνουν έντονα την ένταση ανάμεσα στην απόλαυση και την αμηχανία. Η συλλογική έξαψη αναδεικνύει καταπιεσμένες καχυποψίες, ενοχικά συναισθήματα γύρω από τον ερωτισμό και την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αυτοέκφραση και την κοινωνική κρίση.

Ο Βάκχος παρομοιάζει έναν χώρο στεγασμένο μέσα στα σώματα, αλλά απεριόριστο στην ψυχή — έναν χώρο ελευθερίας που εμπεριέχει όλα τα επακόλουθα του «ζειν επικινδύνως». Η ελευθερία κατακτάται μέσα από ρίσκα και ακρότητες. Οι χαρακτήρες βρίσκονται διαρκώς στα άκρα, ισορροπώντας ανάμεσα στην ελευθερία και την έκθεση. Η μυστηριώδης αντήχηση της σιωπηρής, μυστηριακής νύχτας τους μεταδίδει ευφορία, χαρά, δυναμισμό και ερωτική ταραχή. Μέσα από την αίσθηση της κοινότητας, οι ήρωες ξεγυμνώνονται μπροστά στον καθρέφτη της φαντασίωσης και της πραγματικότητας, που αναγκάζει τον καθένα να αντικρίσει τους φόβους και την αλήθεια του.

Η παράσταση μιλά για την ενηλικίωση ως συναισθηματική μετάβαση και όχι ως ηλικιακό όριο. Ποια στιγμή του έργου θεωρείτε ότι σηματοδοτεί πιο καθαρά αυτό το πέρασμα;

Η ενηλικίωση στο έργο -όπως και στην ζωή- δεν είναι μια συγκεκριμένη στιγμή, αλλά μια διαδικασία που συμβαίνει σιγά-σιγά. Βλέπουμε τέσσερις ανθρώπους που σταδιακά  ανακαλύπτουν τα ίδια τους τα θέλω μέσα από μπερδεμένες  σχέσεις, μισόλογα και καθημερινή τριβή, ώσπου αναπόφευκτα αναγκάζονται να κοιτάξουν λίγο πιο καθαρά τον εαυτό τους και τις επιλογές τους. Στο τέλος της πέμπτης σκηνής γίνονται οι βασικές αποκαλύψεις, αλλά στην πραγματικότητα εκεί δεν “βλέπουμε” ακόμα την αλλαγή. Αυτή φαίνεται περισσότερο στις δύο τελευταίες σκηνές, μέσα από τη στάση τους, τον τρόπο που μιλάνε και που σχετίζονται πια μεταξύ τους. Εκεί καταλαβαίνουμε ότι έχουν πια  γειωθεί, ότι έχουν έρθει σε μεγαλύτερη επαφή με την πραγματικότητα τους δηλαδή, και αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως υπάρχουν πιο ουσιαστικά πράγματα στη ζωή, και ότι χρειάζεται να βρουν έναν τρόπο να προχωρήσουν παρακάτω και να πάρουν την ευθύνη του εαυτού τους.

Η μουσική δεν λειτουργεί ως υπόκρουση, αλλά ως δραματουργικό εργαλείο. Πώς επιλέξατε τα τραγούδια και με ποιον τρόπο συνομιλούν με τις ψυχικές διακυμάνσεις των ηρώων;

Η μουσική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας. Ακόμη κι όταν είναι εκεί ως background, όπως π.χ. στις καφετέριες, μας επηρεάζει, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε υποσυνείδητα. Οι ήρωες του έργου μας, «Ζωή Χωρίς Κυριακή», επιλέγουν να βρίσκονται σε χώρους με πολύ μουσική. Έτσι κι εμείς, ως ομάδα, προσπαθήσαμε να επιλέξουμε μουσικά κομμάτια από διαφορετικά μουσικά είδη που εκφράζουν το σήμερα που ζούμε κι εμείς ως νέοι άνθρωποι. Αναζητήσαμε, λοιπόν, νέους καλλιτέχνες που κι αυτοί προσπαθούν να βρούνε το χώρο τους στη μουσική σκηνή, όπως ακριβώς κι εμείς στην θεατρική σκηνή. Υπήρξε μεγάλη γενναιοδωρία παραχώρησης πολλών κομματιών από πολλούς καλλιτέχνες και τους ευχαριστούμε πολύ όλους. Η Κυριακή, η Βασιλική, ο Ντον και ο Ηλίας, μοιάζει συνεχώς να χορεύουν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, το σχοινί της πορείας όλων μας προς την αληθινή μας ενηλικίωση. Χορεύουν με την ίδια ευκολία ένα κομμάτι του Βασίλη Ράλλη και της Κωνσταντίνας Κιούλου για να ξεδώσουν και λίγο αργότερα ένα κομμάτι της Nalyssa Green για να έρθουν πιο κοντά ο ένας με τον άλλον. Παριστάνουν τους μεγάλους χορεύοντας Dolly Vara, αλλά κάτι στο πως χορεύουν το «Απωθημένο» της Έφης Ιωαννίδου προδίδει πως είναι ακόμη παιδιά. Ερωτεύονται καθώς ακούνε την μουσική του Σταύρου Τσαντέ και του Lionder και εξερευνούν τους εαυτούς τους και τους άλλους υπό την μουσική υπόκρουση των The Dionysians και των Coral Fuzz. Ποθούν να έρθουν ακόμη πιο κοντά όταν παίζει το «Gomenaki» των Someone Who Isnt Me. Φοβούνται το μαζί, καθώς ξεσαλώνουν με το «Taka Touka» από 0-100 Seirene και Unwound818, αλλά και το χωριστά, υπό τους ήχους του Capétte και της Sophie Lies.

Οι τέσσερις χαρακτήρες αναζητούν επαφή, έρωτα και ταυτότητα μέσα σε έναν κόσμο που ζητά διαρκή προσαρμογή. Πού συναντάτε τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για ελευθερία και στον φόβο της μοναξιάς;

Αν θεωρήσουμε ότι ελευθερία σημαίνει να κάνεις ό,τι θέλεις, όποτε το θέλεις, τότε πιστεύω πως ο άνθρωπος δεν θα είναι ποτέ πραγματικά ελεύθερος. Κι αυτό γιατί είναι, από τη φύση του, κοινωνικό ον. Από τη στιγμή που συνάπτεις μια σχέση —ερωτική, φιλική ή οικογενειακή— αναλαμβάνεις αναπόφευκτα ευθύνη απέναντι στον άλλον. Δεν μπορείς πια να λειτουργείς αποκλειστικά με βάση τη δική σου επιθυμία· άρα, με αυτόν τον ορισμό, η ελευθερία χάνεται. Για εμάς όμως, η ελευθερία δεν είναι το να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά το να μπορείς να επιλέγεις εσύ πού και σε ποιον θα τη χαρίσεις. Το να θυσιάζουμε πράγματα για κάποιον ή για κάτι που αγαπάμε δεν το βιώνουμε ως υποχρέωση, αλλά ως χαρά. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο φόβος της μοναξιάς μάς οδηγεί να παραχωρούμε την ελευθερία μας σε ανθρώπους και καταστάσεις που δεν θέλουμε πραγματικά. Τότε είναι που αρχίζουμε να νιώθουμε την απουσία της.

Η επιλογή του Καφεθεάτρου ως «υπόγειου μπαρ» καταργεί τη συμβατική απόσταση σκηνής–θεατή. Τι θέλατε να βιώσει ο θεατής μπαίνοντας σε αυτόν τον χώρο;

Το Καφεθέατρο πρόκειται για έναν πολυμορφικό χώρο, αν λάβουμε υπόψη και το πώς είναι διαμορφωμένος ως χώρος, αλλά και το γεγονός ότι λειτουργεί ταυτόχρονα ως χώρος που φιλοξενεί «παραδοσιακές» θεατρικές παραστάσεις, standup comedy παραστάσεις, αλλά και μια πληθώρα live διαφορετικών μουσικών ειδών. Οι δυο σκηνές του έργου μας είναι γραμμένες στο λεγόμενο μπαρ «Βάκχο», για το οποίο ο πατρινός συγγραφέας μας Γιάννης Πανουτσόπουλος είχε ως πηγή έμπνευσης το λεγόμενο μπαρ «Βάκρω», το οποίο βρίσκεται στην Πάτρα. Το Βάκρω, το Βάκχο, αλλά και το Καφεθέατρο έχουν υπάρξει ένα καταφύγιο για τα όνειρα, τα γέλια, τους έρωτες, τους χορούς, τα κλάματα, τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες πολλών ανθρώπων. Τα μπαρ ανέκαθεν αποτελούσαν ένα χώρο που όλα μοιάζουν πιθανά να συμβούν. Εκεί είναι που μπορείς να δεις ταυτόχρονα έναν άνθρωπο να τρεκλίζει χορεύοντας ένα ζεϊμπέκικο, έναν άλλον να γράφει ποιήματα στο τετράδιο του καθώς πίνει το ποτό του και παραδίπλα το πρώτο ραντεβού ενός νεοσύστατου ζευγαριού. Σε μια προσπάθεια, λοιπόν, οι θεατές να βρεθούν σε ένα μέρος, όπου κι οι ίδιοι κάποτε – ή και ακόμα –εξερευνούν παρόμοιους προβληματισμούς, επιλέξαμε να διαμορφώσουμε την παράστασή μας σε έναν εναλλακτικό θεατρικό χώρο – στην πραγματικότητα ένα υπόγειο μπαρ– το Καφεθέατρο. Θέλουμε οι θεατές, μαζί με εμάς, να νιώσουν την επικινδυνότητα που ενέχει το γεγονός ότι όλα είναι πιθανά να συμβούν αυτό το βράδυ σε αυτό το υπόγειο μπαρ.

Ως αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα νέων καλλιτεχνών, πώς συνδέεται η συλλογική σας ταυτότητα με τα θέματα του έργου, όπως η συμμόρφωση, η αντίσταση και η ανάγκη για αυθεντική έκφραση;

Η ανάγκη για αυθεντική έκφραση ήταν ένας από τους λόγους δημιουργίας αυτής της αυτοδιαχειριζόμενης επαγγελματικής θεατρικής ομάδας. Σαν ομάδα επιθυμούμε μια διαρκώς ανοιχτή διαπραγμάτευση. Θέλουμε να αναμετρηθούμε  με τα θέματα του έργου χωρίς να τα κρίνουμε και χωρίς να προσπαθούμε να τα «χωρέσουμε» στην υπάρχουσα κοινωνία. Όπως κι οι ήρωες του έργου μας, έτσι κι εμείς διαπραγματευόμαστε καθημερινά τι στα αλήθεια σημαίνει συμμόρφωση, που εξυπηρετεί ως εργαλείο, και που επιβάλλεται η αντίστασή μας σε αυτά που ο λεγόμενος «άλλος» θέλει να μας επιβάλλει ως δεδομένα. Η καθημερινή ζωή μας ως αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα νέων καλλιτεχνών μας φέρνει, πιο συχνά απ’ ότι ιδανικά θα θέλαμε, αντιμέτωπους με καταστάσεις που επιβάλλουν άλλοτε τη συμμόρφωσή μας, άλλοτε την αντίστασή μας κι έχοντας πάντα ως κινητήριο δύναμή μας την ανάγκη μας για αυθεντική έκφραση.

Όταν τελειώνει η νύχτα και «ξημερώνει», τι πιστεύετε ότι μένει τελικά για τους ήρωες και τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;

Όταν «ξημερώνει» και φεύγει το σκοτάδι της νύχτας, οι ήρωες μένουν με μια γλυκόπικρη συνειδητοποίηση. Έχουν χάσει κάποιες βεβαιότητες, έχουν πληγωθεί, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και μια ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, ότι κάτι μπορεί και πρέπει να φτιαχτεί από την αρχή. Αυτό που θέλουμε  να πάρει μαζί του και ο θεατής φεύγοντας είναι αυτή η αίσθηση της ταύτισης: ότι η ζωή δεν είναι απλή, ότι οι άνθρωποι δεν είμαστε ένα μόνο πράγμα, αλλά κουβαλάμε αντιφάσεις, λάθη, επιθυμίες και φόβους. Και κυρίως ότι μέσα σε όλο αυτό, παρά το ξαφνικό «μεγάλωμα», την διαρκή ανησυχία που φέρνει η  ζοφερή πραγματικότητα γύρω μας, αλλά και  η εξερεύνηση του ίδιου μας του εαυτού σε μεγαλύτερα βάθη - άρα και μεγαλύτερα σκοτάδια - υπάρχει πάντα μια ρανίδα φωτός , ένας άνθρωπος να βασιστούμε και μαζί να προχωρήσουμε παραπέρα, με τόλμη να αντέξουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να τον αγαπήσουμε και να πάμε παρακάτω σε ό,τι έρχεται.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάτια Ποθητού: "Είναι φανερό πως το στοιχείο της μνήμης επηρεάζεται από φόβους, επιθυμίες και τραυματικές εμπειρίες".

Μαρία Σιούτα: "Επέλεξα την ηρεμία γιατί ήθελα να αποτυπώσω τη ζωή όπως πραγματικά κυλούσε τότε, με απλότητα, πίστη και αίσθηση συνέχειας χωρίς την επίγνωση του επερχόμενου τέλους".

«Ο Κος Ζυλ» σε κείμενο & σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα, από 27/2

Ρένα Πέτρου: "Το γεγονός ότι κάποιος άνθρωπος καταγράφει όλη την ιστορία της ζωής του, έχει από μόνο του μεγάλη αξία".

Μαργαρίτα Τριανταφυλλίδου: "Το μήνυμα που θέλω να περάσω , είναι ότι όλα θέλουν τον χρόνο τους, όλα κάνουν ένα κύκλο, έτσι και τα συναισθήματα, θέλουν χρόνο μέσα μας".

Είδαμε και προτείνουμε: " Ένα κουκλόσπιτο" του Χένρι Ίψεν στη σκηνή Μπέκετ