Είδαμε και προτείνουμε: Ένα κάποιο κενό
Ένα κάποιο κενό της Βαλέριας Δημητριάδου
Θέατρο Εμπορικόν«Ένα κάποιο κενό» είναι το τρίτο θεατρικό έργο της Ελληνίδας συγγραφέα, σκηνοθέτιδας και ηθοποιού Βαλέριας Δημητριάδου, που παρουσιάζεται από τον Οκτώβριο του 2025 στο Θέατρο Εμπορικόν στην Αθήνα. Το έργο δομείται ως επτά παράλληλες ιστορίες που μοιάζουν με μικρά μονόπρακτα αλλά αλληλοεπιδρούν και συνομιλούν μεταξύ τους• όλες επικεντρώνονται σε χαρακτήρες που βιώνουν ένα κοινό αλλά δύσκολα ομολογούμενο φαινόμενο: το αίσθημα κενού, αποσύνδεσης και μοναξιάς στη σύγχρονη ζωή.
Παράλληλα, το υπαρξιακό βίωμα της αποσύνδεσης και της μοναξιάς δεν περιορίζεται στο ατομικό επίπεδο, αλλά επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σύγχρονων περιβαλλοντικών και κοινωνικών κρίσεων. Το έργο αναφέρεται, έμμεσα αλλά καθοριστικά, σε ζητήματα όπως ο υπερπληθυσμός, η οικολογική καταστροφή και η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να διαχειριστεί τις συνέπειες της ίδιας του της ύπαρξης στον πλανήτη. Το «κενό» που βιώνουν οι χαρακτήρες δεν είναι μόνο ψυχικό ή συναισθηματικό, αλλά και οικολογικό και πολιτισμικό, ένα κενό νοήματος που προκύπτει από τη ρήξη ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον του.
Το «κενό» δεν αντιμετωπίζεται ως παθητική απουσία νοήματος, αλλά ως υπονόμευση των σχέσεων με τον εαυτό και με τους άλλους, ένα είδος υπαρξιακής κρίσης που εκδηλώνεται στην καθημερινότητα. Παρά τις διαφορές τους, όλοι οι χαρακτήρες μοιράζονται μια δυσκολία σύνδεσης με τον εαυτό τους και το κοινωνικό τους περιβάλλον, γεγονός που καθιστά το έργο όχι μόνο μια συλλογή προσωπικών μονολόγων, αλλά μια κοινή κοινωνική τοιχογραφία.
Κομβικό σημείο της δραματουργίας αποτελεί το υπαρξιακό δίλημμα της επιλογής, όπου το υποκείμενο καλείται να σώσει μόνο ένα πρόσωπο από μια επερχόμενη καταστροφή. Το δίλημμα αυτό λειτουργεί ως δραματική συμπύκνωση των οικολογικών αδιεξόδων της εποχής μας: σε έναν κόσμο περιορισμένων πόρων και υπερβολικών αναγκών, η επιλογή γίνεται αναπόφευκτη και τραγική. Η Δημητριάδου μεταφέρει έτσι στο επίπεδο της προσωπικής ηθικής απόφασης το συλλογικό βάρος της περιβαλλοντικής κρίσης, αποκαλύπτοντας τη συνθήκη της ευθύνης που βαραίνει το άτομο σε έναν πλανήτη που καταρρέει.
Παράλληλα, το έργο εγγράφεται σαφώς στην παράδοση της υπαρξιακής δραματουργίας, όπου οι ήρωες βρίσκονται αντιμέτωποι με αποφάσεις χωρίς βέβαιη λύση και χωρίς ηθικά ασφαλή καταφύγια. Όπως στο θέατρο του Sartre ή του Camus, η επιλογή δεν εγγυάται τη λύτρωση• αντίθετα, αποκαλύπτει την αγωνία της ελευθερίας και το βάρος της ευθύνης. Η οικολογική καταστροφή λειτουργεί εδώ ως το σύγχρονο «παράλογο» (absurde), ένα εξωτερικό γεγονός που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως, αλλά απαιτεί ατομική στάση και απόφαση.
Το θέμα της εξωτερικής εικόνας έναντι της εσωτερικής ταυτότητας ενισχύει περαιτέρω αυτή την υπαρξιακή και οικολογική ανάγνωση. Οι χαρακτήρες καλούνται να επιλέξουν όχι με βάση κοινωνικούς ρόλους, επιφανειακές ταυτότητες ή δημόσιες εικόνες, αλλά με βάση έναν εσωτερικό, συχνά ασταθή, ηθικό πυρήνα. Η διάσταση αυτή αντικατοπτρίζει και τη σύγχρονη περιβαλλοντική κρίση, όπου η δημόσια ρητορική περί «πράσινης ανάπτυξης» συχνά συγκρούεται με τις πραγματικές πρακτικές και ευθύνες των κοινωνιών και των ατόμων. Το έργο θέτει έτσι το ερώτημα κατά πόσο η ανθρώπινη ταυτότητα μπορεί να επαναπροσδιοριστεί πέρα από την εικόνα, μέσα από μια αυθεντική σχέση τόσο με τον εαυτό όσο και με τον κόσμο.
Συνολικά, Ένα κάποιο κενό συνδέει την οικολογική κρίση με την υπαρξιακή αγωνία, παρουσιάζοντας έναν κόσμο όπου η καταστροφή –περιβαλλοντική και υπαρξιακή– δεν είναι μελλοντική απειλή αλλά παρούσα συνθήκη. Η δραματουργία της Δημητριάδου δεν προσφέρει λύσεις, αλλά δημιουργεί έναν χώρο προβληματισμού, όπου το άτομο καλείται να αναμετρηθεί με τα όρια της ευθύνης, της επιλογής και της αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που αδειάζει από νόημα, αφήνοντας πίσω του ένα κάποιο κενό.
Η σκηνοθεσία του έργου χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, λιτότητα και λειτουργικότητα, αποφεύγοντας κάθε περιττό εντυπωσιασμό και εστιάζοντας ουσιαστικά στον λόγο, το σώμα και τη σχέση των ηθοποιών με τον χώρο. Οι σκηνικές επιλογές υπηρετούν με ακρίβεια τη δραματουργία, επιτρέποντας στις θεματικές του έργου να αναδειχθούν καθαρά και χωρίς υπερβολές. Μέσα σε αυτό το αυστηρά ελεγχόμενο σκηνικό πλαίσιο, οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι καταπληκτικές: με εσωτερικότητα, ακρίβεια και συναισθηματική αλήθεια, οι ηθοποιοί δίνουν βάθος και υπόσταση στους χαρακτήρες, μετατρέποντας το «κενό» του έργου σε μια έντονα βιωμένη θεατρική εμπειρία.
Μαρία Κουμαριανού
.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου