Κωνσταντίνος Σακουλάς: "Αρνήθηκα να παίξω τον ρόλο του ανθρώπου που «ξέρει τι λέει» και «έχει τη σωστή άποψη»"

Η παράσταση «IFIGENIA ή Πώς να πεθάνεις σωστά για την πατρίδα σου», σε κείμενο και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Σακουλά, δεν προσεγγίζει τον μύθο ως ιερό κειμήλιο αλλά ως ζωντανό, επικίνδυνο μηχανισμό. Με αιχμηρό λόγο, ειρωνεία, camp αισθητική και πολιτική οδύνη, η Ιφιγένεια απογυμνώνεται από τον ηρωισμό της και επιστρέφει ως σώμα, επιλογή και ευθύνη. Η παράσταση αποδομεί τα μεγάλα αφηγήματα της πατρίδας, της θυσίας και του χρέους, φέρνοντας στο προσκήνιο την εκπαίδευση στη συναίνεση, τη βία που κρύβεται πίσω από την «εθελοντική» θυσία και τη ρευστότητα των ρόλων και των ταυτοτήτων. Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Κωνσταντίνος Σακουλάς μιλά για τη σύγκρουση γέλιου και ενόχλησης, για το σώμα που αντιστέκεται και για το ρήγμα που μπορεί, έστω για λίγο, να ανοίξει το θέατρο απέναντι σε όσα μας έμαθαν να θεωρούμε αυτονόητα.



Ποια ήταν η πρώτη λέξη, εικόνα ή σκέψη που σας συνέδεσε προσωπικά με αυτή την Ιφιγένεια; Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε «αυτό με αφορά»;

Μεγάλωσα, όπως όλοι και όλες, σε μια χώρα, ανάμεσα σε αφηγήσεις, οικογένειες, σχολεία και θεσμούς που σε εκπαιδεύουν. Η πρώτη λέξη ήταν το «πρέπει». Όχι το ηρωικό, το ένδοξο, το επαναστατικό. Το μικρό, το καθημερινό, το αθόρυβο «πρέπει» που σου μαθαίνουν πριν ακόμα μάθεις να μιλάς. Η πρώτη εικόνα ήταν ένα σώμα που χαμογελά ενώ οδηγείται στη σφαγή. Όχι επειδή δεν καταλαβαίνει — αλλά επειδή έχει εκπαιδευτεί να θεωρεί τη συναίνεση αρετή. Εκεί κατάλαβα τι με «αφορά». Η Ιφιγένεια για μένα δεν είναι ένας αρχαίος μύθος. Είναι μηχανισμός. Είναι το παιδί που έμαθε να θυσιάζεται σωστά, να μην ενοχλεί τους μεγάλους, να μη χαλάει το αφήγημα. Στην δική μας παράσταση, τους το χαλάει.

Στην παράσταση η θυσία μετατρέπεται σε επιλογή και αυτοχειρία. Πώς αλλάζει για εσάς το νόημα της ευθύνης όταν η πράξη δεν επιβάλλεται αλλά επιλέγεται;

Τότε η ευθύνη γίνεται ανυπόφορη. Όταν η πράξη είναι επιλογή, δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από θεούς, πατρίδες ή αφηγήματα. Η επιλογή καταργεί το άλλοθι. Η ευθύνη επιστρέφει εκεί που πάντα ήταν: στο άτομο. Η ευθύνη παύει να είναι ηθική και γίνεται υπαρξιακή: δεν είναι πια «ποιος φταίει», αλλά «γιατί το θέλω αυτό;». Όταν επιλέγεις, δεν μπορείς πια να λες ότι είσαι θύμα — είσαι συνένοχος. Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να το αντέξεις από μια βίαιη επιβολή. Η ευθύνη παύει να είναι συλλογική ρητορική και γίνεται ατομική εμπειρία. Κάτι που ούτε το θέατρο ούτε η κοινωνία αντέχουν εύκολα, ακόμα και σήμερα. 

Το έργο κινείται ανάμεσα στο camp, την ειρωνεία και την πολιτική οδύνη. Πού συναντάτε εσείς το όριο ανάμεσα στο γέλιο και την ενόχληση;

Δεν με ενδιαφέρει το όριο. Με ενδιαφέρει η σύγκρουση. Εκεί που γελάς και μετά ντρέπεσαι. Εκεί που το γέλιο δεν σε ανακουφίζει μόνο, αλλά σε εκθέτει. Αν δεν υπάρχει γέλιο, η οδύνη γίνεται διδακτική. Αν δεν υπάρχει ενόχληση, το γέλιο γίνεται ακίνδυνο. Το ένα χωρίς το άλλο μου φαίνονται αδιανόητα βαρετά — αισθητικά, πολιτικά και φιλοσοφικά. Για μένα το camp δεν είναι μόνο αισθητικό παιχνίδι· είναι τρόπος να αποκαλύπτεις πόσο γελοία είναι τα μεγάλα σοβαρά αφηγήματα. Όλα χωράνε μέσα στο camp, κι όταν χωράνε όλα, τότε είναι βέβαιο πως κάποια από αυτά θα συγκρουστούν. Αν δεν υπάρχει ενόχληση, τότε η ειρωνεία είναι διακοσμητική.

Όλα παρουσιάζονται ως performance: πατρίδα, ρόλοι, ταυτότητες. Υπάρχει κάτι που, δουλεύοντας αυτή την παράσταση, αρνηθήκατε να “παίξετε”;

Ναι. Την ανάγκη μου για ασφάλεια και αποδοχή. Αρνήθηκα να παίξω τον ρόλο του ανθρώπου που «ξέρει τι λέει» και «έχει τη σωστή άποψη». Δεν με ενδιέφερε μια καθαρή, ηθικά τακτοποιημένη θέση. Με ενδιέφερε η έκθεση, το λάθος, το ρίσκο να παρεξηγηθώ. Αρνήθηκα να προσποιηθώ ότι ξέρω ποια θυσία είναι σωστή και ποια λάθος. Η πατρίδα παίζεται μια χαρά μόνη της εδώ και αιώνες, με τεράστια επιτυχία, δεν χρειάζεται εμένα να την αφηγηθώ. Εμένα με ενδιέφερε, στο βαθμό που θα μπορούσα να το καταφέρω, να αποκαλυφθεί σκηνικά το ρήγμα, η πρόβα, το backstage της ιδεολογίας. Να φανεί πόσο εύθραυστα και κατασκευασμένα είναι όλα αυτά: η πατρίδα, το φύλο, ο ηρωισμός, ακόμα και η επανάσταση. Όλα είναι performance. Σήμερα, που μοιράζουμε τους εαυτούς μας σε δύο κόσμους, έναν πραγματικό(μάλλον) κι έναν εικονικό και σε δεκάδες διαφορετικές ταυτότητες, που άλλοτε μπλέκουν τον έναν κόσμο με τον άλλο, θα έπρεπε να είναι πιο ξεκάθαρο από ποτέ. Ευτυχώς το θέατρο, μένει ακόμα ένα από τα μέρη όπου μπορούμε να το παραδεχτούμε χωρίς να προσποιούμαστε.

Ο μύθος διαλύεται και ξαναχτίζεται μπροστά στα μάτια μας. Τι χρειάστηκε να αποδομήσετε μέσα σας για να συμμετάσχετε σε αυτή τη διαδικασία;

Την ανάγκη μου για έλεγχο και αναγνώριση. Την ανάγκη να έχω δίκιο. Την ανάγκη να «λέω κάτι σημαντικό». Την ψευδαίσθηση ότι ο καλλιτέχνης στέκεται έξω από το πρόβλημα.
Και κυρίως την ανάγκη να είμαι καλός: πολιτικά σωστός, ηθικά ευθυγραμμισμένος, καλλιτεχνικά ευπρεπής. Έπρεπε να δεχτώ ότι δεν χρειάζεται να καταλάβουν όλοι. Ότι κάποιοι θα θυμώσουν. Ότι άλλοι θα βαρεθούν. Να αποδεχτώ κάτι πολύ άβολο: ότι κι εγώ καμιά φορά χειροκροτώ τη θυσία, αρκεί να μη με αφορά άμεσα. Ότι συγκινούμαι από τα μεγάλα αφηγήματα μέχρι τη στιγμή που μου ζητούν κάτι, κι εγώ δεν έχω καμία διάθεση να τους το προσφερω. Όχι από τσιγκουνιά. Αλλά γιατί αυτές οι ηρωικές αφηγήσεις δεν ταιριάζουν στην αισθητική και τη φιλοσοφία μου για τη ζωή. Χωρίς αυτές τις παραδοχές, η αποδόμηση θα ήταν ψέμα. Σκέτη υποκρισία. Και αυτό — παραδόξως — ήταν απελευθερωτικό.

Το σώμα στη σκηνή μοιάζει να αντιστέκεται στη «σωστή» θυσία. Πώς βιώνετε τη σχέση του σώματος με την ιδέα της πατρίδας, του χρέους ή του ηρωισμού;

Το σώμα είναι συγκεκριμένο. Αιμορραγεί, πεινά, κουράζεται, φοβάται, γελοιοποιείται, κλαίει, αποβάλλει υγρά, έχει μυρωδιά, έχει ένταση. Η πατρίδα είναι, μάλλον, μια αφηρημένη έννοια, ένα δοχείο γεμάτο μνήμες, σύνορα, αίμα, υποσχέσεις δόξες και ενοχές. Γι’ αυτό το σώμα είναι πιο επικίνδυνο. Δεν υπακούει εύκολα. Η πατρίδα θέλει σώματα καθαρά και πειθαρχημένα. Εμένα με ενδιαφέρουν τα σώματα που ξεφεύγουν, ιδρώνουν, γελοιοποιούνται και επιβιώνουν. Όταν το σώμα λέει «όχι», καμία ιδέα δεν μπορεί να το πείσει. Κανένα σώμα δεν θέλει να θυσιαστεί για αφηρημένες έννοιες. Θέλει να ζήσει. Ο ηρωισμός είναι ωραίος μέχρι να πονέσεις πραγματικά. Μετά γίνεται καθαρή βία με ωραίο λογότυπο.

Αν η παράσταση μιλά για την κατάρρευση των μεγάλων αφηγημάτων, ποιο μικρό, ανθρώπινο ερώτημα μένει τελικά ανοιχτό για εσάς;

«Αν δεν θυσιαστώ, τότε ποιός μπορώ να είμαι;»

Φεύγοντας ο θεατής ίσως δεν παίρνει απαντήσεις αλλά μια ρωγμή. Ποια ρωγμή θα θέλατε να παραμείνει ενεργή μετά το τέλος της παράστασης;

Δεν έχω ιδέα τι παίρνει ο θεατής μαζί του φεύγοντας και καμία πρόθεση να τον επηρεάσω σε σχέση με αυτό.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Είδαμε και προτείνουμε: "Το βιβλίο της ανησυχίας-Ημερολόγιο αποχαιρετισμού" στο Θέατρο Αργώ

Κάτια Ποθητού: "Είναι φανερό πως το στοιχείο της μνήμης επηρεάζεται από φόβους, επιθυμίες και τραυματικές εμπειρίες".

Είδαμε και προτείνουμε: «Σονάτα του Κρόιτζερ» του Λέοντος Τολστόι, στο χώρο τέχνης Ηχόδραση

Είδαμε και προτείνουμε: «Σλάντεκ» – Μια Ανατριχιαστική Κάθοδος στην Άβυσσο του Ολοκληρωτισμού στο ΠΛΥΦΑ

Ρένα Πέτρου: "Το γεγονός ότι κάποιος άνθρωπος καταγράφει όλη την ιστορία της ζωής του, έχει από μόνο του μεγάλη αξία".

Είδαμε και προτείνουμε: Αγία Ιωάννα (Ζαν Ντ' Αρκ) στο Θέατρο της Ημέρας