Κωνσταντίνος Λέπουρης: "Δεν με ενδιέφερε η φασαρία της σύγκρουσης, αλλά η ένταση πριν από το ξέσπασμα".

Στο Toxic, ο Κωνσταντίνος Λέπουρης σκηνοθετεί έναν κόσμο αποστειρωμένο, κλειστό και φαινομενικά ασφαλή, όπου η απειλή δεν έρχεται απ’ έξω αλλά γεννιέται αργά στο εσωτερικό των ανθρώπινων σχέσεων. Μέσα σε έναν χώρο που λειτουργεί ως σιωπηλός πρωταγωνιστής, η βία, η εξουσία και η τοξικότητα δεν εκρήγνυνται· υπονομεύουν, διαβρώνουν, ασφυκτιούν. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο σκηνοθέτης μιλά για τον εγκλεισμό ως καθρέφτη αλήθειας, για τη σιωπή ως δραματουργικό εργαλείο, για τη λεπτή ισορροπία θύτη και θύματος και για την αγάπη όταν μετατρέπεται σε πεδίο επιβίωσης. Μια συνομιλία για τον φόβο, την εμπιστοσύνη και τη στιγμή που το καταφύγιο γίνεται απειλή.

Κωνσταντίνος Λέπουρης

Στο Toxic ο χώρος είναι αποστειρωμένος και κλειστός. Πώς δουλέψατε σκηνοθετικά τον χώρο ώστε να μετατραπεί από καταφύγιο σε απειλή;

Ο χώρος στο Toxic λειτουργεί ως ένας τρίτος, σιωπηλός χαρακτήρας. Ξεκινάμε με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας: ένα αποστειρωμένο δωμάτιο που προστατεύει από τον θανατηφόρο ιό COVID-38 που σαρώνει τον κόσμο έξω. Ωστόσο, σκηνοθετικά, η πρόκληση ήταν να αναδείξουμε πώς αυτός ο "λευκός" και καθαρός χώρος αρχίζει να πνίγει τους ήρωες. Με τους πολύτιμους συνεργάτες μου, δημιουργήσαμε ένα περιβάλλον που, ενώ αρχικά μοιάζει με σωτηρία, σταδιακά, μέσω του φωτισμού και της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας, μεταμορφώνεται σε φυλακή. Η απειλή δεν εισβάλλει από έξω, αλλά γεννιέται από μέσα, από την ίδια την ακινησία και την αποστείρωση που τελικά διαβρώνει τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η βία και η τοξικότητα στο έργο δεν είναι κραυγαλέες αλλά υπόγειες. Ποια σκηνοθετικά εργαλεία χρησιμοποιήσατε για να αποδώσετε αυτή τη σχεδόν αόρατη κλιμάκωση;

Εστίασα στην έννοια της σιωπής και του βλέμματος. Όπως αναφέρει και το κείμενο της παράστασης, «όταν σωπάσουν οι φωνές, αρχίζει η αλήθεια». Δεν με ενδιέφερε η φασαρία της σύγκρουσης, αλλά η ένταση πριν από το ξέσπασμα. Χρησιμοποίησα τον ρυθμό σαν ένα «αργό παιχνίδι σκάκι». Οι ηθοποιοί, η Νατάσα Παπαδάκη και ο Κώστας Φραγκολιάς, κλήθηκαν να δουλέψουν με τις «μικροκινήσεις» και τις ανάσες τους. Η βία εδώ είναι ψυχολογική· είναι ο τρόπος που μια λέξη μένει μετέωρη ή ο τρόπος που το φως αλλάζει ανεπαίσθητα, υπογραμμίζοντας ότι το οικείο έχει πλέον μεταμορφωθεί σε απειλή.

Το έργο βασίζεται σε μια διαρκή μετατόπιση ισορροπιών. Πώς καθοδηγήσατε τους ηθοποιούς ώστε οι αλλαγές εξουσίας να μοιάζουν οργανικές και όχι δηλωτικές;

Η οδηγία ήταν σαφής: κανείς δεν είναι μόνιμα θύτης ή θύμα. Σε αυτό το «ψυχολογικό θρίλερ», οι ρόλοι εναλλάσσονται διαρκώς. Δουλέψαμε πολύ στην πρόβα πάνω στην έννοια της δράσης-αντίδρασης. Κάθε κίνηση του ενός έπρεπε να γεννά αναπόφευκτα την κίνηση του άλλου, χωρίς χάσματα. Ήθελα οι θεατές να βλέπουν δύο ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν, όχι να εξουσιάσουν. Η εξουσία προκύπτει ως παρενέργεια του φόβου. Έτσι, οι μετατοπίσεις βγαίνουν αβίαστα, καθώς οι ήρωες παλεύουν με τη μνήμη, την ελευθερία και την εμπιστοσύνη.

Ο εγκλεισμός λειτουργεί ως επιταχυντής αποκάλυψης. Πώς επηρεάζει, κατά τη γνώμη σας, η συνθήκη της απομόνωσης τη σκηνική αλήθεια των χαρακτήρων;

Η απομόνωση αφαιρεί τις κοινωνικές μάσκες. Στο έργο, ο εγκλεισμός αναγκάζει τους ήρωες να αντιμετωπίσουν ερωτήματα που δεν χωράνε εύκολες απαντήσεις. Δεν υπάρχει διαφυγή, άρα δεν υπάρχει και ψέμα που να μπορεί να διαρκέσει για πολύ. Σκηνικά, αυτό σημαίνει μια ωμότητα στην υποκριτική. Οι χαρακτήρες είναι «γυμνοί» μπροστά στον άλλον. Η συνθήκη του εγκλεισμού κάνει την αλήθεια τους αφόρητη αλλά και αναγκαία, καθώς το δωμάτιο λειτουργεί ως καθρέφτης που μεγεθύνει κάθε ατέλεια και κάθε φόβο.

Η πανδημία στο Toxic είναι ακραία, αλλά η συναισθηματική ασφυξία οικεία. Σκηνοθετικά, ποια πραγματικότητα σας ενδιέφερε περισσότερο να φωτίσετε;

Με ενδιέφερε η εσωτερική πραγματικότητα. Ο ιός COVID-38 και η κατάρρευση του έξω κόσμου είναι απλώς το πλαίσιο, η αφορμή. Το πραγματικό θέμα είναι «τι είναι πιο τρομακτικό: ο κόσμος που πεθαίνει έξω ή ο άνθρωπος που κοιμάται δίπλα σου;» Ήθελα να φωτίσω το πώς η αγάπη μπορεί να μετατραπεί σε ένα περιβάλλον που παράγει τους δικούς του τοξικούς κανόνες. Η συναισθηματική ασφυξία είναι ο πραγματικός ιός που εξερευνούμε στην παράσταση.

Η παράσταση μοιάζει με παρτίδα σκάκι όπου κάθε κίνηση έχει συνέπειες. Πόσο αυστηρός ήταν ο ρυθμός που επιλέξατε και τι ρόλο παίζει το timing στη δημιουργία αγωνίας;

Ο ρυθμός ήταν απόλυτα αυστηρός, σχεδόν χειρουργικός. Σε ένα έργο δωματίου (chamber play), το timing είναι τα πάντα. Αν χαθεί μια παύση, χάνεται η απειλή. Επιλέξαμε έναν ρυθμό που επιτρέπει στον θεατή να «ακούσει» τη σκέψη των χαρακτήρων πριν αυτοί μιλήσουν. Η αγωνία δεν χτίζεται με την ταχύτητα, αλλά με την αναμονή της επόμενης κίνησης σε αυτή την παρτίδα σκάκι - επιβίωσης.

Πώς διαχειριστήκατε τη σχέση θεατή–σκηνής σε ένα τόσο κλειστοφοβικό έργο; Σας ενδιέφερε ο θεατής να νιώθει παρατηρητής ή συνένοχος;

Στόχος μου ήταν ο θεατής να νιώθει αρχικά ηδονοβλεψίας, κοιτάζοντας μέσα από την κλειδαρότρυπα σε ένα ξένο σπίτι, αλλά σταδιακά να μετατρέπεται σε μάρτυρα και συνένοχο. Η κλειστοφοβική εμπειρία της παράστασης πρέπει να περάσει κάτω από το δέρμα του θεατή. Θέλω να νιώσει ότι βρίσκεται κι αυτός κλειδωμένος στο ίδιο δωμάτιο, αναπνέοντας τον ίδιο «τοξικό» αέρα, ώστε να αναρωτηθεί τελικά και ο ίδιος για τις δικές του επιλογές: εμπιστοσύνη ή επιβίωση;.

Αν το Toxic είναι μια προειδοποίηση, ποιο σημάδι θα θέλατε ο θεατής να αναγνωρίσει έγκαιρα στις δικές του σχέσεις;

Θα ήθελα να αναγνωρίσει τη στιγμή που η ασφάλεια γίνεται βάλτος. Το σημάδι είναι η σιωπή – όχι η ήρεμη σιωπή της συντροφικότητας, αλλά η σιωπή που κρύβει όσα φοβόμαστε να πούμε. Να αναγνωρίσει πόσο «αδιόρατα μπορεί να μεταμορφωθεί το οικείο σε απειλή» και να θυμάται ότι η μεγαλύτερη παγίδα είναι να συνηθίσεις το σκοτάδι θεωρώντας το καταφύγιο.

Αλεξία Βλάρα


Βιογραφικό

Ο Κωνσταντίνος Λέπουρης είναι εικαστικός δημιουργός (Multidisciplinary Digital Artist) και Visual Director. Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στη Φωτογραφία και την Οπτική Γλώσσα από το Middlesex University, το έργο του γεφυρώνει την κλασική τέχνη με την τεχνολογία αιχμής, δημιουργώντας εμβυθιστικές οπτικές αφηγήσεις.
Η καλλιτεχνική του πρακτική εκτείνεται πέρα από τη συμβατική φωτογραφία. Εξειδικεύεται στο 3D Visualization (Blender), το 3D Mapping και τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (AI), συνδυάζοντας αυτά τα εργαλεία για τον σχεδιασμό σύνθετων εικαστικών περιβαλλόντων. Ως σκηνοθέτης και Visual Storyteller, έχει αναλάβει την οπτική διεύθυνση θεατρικών παραστάσεων (όπως το έργο «Toxic») και μουσικών δρώμενων, σχεδιάζοντας ολιστικά την εμπειρία, από τον φωτισμό έως τις ψηφιακές προβολές.
Στον τομέα του πολιτισμού, έχει συνεργαστεί με θεσμικούς φορείς όπως το Εθνικό Θέατρο και το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Παράλληλα, το προσωπικό του εικαστικό έργο επεκτείνεται στη σκηνοθεσία ταινιών και video art (όπως η ταινία «Morosis»), όπου η ψηφιακή εικόνα λειτουργεί ως μέσο εικαστικής εξερεύνησης, συνδυάζοντας τη ζωγραφική ποιότητα με την κίνηση και την ατμόσφαιρα.
Επιπλέον, δραστηριοποιείται ως ακαδημαϊκός εισηγητής (IEK ΑΚΜΗ, ΑΚΤΟ), διδάσκοντας φωτογραφία, ψηφιακές τέχνες και οπτική επικοινωνία. Ο συνδυασμός της σκηνοθετικής του ματιάς με την τεχνική αρτιότητα στην ψηφιακή επεξεργασία, τον καθιστά ικανό να διαχειριστεί και να υλοποιήσει απαιτητικά καλλιτεχνικά projects που προϋποθέτουν σύγχρονη αισθητική και τεχνολογική καινοτομία.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Είδαμε και προτείνουμε: "Το βιβλίο της ανησυχίας-Ημερολόγιο αποχαιρετισμού" στο Θέατρο Αργώ

Κάτια Ποθητού: "Είναι φανερό πως το στοιχείο της μνήμης επηρεάζεται από φόβους, επιθυμίες και τραυματικές εμπειρίες".

Είδαμε και προτείνουμε: «Σονάτα του Κρόιτζερ» του Λέοντος Τολστόι, στο χώρο τέχνης Ηχόδραση

Είδαμε και προτείνουμε: «Σλάντεκ» – Μια Ανατριχιαστική Κάθοδος στην Άβυσσο του Ολοκληρωτισμού στο ΠΛΥΦΑ

Ρένα Πέτρου: "Το γεγονός ότι κάποιος άνθρωπος καταγράφει όλη την ιστορία της ζωής του, έχει από μόνο του μεγάλη αξία".

Είδαμε και προτείνουμε: Αγία Ιωάννα (Ζαν Ντ' Αρκ) στο Θέατρο της Ημέρας