Σταμάτης Κακαβελάκης και Ρόδη Κάβουρα μιλούν για τη σκηνική συνάντηση δύο βαθιά μοναχικών ανθρώπων
Ο Τζον και η Χάνα είναι δύο πρόσωπα παγιδευμένα σε διαφορετικά είδη μοναξιάς. Πώς δουλέψατε εσωτερικά αυτή τη μοναξιά ώστε να γίνει ορατή στο κοινό χωρίς υπερβολή;
Σ.Κ. :Τη δούλεψα σαν μια εσωτερική σιωπή, όχι σαν εξωτερική συμπεριφορά. Άφησα
τη μοναξιά να υπάρχει στο σώμα και στις παύσεις, όχι στις κινήσεις. Έτσι έγινε
ορατή χωρίς να γίνεται θεατρινισμός.
Ρ.Κ.:Η μοναξιά της Χάνα είναι
συνειδητή εν αντιθέσει με αυτή του Τζον. Είναι εσωτερικευμένη μοναξιά, εξαιτίας
της γκοθ ψυχοσύνθεσης της. Ψάχνει να βρει την ομορφιά στο σκοτάδι και το θάνατο,
χωρίς να προσπαθεί να ξεφύγει από αυτό. Είναι ένας
άνθρωπος που αντλεί δύναμη από την παρατήρηση της ανθρώπινης ρωγμής, αλλά
πληρώνει το τίμημα της απόστασης. Ακούει τους πάντες, χωρίς να επιτρέπει στον
εαυτό της να ακουστεί. Έχει τον
απόλυτο έλεγχο στα συναισθήματα της. Αυτή η πειθαρχία της όμως αρχίζει να σπάει,
όταν προκύπτει η ανάγκη της για πραγματική σύνδεση.
Το έργο
πραγματεύεται τη μητροκτονία όχι ως σοκ, αλλά ως ψυχικό τραύμα. Πόσο δύσκολο
ήταν να προσεγγίσετε ένα τόσο βαρύ θέμα χωρίς να οδηγηθείτε σε ηθική
απλοποίηση;
Σ.Κ. :Με το να μην κρίνω τον χαρακτήρα. Αντί να τον τοποθετήσω σε «σωστό» ή
«λάθος», προσπάθησα να καταλάβω, τι σημαίνει να κουβαλάς ένα τραύμα που δεν
ξέρεις πώς να το αντέξεις. Η λεπτότητα ήταν το κλειδί.
Ρ.Κ.:Ήταν δύσκολο γιατί η κοινωνική μας παρόρμηση
είναι να πάρουμε θέση. Το έργο,
όμως, αντιστέκεται σε αυτό. Δεν μας ζητά να δικαιολογήσουμε, αλλά να αντέξουμε να κοιτάξουμε.
.
Η ραδιοφωνική
εκπομπή λειτουργεί σαν εξομολογητήριο αλλά και πεδίο κινδύνου. Πώς βιώνετε
σκηνικά αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δημοσιογραφική περιέργεια και την
ανθρώπινη ευθύνη;
Σ.Κ. : Σαν
μια συνομιλία όπου κάθε λέξη μπορεί να φέρει είτε λύτρωση είτε ρήξη. Η φωνή, οι
παύσεις και η απόσταση των σωμάτων δημιουργούν αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα
στην οικειότητα και τον φόβο.
Ρ.Κ.:Η ραδιοφωνική εκπομπή ξεκινά ως πλαίσιο ασφάλειας. Η Χάνα ξεκινά με επαγγελματισμό: ελέγχει τον ρυθμό, τις ερωτήσεις, το πλαίσιο. Όμως, όσο ο Τζον ανοίγεται, η Χάνα από παρουσιάστρια, γίνεται άνθρωπος που ακούει. Ο κίνδυνος γεννιέται ακριβώς εκεί – όταν η ενσυναίσθηση, αρχίζει να υπερισχύει της απόστασης. Δεν υπάρχει σαφές όριο και αυτό είναι το τρομακτικό.
Στο έργο, η
απειλή δεν προέρχεται από την επιθετικότητα αλλά από την ψυχική κατάρρευση. Πώς
αποδίδεται σκηνικά αυτή η «σιωπηλή» επικινδυνότητα;
Σ.Κ. :Με έλεγχο. Με σταθερότητα που τρίζει. Δεν
χρειάζεται εξωτερική ένταση· αρκεί να νιώσει το κοινό ότι κάτι μέσα μου δεν
κρατιέται πια. Η απειλή είναι η εσωτερική διάλυση, όχι η πράξη.
Ρ.Κ.:Η
επικινδυνότητα του Τζον δεν είναι εκρηκτική, είναι υπόγεια. Η απειλή δεν φωνάζει. Όσο πιο λογικός ακούγεται, τόσο πιο ανησυχητικός γίνεται. Η επικινδυνότητα γεννιέται
από την απουσία φρένου, όχι από την ένταση.
Υπάρχει ένα
συνεχές παιχνίδι ελέγχου και έκθεσης μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Ποιος πιστεύετε
ότι έχει πραγματικά την εξουσία σε κάθε στιγμή της παράστασης – και γιατί;
Σ.Κ. :Η εξουσία αλλάζει χέρια, αλλά στην πραγματικότητα
την έχει αυτός που αντέχει την αλήθεια της στιγμής. Στην αρχή
φαίνεται να την έχει ο δικός μου χαρακτήρας, αλλά όσο η άλλη πλευρά βλέπει
καθαρότερα, εκείνη αποκτά τον έλεγχο. Στο τέλος, η εξουσία περνάει
σε εκείνη, γιατί είναι η μόνη που δεν καταρρέει εσωτερικά
Ρ.Κ.: Η εξουσία αλλάζει χέρια διαρκώς. Η
Χάνα έχει τον έλεγχο της ροής. Ενώ, ο Τζον έχει τον έλεγχο της αφήγησης. Όσο
εκτίθεται αποκτά δύναμη. Όσο εκείνη αποκαλύπτει τον εαυτό
της μέσα από τις ερωτήσεις, εκείνος κερδίζει έδαφος.
Το «Ματωμένο
Φεγγάρι» θέτει το ερώτημα: ποιος κινδυνεύει τελικά περισσότερο; Ως
ηθοποιοί, πώς απαντάτε εσείς σε αυτό το ερώτημα μετά το τέλος της παράστασης;
Σ.Κ. :Αυτός που κουβαλάει την αλήθεια, χωρίς να έχει
τρόπο να την αντέξει. Ο κίνδυνος δεν είναι εξωτερικός· είναι η εσωτερική
κατάρρευση. Αυτός που δεν αντέχει τον εαυτό- του, βρίσκεται πάντα στο χείλος.
Ρ.Κ.: Κινδυνεύει περισσότερο, όποιος πιστεύει πως μπορεί
να σταθεί μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να αλλοιωθεί. Και οι δύο παγιδεύονται στη στιγμή όπου η εγγύτητα ξεπερνά τα όρια και
μετατρέπεται σε απειλή.
Πώς σας επηρέασε
η industrial goth μουσική θεματολογία στη διαμόρφωση του ρυθμού, της έντασης
και της ψυχολογικής φόρτισης των ρόλων σας;
Σ.Κ. :Μου έδωσε έναν σκοτεινό, υπόγειο ρυθμό. Έναν
παλμό που δεν είναι «ανθρώπινος» αλλά σπασμένος, μεταλλικός. Αυτό επηρέασε την
ενέργεια, την ένταση και τον τρόπο που κινείται ο χαρακτήρας μου.
Ρ.Κ.:Η γκοθ
ψυχοσύνθεση που φέρει αυτή η μουσική, δημιουργεί έναν χώρο όπου το σκοτάδι δεν είναι απειλή, αλλά καταφύγιο.
Εκεί η εξομολόγηση γίνεται δυνατή, γιατί δεν απαιτεί κάθαρση ή λύτρωση·
επιτρέπει απλώς να ειπωθεί αυτό που συνήθως αποσιωπάται. Η μουσική δεν
«ανοίγει» συναισθήματα, τα κρατά σε εγρήγορση, και ακριβώς γι’ αυτό ωθεί τους
χαρακτήρες να μιλήσουν όχι για να ελευθερωθούν, αλλά για να αντέξουν το βάρος
τους.
Αν έπρεπε να
περιγράψετε τον χαρακτήρα που υποδύεστε όχι με πράξεις αλλά με ένα ψυχικό τοπίο
ή μια εικόνα, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;
Ρ.Κ.:Θα περιέγραφα τη Χάνα σαν ένα φως μέσα σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα.
Ψάχνει να βρει διέξοδο αλλά δεν τα καταφέρνει. Το φως αυτό βρίσκει διέξοδο μόνο
μέσω του μικροφώνου.
Σ.Κ. :Ένα παγωμένο δάσος κάτω από ένα κόκκινο φεγγάρι. Σιωπηλό, όμορφο, αλλά
γεμάτο απώλεια. Ένα τοπίο που δεν φωνάζει, αλλά κουβαλάει μια αλήθεια που
πονάει.
Ευχαριστούμε για τις ενδιαφέρουσες και ουσιαστικές ερωτήσεις.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου