Η ομάδα Νείρομαι και η ‘Παράσταση στον Πατέρα, το ντοκιμαντέρ: Τραύματα, οικογένεια και θεατρική επινόηση
Η ομάδα Νείρομαι παρουσιάζει την «Παράσταση στον Πατέρα, το ντοκιμαντέρ», ένα έργο που μετατρέπει προσωπικά βιώματα και εμπειρίες απόρριψης σε σκηνικό υλικό, δημιουργώντας ένα υβρίδιο μεταξύ εξομολόγησης και θεατρικής επινόησης. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, τα μέλη της ομάδας μιλούν για τη διαδικασία μετασχηματισμού της αποτυχίας σε δημιουργία, τη σχέση προσωπικής αφήγησης με τον καφκικό λόγο, την οικογενειακή δυναμική επί σκηνής και τον τρόπο που η παράσταση εξερευνά την επιθυμία για αποδοχή, την επούλωση των τραυμάτων και την έννοια της «επιτυχίας» στη σύγχρονη θεατρική πράξη.
Στάθης Συμεωνίδης
Η παράσταση γεννήθηκε μέσα από δύο διαδοχικές απορρίψεις σε φεστιβάλ. Πώς μετασχηματίστηκε η εμπειρία της θεσμικής απόρριψης σε καλλιτεχνικό υλικό επί σκηνής;
Στάθης Συμεωνίδης: Είναι μέσα στον κόσμο του έργου η απόρριψη και
κατά κάποιο τρόπο την βιώσαμε όντως. Η εμπειρία αυτή μετασχηματίστηκε στο να
κάνουμε το επόμενο βήμα και να μην περιμένουμε ή κυνηγήσουμε κάποιο άλλο
φεστιβάλ για να παίξουμε.
Το έργο αντλεί έμπνευση από το «Γράμμα στον Πατέρα» και το «Έντεκα γιοι» του
Franz Kafka. Πώς συνομιλεί η προσωπική σας αφήγηση με τον καφκικό λόγο χωρίς να
εγκλωβίζεται σε λογοτεχνική αναπαράσταση;
Στάθης Συμεωνίδης: Η συνομιλία είναι ένα μείγμα, προσωπικής
εξομολόγησης, αποσπασματικότητας και φαντασίας. Ο καφκικός λόγος
χρησιμοποιείται ως ένα μέσο επικοινωνίας. Εκεί που οι ήρωες δεν μπορούν
να αρθρώσουν δικές τους λέξεις, δανείζονται αυτές που τους κάνουν να νιώθουν
ταύτιση.
Σάντυ Μακροπούλου
Η φόρμα του «ντοκιμαντέρ» εντός θεάτρου δημιουργεί ένα υβρίδιο μεταξύ
εξομολόγησης και κατασκευής. Πού τοποθετείτε τα όρια ανάμεσα στο βίωμα και στη
σκηνική επινόηση;
Στάθης Συμεωνίδης: Τα όρια προσπαθούμε να τα κρατήσουμε επίτηδες
θολά. Ή καλύτερα βλέπουμε πως το βίωμα παρουσιάζεται ως σκηνική επινόηση και η
σκηνική επινόηση ως βίωμα. Και προσπαθούμε να δούμε πώς σε μια τραυματική
εμπειρία χάνεται η αίσθηση της πραγματικότητας. Η ιστορία είναι φανταστική.
Αυτό λένε οι ήρωες για να μην καταρρεύσουν.
Τρία αδέρφια επιχειρούν να απευθυνθούν στον Πατέρα και αποτυγχάνουν. Πώς
χτίσατε τη μεταξύ σας δυναμική ώστε η οικογενειακή σχέση να αποκτήσει θεατρική
ένταση και όχι απλώς αφηγηματικό χαρακτήρα;
Καλλιόπη Κουνιάδη: Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν συγκεκριμένο τρόπο. Θα ήταν άδικο για τον σκηνοθέτη μας να πω ότι απλώς συνέβη, αλλά απλώς συνέβη.
Εμένα προσωπικά με βοηθάει να λέω αυτό ακριβώς που σκέφτομαι, κάτι το οποίο
προσπαθώ να κάνω και με τη βιολογική μου οικογένεια. Παιδικά.
Αυθόρμητα. Είναι μια άσκηση που θέλω να γίνει ζωή.
Σάντυ Μακροπούλου: «Θέλαμε να κάνουμε παρέα και iqos». Αστειεύομαι!
Σίγουρα υπήρχε χημεία μεταξύ μας, από την αρχή. Βασικό συστατικό των σχέσεων,
άλλωστε. Οι σχέσεις που είχαμε χτίσει στην πρώτη «Παράσταση στον Πατέρα»
αποτέλεσαν τα θεμέλια της φετινής μας δουλειάς. Πάνω σε αυτές αρχίσαμε να
δουλεύουμε αυτοσχεδιαστικά, και να διαμορφώνουμε με όλο και περισσότερες
λεπτομέρειες τον χώρο που έζησαν, το σπίτι που μεγάλωσαν, τις εικόνες που
είδαν, τα γεγονότα που επηρέασαν αυτά τα τρία αδέρφια, τα οποία μεγάλωσαν
κάπου, κάποτε, με τα τραύματα τους. Με πολύ χιούμορ, εμπιστοσύνη, ασφάλεια και
ελευθερία δημιουργήσαμε, εστιάσαμε και εισχωρήσαμε μέσα σε αυτόν τον κόσμο.
Καλλιόπη Κουνιάδη
Η παράσταση μιλά για την αποτυχία της τέχνης να επουλώσει πληγές. Πώς
διαχειρίζεστε ερμηνευτικά αυτή τη θέση χωρίς να αναιρείτε την ίδια την πράξη
του θεάτρου;
Σάντυ Μαρκοπούλου: Δεν παύουμε να δοκιμάζουμε, να αποτυγχάνουμε και
να ξανά προσπαθούμε με την ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Η ελπίδα! Ότι αυτή την
φορά κάτι θα είναι διαφορετικό. Η τέχνη είναι ικανή να επουλώσει, το θέμα είναι
να βρεις το προσωπικό σου πώς. Τα αδέρφια αυτά επιμένουν, επαναλαμβάνουν την
παράσταση τους και προσμένουν την επούλωση, την λύτρωση, «κάτι άλλο». Δεν είναι
βέβαια ότι θα αποτύχουν και το ότι αποτυγχάνουν δεν σημαίνει ότι θα
αποτυγχάνουν πάντα.
Χρήστος Δαλκυριάδης: Δεν αισθάνομαι σίγουρος για το αν μιλάμε όντως
για αναίρεση, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να λάβουμε ως θέσφατο πως η
πράξη του θεάτρου είναι όντως επουλωτική, κάτι το οποίο δε με βρίσκει απόλυτα
σύμφωνο. Θεωρώ πράγματι πως το θέατρο και κατά επέκταση κάθε άλλη μορφή τέχνης
μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά με την έννοια της εξωτερίκευσης και της
επικοινωνίας. Καθώς η συνδιαλλαγή μας τόσο με τους συμπαίκτες μας όσο και
με το κοινό πολλές φορές μας αποδεικνύει ότι άγχη, φόβοι, προβλήματα και
στοχασμοί δεν απασχολούν μόνο εσένα προσωπικά αλλά και μια άλλη μερίδα ανθρώπων
με τους οποίους γίνεσαι συγκοινωνός μέσω της τέχνης. Άρα σε αυτή την περίπτωση
δεν μιλάμε για επούλωση, αλλά για πηγαία αίσθηση του ανοίκειν που είναι εξίσου
θεραπευτική.
Καλλιόπη Κουνιάδη: Το ότι λέμε ότι η τέχνη δεν κατάφερε να
επουλώσει τις πληγές μας, δεν αναιρεί την πράξη του θεάτρου. Οι 3 χαρακτήρες
την ώρα που συμβαίνει , δεν γνωρίζουν ότι η τέχνη θα τους απογοητεύσει. Είναι
ένα συμπέρασμα που έβγαλαν στο τέλος στης πρώτης και μοναδικής τους παράστασης.
Άρα εγώ έχω να έρθω αντιμέτωπη με την προσδοκία της επούλωσης. Αυτό είναι ένα
συμπέρασμα που βγαίνει αργότερα, όταν πλέον είμαστε παρατηρητές ενός
παρελθοντικού γεγονότος.
Η ερώτηση «Είσαι περήφανος για εμένα;» λειτουργεί ως υπόγειος άξονας του
έργου. Σε ποιο βαθμό αφορά τον βιολογικό Πατέρα και σε ποιο βαθμό κάθε μορφή
εξουσίας ή επιβεβαίωσης;
Σάντυ Μακροπούλου: Είναι προσωπικό το ερώτημα. Ξεκινάει από τον Πατέρα και επεκτείνεται για τον καθένα μας σε ό,τι μας βαραίνει και λειτουργεί καθοριστικά για την προσωπική μας εξέλιξη. Αυτό το φάντασμα στο οποίο απευθυνόμαστε, για το οποίο τα κάνουμε όλα και περιμένουμε να πάρουμε την επιβεβαίωση του για να νιώσουμε ότι αξίζουμε, να συνεχίσουμε.
Καλλιόπη Κουνιάδη: Είναι ανάγκη αποδοχής και επιβεβαίωσης από την πρώτη μορφή εξουσίας που ένιωσαν, δηλαδή τον πατέρα τους. Δεν είναι -ή- διαζευκτικό, είναι -και- συνδετικό. Δεν έχουν βαθμό. Είναι όλα ένα.
Χρήστος Δαλκυριάδης
Η συνεργασία της ομάδας νείρομαι με την dispositif διαμορφώνει μια
συγκεκριμένη αισθητική ταυτότητα. Ποια ήταν η βασική σκηνοθετική ή
δραματουργική αρχή που καθόρισε το τελικό αποτέλεσμα;
Στάθης Συμεωνίδης: Είναι η προσπάθεια να φτάσουμε στην κατάλληλη
απόσταση από το αντικείμενο της μελέτης, έτσι ώστε να μπορέσουμε να το
επεξεργαστούμε, χωρίς να βυθιστούμε μέσα του αλλά να μην σταθούμε και τόσο
μακριά ώστε να περνάει από μπροστά μας αδιάφορο. Το τελικό αποτέλεσμα θα
μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως μια άσκηση ισορροπίας, στο να βρεθεί η
κατάλληλη θέση να κοιτάξεις κάτι που πονάει.
Με την επιστροφή της παράστασης ανεξάρτητα στο Kukaracha Theaterspace, ποια είναι η σχέση σας με την έννοια της «επιτυχίας» σήμερα; Συνιστά η ίδια η παρουσίαση μια μορφή προσωπικής αποκατάστασης ή παραμένει ανοιχτό το τραύμα που πραγματεύεστε;
Στάθης Συμεωνίδης: Δεν ξέρω να σου απαντήσω. Ίσως γνωρίζω όταν
ολοκληρωθούν οι παραστάσεις. Δεν βιώνω την παρουσίαση της παράστασης ως
αποκατάσταση. Είναι ένα επόμενο βήμα. Σήμερα θα σου πω, ότι επιτυχία είναι πως
συνεχίζουμε περισσότεροι άνθρωποι να συνεργαζόμαστε για το αποτέλεσμα μιας
ιδέας που σκέφτηκα σε ένα παγκάκι κοντά στο Μετς, όταν έχασα την πρώτη μου
ψυχοθεραπεία επειδή με πήρε ο ύπνος. Και αυτή η ιδέα διαμορφώθηκε μετέπειτα από
πολλούς. Και όπως ο ένας ήρωας ξυπνάει σε μια θεατρική σκηνή, εγώ σε ένα
παγκάκι στο Μετς, κάποιος άλλος κάπου αλλού, σημασία έχει για εμένα το επόμενο
βήμα.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου