Χριστίνα Κουιμουντζή & Δώρα Τσάγκα: «Να μείνουμε άνθρωποι μέσα στη σύγκρουση»

Η παράσταση «Το όνομά μου είναι Ρέιτσελ Κόρι» φέρνει στη σκηνή τη ζωντανή φωνή της Rachel Corrie μέσα από τα αυθεντικά της ημερολόγια και γράμματα. Η σκηνοθέτρια Χριστίνα Κουιμουντζή και η ηθοποιός Δώρα Τσάγκα προσεγγίζουν αυτή τη μαρτυρία με σεβασμό και λιτότητα, επιχειρώντας να αναδείξουν όχι μόνο το πολιτικό βάρος των κειμένων αλλά και την ανθρώπινη ευαισθησία, τις αμφιβολίες και τη σκέψη μιας νέας γυναίκας που προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω της. Μέσα από έναν απαιτητικό σκηνικό μονόλογο, η παράσταση μετατρέπει την προσωπική γραφή σε ζωντανή θεατρική εμπειρία που συνομιλεί άμεσα με το σήμερα.

Δώρα Τσάγκα

Το έργο βασίζεται στα πραγματικά κείμενα της Rachel Corrie. Πώς προσεγγίσατε αυτή τη ζωντανή μαρτυρία ώστε να διατηρηθεί η αυθεντικότητά της χωρίς να χαθεί η θεατρική της δύναμη;

Χ.Κ.: Προσπαθήσαμε να υπακούσουμε στον τρόπο που γράφει και εκφράζεται η ίδια η Ρέιτσελ. Γράφει με φαντασία, ευαισθησία και μια σκέψη που είναι ζωντανή. Αναστοχάζεται όσα παρατηρεί και όσα αισθάνεται, προσπαθώντας να τα κατανοήσει στο εδώ και τώρα.

Δ.Τ.: Θέλαμε να συναντήσουμε τη Ρέιτσελ, να την προσεγγίσουμε ως την πραγματική φωνή που υπάρχει ήδη μέσα στα κείμενα και όχι ως έναν ρόλο που πρέπει να κατασκευαστεί.

Δουλέψαμε πολύ με την απλότητα και την ακρίβεια του λόγου της. Δεν θελήσαμε να προσθέσουμε δραματουργικά φορτία εκεί που δεν υπάρχουν, γιατί η ίδια η γραφή της έχει κάτι πιο βαθύ, έχει μια αμεσότητα, μια ευθραυστότητα και ταυτόχρονα μια δύναμη που δεν χρειάζεται υπερβολές.

Ως ηθοποιός, για μένα ήταν μια συνεχής ισορροπία: να παραμείνω πιστή στη μαρτυρία, αλλά να επιτρέψω στο σώμα και στη σκηνική παρουσία να ανοίξουν χώρο για τον θεατή.

Σε μια περίοδο όπου οι συγκρούσεις και η βία επανέρχονται έντονα στο παγκόσμιο προσκήνιο, τι σημαίνει για εσάς να παρουσιάζετε σήμερα αυτό το έργο μπροστά σε κοινό;

Δ.Τ.: Νομίζω ότι σήμερα το έργο αποκτά μια επείγουσα διάσταση. Δεν το αντιμετωπίσαμε ως κάτι ιστορικό ή «μακρινό», αλλά ως κάτι που συνομιλεί άμεσα με το παρόν το οποίο βιώνουμε.

Για μένα από την πρώτη στιγμή που διάβασα τα λόγια της Ρέιτσελ γνωρίζοντας ότι γράφτηκαν μέσα σε πραγματικές συνθήκες σύγκρουσης,  ένιωσα αμέσως ότι ήρθα αντιμέτωπη με την ευθύνη που έχω για τον κόσμο στον οποίο συμμετέχω. Το έργο αυτό δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική πράξη — είναι κυρίως μία ανάγκη.  Μια ανάγκη να ακουστεί η φωνή της Ρέιτσελ στο παρόν, να αποτελέσει μία ζωντανή εμπειρία κι όχι απλά μια μαρτυρία του παρελθόντος.

Και ταυτόχρονα, είναι και μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε πολιτική πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι. Αυτό προσπαθούμε να επαναφέρουμε στο προσκήνιο.

Χ.Κ.: Το βλέπω ως μια μικρή πράξη αντίστασης απέναντι στην τάση μας, είτε από προσαρμογή είτε από απελπισία, να συνηθίζουμε. Κατανοώ αυτή την ανάγκη, όμως φοβάμαι ότι μπορεί να μας οδηγήσει στην απάθεια απέναντι σε εγκληματικές πρακτικές που δεν θα έπρεπε να θεωρούνται αποδεκτές.

Ο μονόλογος απαιτεί μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον ηθοποιό, το κείμενο και τον θεατή. Πώς χτίστηκε αυτή η σχέση στη σκηνή και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη διαδικασία;

Χ.Κ.: Η Δώρα είναι πραγματικά εκτεθειμένη. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έχει τίποτα να την προστατεύει παρά μόνο την παρουσία και την ειλικρίνειά της. Η σκηνή και τα ρούχα την ακολουθούν καθώς ο χαρακτήρας αλλάζει και ωριμάζει. Αλλά κάνουν μόνο αυτό. Αυτή η απροστάτευτη έκθεση είναι η μεγαλύτερη πρόκληση, αλλά και το μεγαλύτερο δώρο για εκείνη ως ηθοποιό και για εμένα ως σκηνοθέτιδα, που μπορώ να τη θαυμάζω για το θάρρος και τη γενναιοδωρία της.

Δ.Τ.: Αντιμετωπίσαμε τη Ρέιτσελ ως άνθρωπο και όχι ως ρόλο κι έτσι η σχέση αυτή χτίστηκε πάνω στην αμεσότητα. Ο μονόλογος δεν επιτρέπει απόσταση,  δεν έχεις πού να “κρυφτείς” ως ηθοποιός. Έτσι, σε όλη τη διαδικασία των προβών δουλέψαμε πολύ με την ιδέα της εξομολόγησης. Όχι ως κάτι δραματικό, αλλά ως μια ανάγκη επικοινωνίας. Σαν να μοιράζεσαι σκέψεις που γεννιούνται εκείνη τη στιγμή.

Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να διατηρηθεί αυτή η ζωντάνια κάθε φορά. Να μην γίνει το κείμενο κάτι «παγιωμένο» να μην χρησιμοποιηθεί ως μανιφέστο και να μην χρησιμοποιηθεί ως μνημείο, αλλά να συνεχίσει να συμβαίνει μπροστά στον θεατή στο εδώ και τώρα.

Η Ρέιτσελ παρουσιάζεται ως ένας νέος άνθρωπος που σκέφτεται, αμφιβάλλει και επιλέγει. Πώς δουλέψατε ώστε να αναδειχθεί αυτή η ανθρώπινη διάσταση και όχι μόνο η πολιτική;

Δ.Τ.: Προσπαθήσαμε να μείνουμε στις μικρές της στιγμές. Στις αμφιβολίες, στις σκέψεις, στις καθημερινές παρατηρήσεις, ακόμα και στον τρόπο που βιώνει τον έρωτα.

Η Ρέιτσελ δεν παρουσιάζεται ως σύμβολο, αλλά ως ένας νέος άνθρωπος που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για εμάς.

Αφήσαμε χώρο στην ευαισθησία, ακόμα και στην αμηχανία. Γιατί εκεί βρίσκεται η ανθρώπινη αλήθεια - όχι στη βεβαιότητα.

Χ.Κ.: Η Ρέιτσελ είναι ένας νέος άνθρωπος που σκέφτεται, αμφιβάλλει και επιλέγει. Είναι μία ποιήτρια που ονειρεύεται, θυμώνει, αυτοσαρκάζεται, γελά, αγαπά, σαχλαμαρίζει, ερωτεύεται, φοβάται, ντρέπεται, απελπίζεται και αντιστέκεται. Είναι ένας άνθρωπος. Είναι ένας άνθρωπος που ζητά και ζητά με πείσμα να δούμε το ακατανόητο του πολέμου. Για εμένα πολιτική είναι κάθε ανθρώπινη στάση. Αυτό που συμβαίνει με την πολιτική που εκπορεύεται από τη Ρέιτσελ είναι πως μας εξιλεώνει ως είδος, αν και ανάξιο, κι αυτό είναι συγκινητικό όταν συνειδητοποιούμε την ευθύνη μας και το πόσο ένοχα συμμέτοχοι είμαστε όσο μένουμε αμέτοχοι.

Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσει μια παράσταση ανάμεσα στη μαρτυρία και στη θεατρικότητα, ειδικά όταν το θέμα είναι τόσο φορτισμένο ιστορικά και συναισθηματικά;

Χ.Κ.: Ίσως όχι τόσο δύσκολο στην πράξη, γιατί η ίδια η γραφή της Ρέιτσελ είναι ποιητική και παραστατική. Το βασικό ερώτημα ήταν αν θα τολμούσαμε, χωρίς να εξωραΐσουμε, να δούμε όσο γίνεται περισσότερο τον κόσμο που πλάθει με τη φαντασία της και που βιώνει και εκφράζει με όλες τις αισθήσεις της.

Δ.Τ.: Είναι μια πολύ λεπτή ισορροπία. Ο κίνδυνος είναι διπλός: είτε να γίνει κάτι υπερβολικά «ντοκιμαντερίστικο» είτε να χαθεί η αλήθεια μέσα στη θεατρικότητα. Η δική μας επιλογή ήταν να αφήσουμε τη θεατρικότητα να προκύψει μέσα από το σώμα, τη φωνή, τον ρυθμό, τον αυτοσχεδιασμό και όχι από εξωτερικά μέσα.

Κατά τη διάρκεια των προβών, υπήρξε κάποια στιγμή ή κάποιο απόσπασμα από τα κείμενα που σας επηρέασε ιδιαίτερα ή άλλαξε τον τρόπο που βλέπατε την παράσταση;

Δ.Τ.: Υπήρχαν αρκετές στιγμές που με επηρέασαν, αλλά περισσότερο από όλες εκείνες όπου η Ρέιτσελ μιλά με απλότητα για πράγματα που θα έπρεπε να θεωρούμε δεδομένα - όπως η ασφάλεια, το σπίτι, η καθημερινότητα. Αυτά τα σημεία είχαν για μένα τη μεγαλύτερη ένταση, γιατί ξαφνικά αυτό που για εμάς είναι ως ένα βαθμό αυτονόητο, εκεί γίνεται ζητούμενο. Και αυτή η σύγκρουση του οικείου με το ακραίο είναι κάτι που με άγγιξε πολύ βαθιά.

Παράλληλα, ένιωσα και μια πολύ προσωπική σύνδεση μαζί της. Ως άνθρωπος, αναγνωρίζω σε εκείνη σκέψεις και πεποιθήσεις που με αφορούν άμεσα — και αυτό έκανε τη διαδικασία ακόμη πιο απαιτητική αλλά και πιο ουσιαστική.

Σε επίπεδο προβών, όλα αυτά μας οδήγησαν σε λιγότερη «ερμηνεία» και σε μια ανάγκη να σταθούμε περισσότερο στην ανθρώπινη πλευρά της και λιγότερο στην ιδέα της Ρέιτσελ ως σύμβολο.

Χ.Κ.: Υπάρχουν πολλά και κάθε φορά κάποιο άλλο με αγγίζει περισσότερο. Με συγκινεί ιδιαίτερα ο τρόπος που μεταμορφώνει όσα τη συγκλονίζουν και η ομορφιά που βρίσκει ακόμη και στα ραγισμένα. Αυτό δείχνει πόσο βαθιά αγαπά τους ανθρώπους και τη ζωή. Κοιτά με τρυφερότητα το ατελές και σε τέτοιες στιγμές τη φαντάζομαι να χαμογελά.

Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος αφύπνισης και δημόσιου διαλόγου; Και αν ναι, με ποιον τρόπο το συγκεκριμένο έργο το επιδιώκει;

Χ.Κ.: Δεν ξέρω. Νομίζω ότι τίποτα δεν λειτουργεί μόνο του. Χρειάζεται συμμετοχή. Το θέατρο μπορεί να ανοίξει έναν χώρο, αλλά χρειάζεται και ανθρώπους που θέλουν να μπουν σε αυτόν. Εμείς ανοίγουμε μια συζήτηση για κάτι που θεωρούμε ότι μας αφορά όλους και ζητάμε συνομιλητές. Από εκεί και πέρα θα δείξει.

Δ.Τ.:   Πιστεύω πως ναι, αλλά όχι με διδακτικό τρόπο.

Το θέατρο δεν δίνει απαντήσεις - ανοίγει χώρο για ερωτήσεις. Και αυτό από μόνο του είναι μια μορφή αφύπνισης. Το συγκεκριμένο έργο δεν προσπαθεί να πείσει, αλλά να φέρει τον θεατή σε επαφή με μια ανθρώπινη εμπειρία. Και μέσα από αυτή τη συνάντηση μπορεί να γεννηθεί ο διάλογος.

Μετά από αυτή την εμπειρία, τι θα θέλατε ιδανικά να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση; Ένα συναίσθημα, ένα ερώτημα ή μια στάση απέναντι στον κόσμο;

Δ.Τ.: Ιδανικά, θα ήθελα να φύγει με μια αίσθηση σύνδεσης. Όχι απαραίτητα με μια απάντηση, αλλά με ένα ερώτημα που να τον ακολουθεί. Ίσως μια μεγαλύτερη επίγνωση της ευθύνης που έχουμε ως άνθρωποι απέναντι στους άλλους. Ή ακόμα και μια πιο προσωπική σκέψη: «τι θα έκανα εγώ;»

Αν μείνει κάτι, θα ήθελα να είναι μια πιο συνειδητή ματιά απέναντι στους άλλους και, τελικά, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό - αυτή η μικρή εσωτερική μετατόπιση.

Χ.Κ.: Έστω για λίγο, όσο αντέχει, να είναι πραγματικά παρών και όχι απλώς υπάρχοντας. Μακάρι.


Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελένη Καραμπάτσου: "Η καλλιέργεια αρετών στα παιδιά είναι θεμέλιο για να εξελιχθούν σε ισορροπημένους και υπεύθυνους ανθρώπους".

Είδαμε και προτείνουμε: «Εσύ κι εγώ και ο Φεϊντώ» της θεατρικής ομάδας Αντικλείδι στο Μικρό Κεραμεικό

LIVE | Rebe(l)Tango: Ρεμπέτικο & Tango: Δρόμοι Παράλληλοι

Είδαμε και προτείνουμε: Επικίνδυνος Οίκτος του Stefan Zweig στο Θέατρο Χώρος

Δώρα Ανδρεαδάκη: "Για τα παιδιά είναι πολύ σημαντικό να μάθουν να αγαπούν τη διαδικασία και όχι μόνο το αποτέλεσμα".

Είδαμε και προτείνουμε: «Η Ανάστασις» του Λέοντος Τολστόι στο ΘΕΑΤΡΟ NOŪS