Είδαμε και προτείνουμε: «Η Κουταλένια»: Ένας τρυφερός ύμνος στη ζωή και τη διαφορετικότητα στο Θέατρο Μουσούρη
Η άφιξη της «Κουταλένιας» (Spoonface) του Λι Χολ στο Θέατρο Μουσούρη αποτελεί μια από τις πιο ουσιαστικές και συγκινητικές στιγμές της φετινής θεατρικής περιόδου. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Κώστα Σπυρόπουλου, το έργο αυτό δεν περιορίζεται στα στενά όρια μιας ιστορίας για τον αυτισμό ή την απώλεια, αλλά μεταμορφώνεται σε ένα φωτεινό μάθημα ζωής, υπενθυμίζοντάς μας πως η ομορφιά του κόσμου κρύβεται συχνά εκεί που οι πολλοί αρνούνται να κοιτάξουν.
Η σκηνοθετική παρέμβαση του Σπυρόπουλου να φέρει επί σκηνής τη μητέρα της ηρωίδας, μετατρέποντας τον αρχικό μονόλογο σε έναν άτυπο διάλογο μνήμης και παρόντος, αποδείχθηκε ευφυής. Το «Τότε» της αθώας Κουταλένιας συναντά το «Τώρα» της ώριμης μητέρας, δημιουργώντας μια συνθήκη βαθιάς συγκίνησης. Αυτή η συνύπαρξη δεν αφηγείται απλώς γεγονότα, αλλά χαρτογραφεί τη σχέση δύο ανθρώπων που προσπαθούν να επικοινωνήσουν πέρα από τις λέξεις, με όχημα την αγάπη και τη λυτρωτική δύναμη της μουσικής της Μαρίας Κάλλας.
Στον ομώνυμο ρόλο, η Καρολίνα Σακελλαρίου είναι καθηλωτική. Κατορθώνει να αποφύγει την παγίδα της καρικατούρας που συχνά ελλοχεύει στην ερμηνεία ατόμων με ιδιαιτερότητες. Αντ' αυτού, προσεγγίζει την Κουταλένια με έναν σεβασμό και μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, φωτίζοντας τη σοφία που κρύβεται πίσω από την παιδική της αφέλεια. Μέσα από τα μάτια της, ο πόνος, ο θάνατος και η διάλυση της οικογένειας χάνουν το βάρος τους και γίνονται απλώς νότες σε μια μεγάλη, συμπαντική όπερα.
Δίπλα της, η Νίκη Παλληκαράκη στο ρόλο της μητέρας, παραδίδει μια ερμηνεία μεστή και στιβαρή. Κουβαλάει στους ώμους της το φορτίο της πραγματικότητας, της γήινης αγωνίας, λειτουργώντας ως το απαραίτητο αντίβαρο στην αιθέρια φύση της κόρης της. Η χημεία ανάμεσα στις δύο γυναίκες είναι αδιαμφισβήτητη, χτίζοντας στιγμές σιωπηλής έντασης που ραγίζουν και ταυτόχρονα θεραπεύουν την καρδιά του θεατή.
Συνοψίζοντας, η «Κουταλένια» δεν είναι μια παράσταση που σε βαραίνει, παρά τη δύσκολη θεματολογία της. Αντιθέτως, είναι μια εμπειρία λυτρωτική. Φεύγοντας από το Θέατρο Μουσούρη, ο θεατής νιώθει μια γλυκιά μελαγχολία αλλά και μια ανανεωμένη ελπίδα. Είναι ένα έργο που αποκαθιστά την αξιοπρέπεια της διαφορετικότητας και μας διδάσκει πως, ακόμα και όταν όλα γύρω μας μοιάζουν να καταρρέουν, υπάρχει πάντα χώρος για να βρούμε το φως, αρκεί να έχουμε το θάρρος να ακούσουμε τη μουσική της ψυχής μας. Μια παράσταση βαθιά ανθρώπινη, που αξίζει να τη βιώσετε.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου