Τόνια Κυριφίδη: "Η σιωπή είναι συχνά πιο επικίνδυνη από την ίδια την πράξη, γιατί λειτουργεί χωρίς θόρυβο και χωρίς ενοχή".
Στα Χαμένα ίχνη της Τόνιας Κυριφίδη, η εξαφάνιση της έφηβης Μαρίνας γίνεται ο πυρήνας μιας ιστορίας που ξεπερνά το έγκλημα και φωτίζει τις σιωπές, τις παραλείψεις και τη συλλογική ευθύνη μιας κοινωνίας. Το μυθιστόρημα διερευνά τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο καθήκον και την εμμονή, την ενοχή και τη συνενοχή, και θέτει επίμονα ερωτήματα για το τι σημαίνει πραγματικά να παρατηρείς και να ακούς. Σε αυτή τη συνέντευξη, η συγγραφέας μας μιλά για τη δημιουργία της Αλεξάνδρας Βαγενά, για την κοινωνική διάσταση της σιωπής και για το πώς η αλήθεια αντιμετωπίζεται μέσα σε έναν κόσμο που συχνά προτιμά να κοιτά αλλού.
Η εξαφάνιση της Μαρίνας λειτουργεί ως πυρήνας της αφήγησης, αλλά γρήγορα αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για μια ιστορία συλλογικών ευθυνών. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να διερευνήσετε: το ίδιο το έγκλημα ή το κοινωνικό περιβάλλον που το επιτρέπει;
Το έγκλημα, για μένα, ήταν εξαρχής το εξωτερικό περίβλημα της ιστορίας. Αυτό που με απασχόλησε βαθύτερα ήταν ο κοινωνικός περίγυρος μέσα στον οποίο μπορεί να συμβεί – και κυρίως να ωριμάσει – ένα τέτοιο γεγονός. Με ενδιέφερε να δείξω πως μια εξαφάνιση δεν είναι ποτέ ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά το αποτέλεσμα μιας αργής, σχεδόν αόρατης διαδικασίας· απουσίες, παραλείψεις, φόβοι και ανοχή. Στα “Χαμένα Ίχνη” ήθελα να επισημάνω την άποψη πως μια κοινωνία δεν ευθύνεται μόνο για όσα κάνει, αλλά και για όσα επιτρέπει να συμβούν. Διότι ο περίγυρος μπορεί να κοιτάζει χωρίς, στην πραγματικότητα, να βλέπει. Να ακούει χωρίς να αφουγκράζεται. Το έγκλημα είναι το αποτέλεσμα που προκαλεί το σοκ. Το περιβάλλον, όμως, είναι αυτό που – πολλές φορές – το καθιστά πιθανό, δημιουργώντας την κατάλληλη συνθήκη.
Οι “σιωπές που σκοτώνουν” είναι
ένας από τους βασικούς άξονες του βιβλίου. Πιστεύετε ότι στη σύγχρονη κοινωνία
η σιωπή είναι πιο επικίνδυνη από την πράξη; Και πώς μεταφράζεται αυτό
λογοτεχνικά;
Η σιωπή είναι συχνά πιο επικίνδυνη από την ίδια την πράξη, γιατί λειτουργεί χωρίς θόρυβο και χωρίς ενοχή. Η πράξη αναγνωρίζεται, καταγγέλλεται, προκαλεί αντίδραση. Η σιωπή όμως συγχέεται με την ουδετερότητα, με την “ασφάλεια” του δεν θέλω να μπλέξω. Στην σύγχρονη κοινωνία, όπου όλοι γνωρίζουν λίγο απ’ όλα, αλλά σπάνια παίρνουν θέση, η σιωπή γίνεται μηχανισμός αυτοπροστασίας και κάποιες μάλιστα φορές, μέσο συγκάλυψης. Λογοτεχνικά, αυτή η σιωπή αποτυπώνεται μέσα από κενά, υπεκφυγές, παύσεις, εσωτερικούς μονολόγους που δεν ολοκληρώνονται. Στα “Χαμένα Ίχνη” προσπάθησα να δείξω ότι πολλές φορές το πιο εκκωφαντικό στοιχείο μιας ιστορίας είναι αυτό που ΔΕΝ ακούγεται. Που ΔΕΝ έχει ειπωθεί.
Η αστυνόμος Αλεξάνδρα Βαγενά
κουβαλά ένα ανεπούλωτο τραύμα από το παρελθόν. Πώς επηρεάζει η προσωπική της
απώλεια τον τρόπο που βλέπει την υπόθεση της Μαρίνας και τα όρια ανάμεσα στο
καθήκον και την εμμονή;
Η Αλεξάνδρα Βαγενά είναι ένας χαρακτήρας που ακροβατεί διαρκώς σε μια λεπτή γραμμή. Δεν ερευνά απλώς μια υπόθεση· συνομιλεί με το παρελθόν της. Η προσωπική της απώλεια δεν λειτουργεί απλώς ως ψυχολογικό υπόβαθρο, αλλά ως φίλτρο μέσα από το οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο, οξύνοντας την κρίση της. Την κάνει να μην εμπιστεύεται τις εύκολες εξηγήσεις και να επιμένει εκεί όπου οι άλλοι κουράζονται και παραιτούνται. Γίνεται αμείλικτη με τις λεπτομέρειες και δύσπιστη με τις δικαιολογίες. Την ίδια όμως στιγμή την οδηγεί κοντά στην εμμονή. Τα όρια ανάμεσα στο καθήκον και την ανάγκη της να φθάσει στην άκρη του νήματος γίνονται επικίνδυνα λεπτά. Όμως αυτό ακριβώς την καθιστά αποτελεσματική. Για την Αλεξάνδρα η δικαιοσύνη και η απόδοση ευθυνών, δεν είναι μόνο επαγγελματική υποχρέωση· είναι υπαρξιακή ανάγκη.
Στο μυθιστόρημα κυριαρχεί η
αίσθηση ότι όλοι έχουν κάτι να κρύψουν. Σας ενδιαφέρει περισσότερο η ενοχή των
ενόχων ή η συνενοχή των “αθώων” που επιλέγουν να μη μιλήσουν;
Η ενοχή των ενόχων είναι σχεδόν δεδομένη. Η συνενοχή των “αθώων” όμως είναι αυτή που με τρομάζει περισσότερο. Με απασχόλησε ιδιαίτερα η στάση εκείνων που δεν έκαναν τίποτα “λάθος, αλλά επίσης δεν έκαναν και τίποτα σωστό. Εκείνων που είδαν, άκουσαν, υποψιάστηκαν, αλλά προτίμησαν τη σιωπή για να μην διαταραχθεί η ισορροπία τους. Αυτή η στάση είναι βαθιά ανθρώπινη, αλλά και επικίνδυνη ταυτόχρονα, διότι κρατά ένα σαθρό σύστημα ζωντανό. Στο βιβλίο, η σιωπή των “καλών” ανθρώπων λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής του κακού. Κι αυτό είναι το πιο άβολο κομμάτι της αλήθειας.
Η εφηβεία παρουσιάζεται ως μια
επικίνδυνη, εύθραυστη ζώνη ανάμεσα στην αθωότητα και την έκθεση. Πώς
προσεγγίσατε τη Μαρίνα ως χαρακτήρα, χωρίς να την κάνετε σύμβολο αλλά
διατηρώντας την ανθρώπινη υπόστασή της;
Η Μαρίνα γράφτηκε με μεγάλη προσοχή και ευθύνη. Δεν ήθελα να γίνει “θύμα” ούτε “σύμβολο”. Ήθελα να είναι ένα κορίτσι με αντιφάσεις, λάθη, ανάγκη για επιβεβαίωση και ορατότητα. Μα πάνω από όλα να την δει ο αναγνώστης σαν ένα παιδί με ανάγκη για αγάπη και προσοχή. Η εφηβεία είναι μια περίοδος όπου όλα είναι μεγεθυμένα: η επιθυμία, η απόρριψη, ο θυμός. Η Μαρίνα κινείται ακριβώς μέσα σε αυτή την υπερβολή. Οι πράξεις της, τις περισσότερες φορές, αγγίζουν τα άκρα. Η συμπεριφορά της δεν είναι απλώς ένα μήνυμα προς τον περίγυρό της. Είναι αντίδραση σε ένα κόσμο που συχνά την αγνοεί. Έναν κόσμο που την κοιτάζει, μα δεν ακούει τις ανάγκες της. Έχοντας χάσει λοιπόν το μέτρο, αναπόφευκτα πέφτει σε λάθη που την μετατρέπουν σε μία αντιπαθητική, σχεδόν μισητή ύπαρξη. Αυτό που προσπάθησα να διαχειριστώ - όσο πιο τίμια μπορούσα - ήταν να την προσεγγίσω με κατανόηση, χωρίς να την δικαιολογήσω, αλλά και χωρίς να την καταδικάσω. Αυτό το άφησα για τον αναγνώστη. Πριν όμως αποφασίσει κάποιος να ρίξει την ηρωίδα μου στην πυρά, θα ήθελα να κάνει την αυτοκριτική του. Σαν πρώην έφηβος, σαν ενήλικας και σαν γονιός.
Οι παραισθησιογόνες ουσίες και
η νυχτερινή ζωή λειτουργούν σχεδόν ως καθρέφτης μιας γενικευμένης απώλειας
ελέγχου. Τι ρόλο παίζουν στη δραματουργία του βιβλίου και τι λένε για τη γενιά
που απεικονίζετε;
Στο βιβλίο, οι ουσίες και η νυχτερινή ζωή δεν αντιμετωπίζονται ως ηθικό ζήτημα, ως αιτία, αλλά ως σύμπτωμα. Είναι τρόποι διαφυγής, αλλά και μέθοδοι ένταξης σε μια κοινωνία που αδιαφορεί. Για μια γενιά που μεγαλώνει με ασαφή όρια και υπερπληροφόρηση, αυτές οι εμπειρίες λειτουργούν σαν προσωρινή αίσθηση ελέγχου ή αποδοχής. Δραματουργικά, δημιουργούν θολά τοπία, ρωγμές στη μνήμη, αμφιβολίες. Στοιχεία που ενισχύουν το μυστήριο και αντικατοπτρίζουν την ψυχική σύγχυση των χαρακτήρων. Σκοπός μου δεν ήταν να δαιμονοποιήσω αυτή την πραγματικότητα, αλλά να την κατανοήσω.
Το παρελθόν και το παρόν
συνδιαλέγονται συνεχώς μέσα από δύο ανεξιχνίαστες υποθέσεις. Πιστεύετε ότι η
αλήθεια μπορεί πραγματικά να λυτρώσει ή απλώς μετατοπίζει το βάρος της
απώλειας;
Δεν πιστεύω την λυτρωτική αλήθεια με την εύκολη έννοια· την έννοια δηλαδή της ανακούφισης. Η αλήθεια δεν επουλώνει πληγές. Τις καθιστά, όμως, πραγματικές, δίνοντας σχήμα στο χάος. Αυτό που κάνει η αλήθεια είναι να μετατοπίζει το βάρος από το άγνωστο στο γνώριμο. Κι αυτό, όσο επώδυνο κι αν είναι, επιτρέπει στους ανθρώπους να διαχειριστούν την απώλεια. Στα “Χαμένα Ίχνη”, η αλήθεια δεν λειτουργεί ως κάθαρση. Δεν σώζει – επιτρέπει, όμως, να συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες. Και μερικές φορές αυτό είναι το μόνο είδος λύτρωσης που μπορούμε να αντέξουμε.
Τα Χαμένα ίχνη είναι ένα
θρίλερ, αλλά και μια βαθιά υπαρξιακή αφήγηση. Τι θα θέλατε να μείνει στον
αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο: ο φόβος, η αγωνία ή η ανάγκη να κοιτάξει πιο
προσεκτικά όσα συμβαίνουν γύρω του;
Η υπόθεση του βιβλίου μου θα ήθελα
να αφήσει στον αναγνώστη μια ανησυχία. Να μην μείνει μόνο στην ένταση της
πλοκής, στην αγωνία της λύσης, αλλά με την αίσθηση ότι κάτι στην ιστορία της
Μαρίνας τον αφορά προσωπικά. Να αναρωτηθεί τι επιλέγει να μη βλέπει, τι
αποφεύγει να ακούσει, πότε σιωπά για να προστατευτεί. Αν ο αναγνώστης
κλείνοντας το βιβλίο, αργήσει – έστω και λίγο – να επιστρέψει στην
καθημερινότητά του, αν επιχειρήσει να κοιτάξει λίγο διαφορετικά τους ανθρώπους
γύρω του ή και τον εαυτό του, τότε πιστεύω πως τα “Χαμένα Ίχνη” έχουν πετύχει
τον στόχο τους.
Βλάρα Αλεξία
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου