Κατερίνα Ανδριανάκη: "Η διαρκής μεταβολή της ισχύος επιτρέπει να φωτιστούν οι ψυχολογικές πτυχές των χαρακτήρων και οι λεπτές αποχρώσεις της συνύπαρξης".

 Στο βιβλίο Ξαπλωμένοι στο γρασίδι, η Κατερίνα Ανδριανάκη μας οδηγεί σε έναν μικρό, εγκλωβισμένο χώρο όπου δύο κλέφτες αναμετρώνται με ο ένας τον άλλο και κυρίως με τον ίδιο τους τον εαυτό. Μέσα από τη σιωπή, το χιούμορ και τις συνεχείς μετατοπίσεις εξουσίας, οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται ευάλωτοι, αντιφατικοί και ανθρώπινοι, ενώ το έργο φωτίζει τις εσωτερικές μας συγκρούσεις και τη δύναμη της μνήμης. 

Κατερίνα Ανδριανάκη

Δύο κλέφτες σε ένα δωμάτιο. Τι σε προσέλκυσε περισσότερο: ο εγκλεισμός ή το γεγονός ότι οι ήρωες  έχουν μάθει να ζουν “αρπάζοντας” και τώρα δεν έχουν τίποτα να αρπάξουν;

Με προσέλκυσε εξίσου ο εγκλεισμός και η εσωτερική αντίφαση των χαρακτήρων. Ο εγκλεισμός δημιουργεί ένα πλαίσιο έντασης, όπου δύο άνθρωποι αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλον και κυρίως τον εαυτό τους. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι οι ήρωες έχουν μάθει να ζουν «αρπάζοντας», αλλά τώρα δεν έχουν τίποτα να αρπάξουν, δημιουργεί μια μοναδική δραματουργική αντίθεση: η εξωτερική τους συνθήκη τους στερεί τις συνήθειες και τις άμυνές τους, αποκαλύπτοντας την ευαλωτότητά τους και την ανθρωπιά τους.

Ο εγκλεισμός δεν είναι μόνο χώρος περιορισμού, αλλά καμβάς για να φανεί ποιοι είναι πραγματικά όταν τα εξωτερικά «όπλα» τους αφαιρούνται. Και αυτή η αναμέτρηση με τον ίδιο τον «εαυτό» είναι που με ενθουσίασε περισσότερο.

Στο έργο, η σιωπή συχνά λέει περισσότερα από τους διαλόγους. Πώς δούλεψες τη δραματουργία της σιωπής και τι συναισθηματικό βάρος της έδωσες;

Στο έργο, η σιωπή δεν είναι απλά απουσία λόγου· είναι δραματουργικό όπλο. Δούλεψα τη σιωπή σαν έναν χώρο όπου οι χαρακτήρες εκτίθενται, χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουν. Είναι το διάστημα όπου τα βλέμματα, οι παύσεις και οι μικρές χειρονομίες γίνονται φορείς συναισθημάτων που δεν λέγονται με λέξεις: φόβος, αμηχανία, θυμός, αλλά και τρυφερότητα ή χιούμορ.

Το συναισθηματικό βάρος της σιωπής είναι μεγάλο, γιατί δημιουργεί ένταση και αναμονή, αναγκάζει το κοινό να μπει μέσα στον ψυχισμό των χαρακτήρων. Στις σιωπές, οι ήρωες αποκαλύπτονται πιο γυμνοί από ποτέ, και το ίδιο συμβαίνει και με τον θεατή, που καλείται να συμπληρώσει τις λέξεις που δεν λέγονται. Η σιωπή γίνεται δραματουργικό πεδίο, όπου η ανθρωπιά τους φωτίζεται χωρίς περιττές εξηγήσεις.

Ο Τομ και  ο Τζέρι μοιάζουν σαν  δύο καθρέφτες  του ίδιου ανθρώπου. Είναι πράγματι δύο πρόσωπα ή δύο όψεις της ίδιας συνείδησης;

Οι Τομ και Τζέρι είναι δύο ξεχωριστοί χαρακτήρες, αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν σαν καθρέφτες ο ένας του άλλου. Μέσα στον εγκλεισμό, οι συμπεριφορές τους, οι φόβοι και τα αστεία τους αντανακλούν διαφορετικές όψεις της ίδιας ανθρώπινης συνείδησης: τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για επιβίωση, την επιθυμία για σύνδεση και την ευαλωτότητα που προσπαθούμε να κρύψουμε.

Με άλλα λόγια, μπορεί να είναι δύο «πραγματικοί» άνθρωποι στο έργο, αλλά η δυναμική τους επιτρέπει στον θεατή να δει σε κάθε διάλογο ένα είδος καθρέφτη — όχι για να λύσει το μυστήριο, αλλά για να αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του μέσα σε αυτούς. Η πρόθεση δεν είναι να εξηγηθεί πλήρως η ψυχολογία τους, αλλά να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου η παρατήρηση γίνεται προσωπική εμπειρία.

Ο εγκλεισμός μέσω πανδημίας είναι ήδη «τραύμα» κοινωνικά. Πώς αποφεύγεις την παγίδα της αναπαράστασης και μετατρέπεις την εμπειρία σε θέατρο και όχι «χρονικό»;

Ο στόχος μου δεν ήταν να φτιάξω ένα χρονικό της πανδημίας, αλλά να χρησιμοποιήσω τις συνθήκες της ως δραματουργικό πλαίσιο για να εξερευνήσω χαρακτήρες και ανθρώπινα συναισθήματα. Αντί να αποτυπώνω γεγονότα, με ενδιέφερε τι συμβαίνει μέσα στους ανθρώπους, όταν ο κόσμος περιορίζεται και οι συνήθειές τους καταρρέουν.

Για να αποφύγω την παγίδα της αναπαράστασης, δούλεψα με τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις σιωπές, τα χιούμορ και τις μικρές καθημερινές αντιφάσεις. Ο εγκλεισμός γίνεται καμβάς για προσωπικές αλήθειες και σχέσεις, όχι για ιστορική τεκμηρίωση. Με αυτόν τον τρόπο, η εμπειρία μετατρέπεται σε θέατρο: η ένταση, οι παύσεις και οι αντιφάσεις των χαρακτήρων δημιουργούν δραματουργία που ζωντανεύει στη σκηνή, χωρίς να χρειάζεται να περιγράψει τον χρόνο ή τα γεγονότα έξω από τον χαρακτήρα.

Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και στην απειλή. Πότε το χιούμορ είναι αντίσταση και πότε είναι απλώς επιβίωση;

Στο έργο, το χιούμορ λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Από τη μια, είναι μέσο αντίστασης: ένας τρόπος να αντιμετωπίσουν οι χαρακτήρες τον φόβο, την ένταση και την αίσθηση εγκλεισμού, να υπερβούν προσωρινά την πραγματικότητα και να διατηρήσουν την αίσθηση της αυτονομίας τους. Από την άλλη, πολλές φορές το χιούμορ είναι απλώς επιβίωση — μια μηχανή άμυνας απέναντι στη μοναξιά, την αμηχανία ή την απειλή, ένα μικρό καταφύγιο που τους επιτρέπει να συνεχίσουν.

Το χιούμορ δεν είναι ποτέ τυχαίο· είτε λειτουργεί σαν φως που διαπερνά το σκοτάδι, είτε σαν μάσκα που κρύβει τις ρωγμές. Και για τον θεατή, η ένταση προκύπτει από αυτή την αμφισημία: δεν ξέρει πότε γελάει με τον χαρακτήρα και πότε με τον φόβο του.

Η σχέση εξουσίας ανάμεσα στους δύο ήρωες μετακινείται  συνεχώς. Πόσο σε απασχολεί η ρευστότητα του ποιος είναι “ο δυνατός” σε μια σχέση;

Η ρευστότητα της εξουσίας είναι κεντρικό στοιχείο του έργου. Με απασχολεί, γιατί η δυναμική του ποιος είναι «ο δυνατός» δεν είναι στατική· αλλάζει συνεχώς ανάλογα με τις συνθήκες, τις αδυναμίες και τις στρατηγικές των δύο αντρών. Αυτή η μετακίνηση δημιουργεί ένταση και αληθοφάνεια, γιατί οι σχέσεις δεν είναι ποτέ μονοδιάστατες· ακόμα και οι πιο σκληροί χαρακτήρες έχουν ευάλωτα σημεία, και κάθε μικρή αδυναμία ή κίνηση αλλάζει την ισορροπία.

Η διαρκής μεταβολή της ισχύος επιτρέπει να φωτιστούν οι ψυχολογικές πτυχές των χαρακτήρων και οι λεπτές αποχρώσεις της συνύπαρξης: πότε η κυριαρχία είναι αυθεντική, πότε είναι μάσκα, πότε γίνεται πεδίο χιούμορ ή αλληλοκατανόησης. Για μένα, η ρευστότητα αυτή είναι η καρδιά της σχέσης τους και της δραματουργίας του έργου.

Ο κόσμος έξω είναι αόρατος. Ο κόσμος μέσα ασφυκτικός. Τελικά, ποιο είναι το πραγματικό «τέρας» του έργου: ο ιός ή η ανθρώπινη μνήμη;

Στο έργο, το πραγματικό «τέρας» δεν είναι ούτε ο ιός ούτε κάποιος εξωτερικός κίνδυνος με απτά χαρακτηριστικά· είναι η ανθρώπινη μνήμη και η εσωτερική μας συνείδηση. Η μνήμη κουβαλά φόβους, τύψεις, ασάφειες και τα όρια που έχουμε βάλει στον εαυτό μας. Ο εγκλεισμός δεν δημιουργεί απλώς έναν περιορισμένο χώρο· αναγκάζει τους χαρακτήρες να τον αντιμετωπίσουν αυτόν τον εσωτερικό κόσμο, να αναμετρηθούν με όσα κρύβουν και με όσα δεν θέλουν να θυμούνται.

Το έργο δείχνει ότι η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι εξωτερική· είναι η δυνατότητα να κοιτάξεις μέσα σου και να δεις όλα όσα φοβάσαι, όλα όσα σε κάνουν ευάλωτο. Ο ιός υπάρχει ως πλαίσιο, αλλά ο εσωτερικός εγκλεισμός —οι μνήμες, οι φόβοι και οι ρωγμές της ψυχής— είναι που καθορίζουν την αληθινή ένταση και δραματουργία.

Το έργο μοιάζει γραμμένο με σωματικότητα, αναπνοές, παύσεις, αποστάσεις. Στο μυαλό σου, γράφεις πρώτα με το σώμα ή με τις λέξεις;

Στο έργο, η σωματικότητα είναι αναπόσπαστο μέρος της γραφής· δεν υπάρχει χώρος χωρίς αναπνοή, χωρίς παύση, χωρίς τη σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες. Στο μυαλό μου, γράφω ταυτόχρονα με το σώμα και με τις λέξεις. Οι κινήσεις, οι αποστάσεις, οι ρυθμοί των διαλόγων γεννιούνται από την αίσθηση της παρουσίας των χαρακτήρων στον χώρο, από τον τρόπο που αναπνέουν, στέκονται ή αντιδρούν ο ένας στον άλλον.

Οι λέξεις ακολουθούν τη σωματικότητα, ή μάλλον, μαζί με το σώμα δημιουργούν τον ρυθμό και τη ζωή του έργου. Η σκηνή δεν είναι απλώς περιγραφή· είναι εμπειρία, και αυτή η εμπειρία ξεκινά από το σώμα, πριν ακόμα γραφτούν οι πρώτες ατάκες. 

Αν οι “Ξαπλωμένοι στο γρασίδι” γίνονταν παράσταση, ποιο στοιχείο θα έπρεπε να μείνει απολύτως αναλλοίωτο για να μη χαθεί η καρδιά του έργου;

Το στοιχείο που πρέπει να μείνει αναλλοίωτο είναι η ανθρώπινη συνθήκη των χαρακτήρων: η αλήθεια τους, η ευαλωτότητα, η ανάγκη για σύνδεση και η ρευστότητα των συναισθημάτων τους. Όλα τα άλλα —σκηνογραφία, φωτισμοί, ήχοι— μπορούν να αλλάξουν, αλλά αν χαθεί αυτή η καρδιά, αν χαθεί η αίσθηση ότι οι δύο άντρες είναι ζωντανοί, εύθραυστοι και αντιφατικοί, τότε το έργο δεν υπάρχει πια.

Η καρδιά του έργου δεν είναι στην πλοκή ή στο σκηνικό· είναι στο ψυχικό τοπίο των χαρακτήρων, στο πώς η σκηνή τούς αναδεικνύει, ακόμα και στις σιωπές ή στο χιούμορ τους.

 Η λύτρωση στο τέλος είναι μικρή, σχεδόν διστακτική. Γιατί επέλεξες να αφήσεις μια χαραμάδα φωτός και όχι μια καταλυτική κάθαρση;

Επέλεξα μια όχι απόλυτη κάθαρση, γιατί η ζωή σπάνια προσφέρει ολοκληρωμένες λύσεις ή καθαρτικές στιγμές. Η μικρή λύτρωση στο τέλος αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των χαρακτήρων: μετά από φόβο, μοναξιά και αντιφάσεις, δεν αλλάζουν όλα μαγικά, αλλά κάτι μικρό μπορεί να τους επιτρέψει να συνεχίσουν, να αναπνεύσουν, να δουν μια πιθανότητα.

Με αυτόν τον τρόπο, η παράσταση αφήνει χώρο στο κοινό να συμμετέχει, να σκεφτεί και να νιώσει την ένταση ανάμεσα στην απώλεια και την ελπίδα. Η διστακτική λύτρωση δεν είναι μειονέκτημα· είναι η ουσία του έργου: μια αίσθηση ότι ακόμα και μέσα στις ρωγμές, υπάρχει φως, αλλά χρειάζεται να το αναγνωρίσεις και να το κρατήσεις.

Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Είδαμε και προτείνουμε: «Οδύσσεια» από τον Μικρό Βορρά Μια παράσταση–ταξίδι

Είδαμε και προτείνουμε: "Το βιβλίο της ανησυχίας-Ημερολόγιο αποχαιρετισμού" στο Θέατρο Αργώ

Είδαμε και προτείνουμε: «Σονάτα του Κρόιτζερ» του Λέοντος Τολστόι, στο χώρο τέχνης Ηχόδραση

Είδαμε και προτείνουμε: «Σλάντεκ» – Μια Ανατριχιαστική Κάθοδος στην Άβυσσο του Ολοκληρωτισμού στο ΠΛΥΦΑ

Είδαμε και προτείνουμε: Αγία Ιωάννα (Ζαν Ντ' Αρκ) στο Θέατρο της Ημέρας

Μπαρμπαγιάννης Χριστόφορος: "Η ανθρώπινη γελοιότητα έχει κάτι το αφοπλιστικό: ενώ είναι βαθιά τραγική, ταυτόχρονα είναι και ξεκαρδιστική".