Κουλλιάς Ιωάννης και Ορφανίδης Γεώργιος: "Τα σύγχρονα στοιχεία λειτουργούν σαν ρωγμές στον μύθο, δημιουργούν τον κατάλληλο χώρο για ειρωνεία, αλλά και για στοχασμό".
Ποια ήταν η αφετηρία και η βασική ιδέα πίσω από τη διασκευή του μύθου του Οδυσσέα και της Πηνελόπης σε μια σύγχρονη ιλαροτραγωδία;
Ι.Κ. : H αφετηρία ήταν και παραμένει στην προ και μετά Οδυσσέα και Πηνελόπης συγγραφική μου εποχή, το γέλιο του θεατή μέσω του χιουμοριστικού είδους γραφής. Η βασική ιδέα να χρησιμοποιηθεί ο μύθος, προέκυψε από τα ισχυρά στοιχεία του μύθου που τον καθιστούν πασίγνωστο, όπως η μοναδική του περιπέτεια, η αθεράπευτη νοσταλγία του ξενιτεμένου προς την πατρίδα του, η έμπρακτη ευφυία του ήρωα, η συζυγική πίστη, η αυταπάρνηση, η γυναικεία αξιοσύνη, θεματικές που ως σύνολο λειτουργούν θετικά και μόνο στο άκουσμά τους. Με όχημα την δύναμη του μύθου, λοιπόν, να καταφέρει να φθάσει ευκολότερα το χιούμορ στα χείλη του θεατή.
Γ.Ο.: Η αφετηρία ήταν η επιθυμία μου να αναμετρηθώ με έναν μύθο που όλοι κουβαλάμε
μέσα μας, σχεδόν ασυνείδητα. Ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη δεν είναι απλώς φιγούρες
ενός αρχαίου έπους – είναι αρχέτυπα που επανέρχονται συνεχώς, άλλοτε ως πρότυπα
πίστης και επιμονής, άλλοτε ως σύμβολα απουσίας και αναμονής. Η ιδέα της διασκευής
προέκυψε από την ανάγκη να φωτίσω αυτά τα πρόσωπα με έναν σύγχρονο φακό – να
τους δώσω φωνή σε έναν κόσμο όπου τα ταξίδια δεν είναι πια γεωγραφικά αλλά
υπαρξιακά, και η αναμονή έχει μεταμορφωθεί σε κρίση ταυτότητας. Επέλεξα το
είδος της ιλαροτραγωδίας γιατί αυτός ο συνδυασμός χιούμορ και σπαραγμού με
συγκινεί βαθιά. Μου φαίνεται πως έτσι λειτουργεί και η ίδια η ζωή – γελοία και
τραγική μαζί. Ήθελα, λοιπόν, να δω τι θα συνέβαινε αν φέρναμε την Πηνελόπη και
τον Οδυσσέα στη σκηνή του σήμερα, με όλη τους την αρχαία βαρύτητα αλλά και με
τη φθορά που τους προκαλεί ο σύγχρονος κόσμος.
Πώς προσεγγίσατε την ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και την τραγικότητα στην παράσταση;
Ι.Κ.: Το πιο απλό που είχα κατά νου ήταν ότι η δόση του τραγικού θα ήταν η ελάχιστη και η δόση του χιουμοριστικού θα ήταν η περισσότερο δυνατή. Και φυσικά, σε σταθερή εναλλαγή για να μην βαραίνει επί το τραγικότερο. Αυτό όσον αφορά στις ασκήσεις επί χάρτου, καθώς την ώρα που διατυπώνονται τα συμβαίνοντα, η γραφίδα μπορεί να γέρνει περισσότερο στα δικά της μονοπάτια, εκτός του συγγραφικού πλάνου. Προσωπικά, κάθε φορά που βρίσκομαι σε δημιουργική συγγραφή , αφήνομαι στην εν δυνάμει ροή της υπόθεσης, νιώθοντας περισσότερο θεατής/ακροατής παρά δημιουργός της .
Γ.Ο.: Η ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και την τραγικότητα δεν είναι ποτέ μια συνταγή· είναι μια διαρκής ακροβασία. Στην παράσταση προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε την τραγικότητα όχι ως κάτι βαρύγδουπο, αλλά ως κάτι που προκύπτει αβίαστα μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία. Και το χιούμορ, από την άλλη, να μην λειτουργεί ως διαφυγή, αλλά ως εργαλείο απογύμνωσης της αλήθειας. Πολλές φορές γελάμε εκεί που πονάμε περισσότερο – κι αυτό ήταν οδηγός μας. Δουλέψαμε με λεπτές αποχρώσεις, αφήνοντας χώρο στους ηθοποιούς να κινηθούν ανάμεσα στην ειρωνεία και τον συναισθηματικό πυρήνα των σκηνών. Δεν φοβηθήκαμε τη σύγκρουση των τόνων – αντίθετα, την αγκαλιάσαμε, γιατί πιστεύουμε ότι εκεί βρίσκεται η γνησιότητα.
Με ποιον τρόπο επιλέξατε να ενσωματώσετε σύγχρονα στοιχεία και τεχνολογίες, όπως το διεθνές αεροδρόμιο της Ιθάκης ή τον υπέρηχο, στο αρχαίο μυθολογικό πλαίσιο;
Ι.Κ.: Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιμετωπίζω καθημερινά τις όποιες καταστάσεις, καθώς το χιούμορ στη ζωή μου αποτελεί στάση ζωής σε όλο αυτό το δυστοπικό τοπίο που ζούμε. Και με όλη εκείνη την δημιουργική ελευθερία να εντάξω στην χιουμοριστική μου φαρέτρα, όποιο “εργαλείο” μπορεί να υπηρετήσει τον στόχο μου, είτε αφορά την σύγχρονη τεχνολογία, είτε οτιδήποτε σύγχρονο ή αρχαίο. Μια προέκταση, το έργο, του είναι μου, όπως ο καρπός από το δέντρο του.
Γ.Ο.: Από την αρχή ήθελα ο μύθος να προσγειωθεί — κυριολεκτικά και
μεταφορικά — στο εδώ και τώρα. Η επιλογή να ενσωματώσουμε σύγχρονα στοιχεία
όπως ένα διεθνές αεροδρόμιο στην Ιθάκη ή έναν υπέρηχο δεν ήταν απλώς ευρήματα
για γέλιο· ήταν τρόποι να δείξουμε πως οι ήρωες αυτοί, όσο μακρινοί κι αν
φαίνονται, συνεχίζουν να μας μοιάζουν. Αν ο Οδυσσέας επέστρεφε σήμερα, γιατί να
μη βγει από μια πτήση εξωτερικού; Αν η Πηνελόπη ζούσε σε έναν κόσμο με
γιατρούς, γιατί να μη βρεθεί σε ένα ιατρείο, αντιμέτωπη με έναν υπέρηχο που
αποκαλύπτει πολύ περισσότερα από μια απλή ιατρική εικόνα;
Αυτά τα σύγχρονα στοιχεία λειτουργούν σαν ρωγμές στον μύθο — δημιουργούν τον κατάλληλο χώρο για ειρωνεία, αλλά και για στοχασμό. Ο στόχος δεν ήταν να γελοιοποιήσουμε τον μύθο, αλλά να τον γειώσουμε χωρίς να τον «αδειάσουμε» από το βάρος του. Η τεχνολογία στην παράσταση είναι σαν καθρέφτης: δείχνει πώς αλλάξαμε ως κοινωνία, αλλά και τι παραμένει ίδιο – η ανάγκη για νόημα, αγάπη, επιστροφή.
Ποιος είναι ο ρόλος της ηθογραφίας και της κοινωνικής κριτικής στο έργο σας;
Ι.Κ.: Η ηθογραφία προκύπτει εκ μέρους μου, ως ελάχιστος σεβασμός στην ιερή πραγματικότητα αυτού που ονομάζεται άνθρωπος και του οποίου καλούμαι να εκφράσω την αξιοθαύμαστη οντότητα, ασχέτως εάν αυτό το θαύμα καταντά να γίνεται συχνά τραύμα και να παράγει πόνο προς πάσα κατεύθυνση. Με ενδιαφέρει, όποιο άρωμα και αν αποπνέουν τα πρόσωπα, να προσεγγίζονται με βαθιά κατανόηση, σεβασμό και συμπάθεια. Όπως ακριβώς θα ήθελα να με αντιμετωπίζουν και οι άλλοι, καθώς δεν βρίσκω άλλον τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης.
Γ.Ο.: Η ηθογραφία στο έργο λειτουργεί όχι απλώς ως φόντο, αλλά ως ενεργό
στοιχείο της αφήγησης — μια γλώσσα του σώματος, του τόπου και των συνηθειών που
κουβαλούν μνήμη, παρελθόν, και μια ταυτότητα που συχνά παλεύει να επιβιώσει
μέσα στον σύγχρονο θόρυβο. Μέσα από μικρές σκηνές καθημερινότητας, από το
φαγητό στο τραπέζι, τη γλώσσα του χωριού, τη σχέση με τον «ξένο» ή τον «άντρα
που λείπει», η ηθογραφία γίνεται μέσο για να πούμε πράγματα πιο ουσιαστικά απ’
ό,τι θα μπορούσαμε με έναν ευθύ λόγο. Δεν την αντιμετωπίζω ως αναπαράσταση για
«λαογραφικούς» σκοπούς, αλλά ως όχημα για να μιλήσω για το πώς οι άνθρωποι
συνεχίζουν να πορεύονται με τις ίδιες αγωνίες, τα ίδια πάθη και τις ίδιες
προσμονές, ακόμα κι αν τα εξωτερικά συμφραζόμενα έχουν αλλάξει. Υπάρχει μέσα
στην παράσταση ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, το
οικείο και το ανοίκειο.
Η κοινωνική κριτική προκύπτει οργανικά από αυτό το υλικό — δεν είναι «σύνθημα», είναι αποτέλεσμα παρατήρησης. Μέσα από την υπερβολή, την ειρωνεία ή ακόμη και την τρυφερότητα, θέλω να φωτίσω διάφορα κοινωνικά ζητήματα του ελληνικού γίγνεσθαι: τη θέση της γυναίκας, την απομυθοποίηση του ανδρικού ήρωα, τις πατριαρχικές δομές που επιμένουν να υπάρχουν πίσω από «ρομαντικούς» μύθους, τον ρόλο της κοινότητας, την εξιδανίκευση της επιστροφής. Η τραγικότητα συχνά κρύβεται κάτω από την αφέλεια ή το γέλιο — κι εκεί νομίζω πως βρίσκεται και η πιο ουσιαστική κριτική: όχι στην καταγγελία, αλλά στην αποκάλυψη. Στο πώς δείχνεις την αλήθεια χωρίς να την φωνάζεις. Και πιστεύω πως αυτό είναι και το καθήκον της τέχνης: να μας κάνει να δούμε ξανά αυτό που νομίζαμε πως γνωρίζαμε.
Πώς πιστεύετε ότι το κοινό σήμερα ταυτίζεται ή αντιδρά στην αναπαράσταση ενός τόσο κλασικού μύθου με σύγχρονη ματιά;
Ι.Κ.: Το βλέπω μέσα από τις αντιδράσεις του άμεσου περιβάλλοντός μου, το
οποίο ναι μεν είναι ένα ελάχιστο δείγμα,
είναι όμως και μέρος του καθημερινού κόσμου που συναναστρεφόμαστε.
Πιστεύω ότι ταυτίζεται - αντιδρά, γιατί αφ’ ενός με κάποιο τρόπο υπάρχει μια αμεσότητα των καταστάσεων που εκφράζονται και το αφορούν, όπως π.χ το εργασιακό - επιχειρηματικό, ο έρωτας, η φιλία, η εξουσία, η δυναστεία, οι σχέσεις εν γένει, η ανατροφή ενός παιδιού όπως αυτή συμπεραίνεται από την συμπεριφορά και το λόγο του, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις κλπ και αφετέρου η αισθητική της συγγραφής είναι κοινός τόπος.
Γ.Ο.: Νομίζω πως το κοινό, ειδικά το σύγχρονο, έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ να δει τον εαυτό του μέσα από τους μύθους — αλλά χωρίς το βάρος της απόστασης ή της σοβαροφάνειας. Όταν φέρνεις έναν κλασικό μύθο στη σκηνή με σύγχρονη ματιά, δεν τον «ακυρώνεις». Τον ανακαλείς από τη σιωπή, τον κάνεις εργαλείο διαλόγου. Οι αντιδράσεις ποικίλλουν, φυσικά. Υπάρχει συγκίνηση, υπάρχει και αναστάτωση κι αυτό είναι κάτι που επιδιώκω. Δεν με ενδιαφέρει η «άνετη» πρόσληψη. Προτιμώ το κοινό να βγει από την αίθουσα με ερωτήματα. Αν ένας μύθος παραμένει ζωντανός, είναι γιατί συνεχίζει να μας ενοχλεί — όχι γιατί τον θυμόμαστε απλώς.
Υπάρχουν σημεία στο έργο που θα θέλατε να τονίσετε ιδιαίτερα ως κομβικά ή καινοτόμα σε σχέση με άλλες διασκευές του Ομήρου;
Ι.Κ.: Αυτό το κομμάτι σύγκρισης- ανάλυσης, ενώ είναι κάτι που
υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού μου, είναι μια διαδικασία που θα προσπαθήσω
να την προσεγγίσω αργότερα. Προς το παρόν στέκομαι αποκλειστικά και μόνο στον
δικό μου συνθετικό - δημιουργικό ρόλο, που στοχεύει στο καλύτερο δυνατό
κείμενο - αποτέλεσμα. Εννοώ εκείνη την ενορχήστρωση λόγου και
ουσίας που στοχεύει σε ένα υψηλό πήχυ ευδιαθεσίας και ομορφιάς, ώστε να το
ξαναβλέπω μετά και να νιώθω ότι η τέχνη που το δημιούργησε υπήρξε άρτια και
εμπνευσμένη, δηλαδή ολοκληρωμένο.
Γ.Ο.: Ναι, υπάρχουν ορισμένα σημεία που θεωρώ κομβικά και που διαφοροποιούν αυτή τη διασκευή από άλλες προσεγγίσεις του Ομήρου. Ένα από τα βασικότερα είναι ότι το κέντρο βάρους μετατοπίζεται ουσιαστικά στην Πηνελόπη. Δεν είναι απλώς η γυναίκα που περιμένει – είναι η γυναίκα που σκέφτεται, θυμώνει, ονειρεύεται, φαντάζεται, αντιστέκεται. Στην εκδοχή μας, έχει φωνή, και μάλιστα ειρωνική, εύστοχη, βαθιά ανθρώπινη. Το βλέμμα της δεν είναι μόνο στραμμένο προς τον Οδυσσέα, αλλά και προς τον εαυτό της. Καινοτομία θεωρώ επίσης το μείγμα ειδών: η ιλαροτραγωδία. Αντί να επιλέξουμε αν θα κάνουμε μια δραματική ή μια σατιρική εκδοχή, αφήσαμε αυτά τα δύο να συνυπάρχουν — γιατί έτσι μας φαίνεται και η ζωή: μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο γελοίο και το συγκινητικό. Σε μια σκηνή μπορεί το κοινό να γελάσει, και αμέσως μετά να συγκινηθεί βαθιά, χωρίς να προλάβει να «προετοιμαστεί». Τέλος, αυτό που για μένα είναι ίσως το πιο κομβικό, είναι ότι δεν αναπαριστούμε τον μύθο – τον ονειρευόμαστε ξανά. Δεν προσπαθούμε να τον «σώσουμε» ή να τον «τιμήσουμε» όπως είναι, αλλά να τον φανταστούμε αλλιώς: σαν μια εσωτερική διαδρομή, σαν μια σκηνική παραισθητική μνήμη. Ο Οδυσσέας ίσως δεν γύρισε ποτέ. Ή ίσως δεν έφυγε ποτέ. Αυτό αφήνουμε ανοιχτό – και εκεί ακριβώς αρχίζει, για μένα, το θέατρο.
Πώς δουλέψατε τη γλώσσα και τον ρυθμό των στίχων ώστε να είναι ταυτόχρονα μοντέρνοι αλλά και να διατηρούν τον έμμετρο χαρακτήρα;
Ι.Κ.: Καθώς την τέχνη του έμμετρου την ασκώ χρόνια με διάφορους τρόπους, η “δυσκολία” μου αφορά μόνο τον τρόπο διατύπωσης των πραγμάτων. Και ο τρόπος αυτός αφορά στην έκφραση του τραγικού - κωμικού, με τρόπο από τραγικό έως πολύ αστείο. Κάθε φορά που βουτώ στα νερά της συγγραφής, μου είναι άγνωστο εκ των προτέρων τι ψάρια θα πιάσω. Όσο και αν νιώθω ότι κατέχω τα στοιχεία της τέχνης μου, η αίσθηση της μαθητείας είναι πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα. Τις περισσότερες φορές, όταν επικεντρωθώ σε ένα θέμα, προκύπτουν τέτοιες εκδοχές της εκφραστικής αποτύπωσης, που αναρωτιέμαι αν είμαι εγώ που το έγραψα ή κάποιο χέρι τα έριξε στο μυαλό μου. Και είναι αυτό, ένας από τους λόγους που η διαδικασία της συγγραφής μου ασκεί την ακαταμάχητη γοητεία να την αφουγκράζομαι και να την υπηρετώ.
Γ.Ο.: Η γλώσσα του έργου ήταν για μένα ένας από τους πιο απαιτητικούς αλλά και πιο γοητευτικούς άξονες της δημιουργίας. Από την αρχή ήθελα να δουλέψω σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο – όχι για να αποτίνω έναν απλό φόρο τιμής στη δημοτική μας παράδοση, αλλά γιατί ο συγκεκριμένος στίχος κουβαλά κάτι βαθιά εσωτερικό για τη νεοελληνική ψυχή. Είναι ρυθμός ζωντανός, σχεδόν σωματικός. Θυμίζει δημοτικό τραγούδι, αλλά μπορεί να αντέξει και το πιο σύγχρονο λεξιλόγιο. Και αυτό ακριβώς προσπάθησα να εκμεταλλευτώ. Ο μεγαλύτερος στόχος ήταν να γεφυρωθεί η παραδοσιακή φόρμα του έμμετρου λόγου με σύγχρονο περιεχόμενο, χωρίς ο στίχος να λειτουργεί περιοριστικά για τη σκηνική εξέλιξη. Αντιθέτως, αξιοποιήθηκε ως εργαλείο ρυθμού: μια δυναμική που κινεί τη δράση, δίνει παλμό, επιτρέπει τη φυσική μετάβαση από το χιούμορ στη συγκίνηση, και βοηθά τους ηθοποιούς να μπουν σε μια σκηνική «μελωδία» που επικοινωνεί σωματικά και ηχητικά. Η πρόκληση ήταν διπλή: από τη μία, η τήρηση της στιχουργικής καθαρότητας, κι από την άλλη, η ανάγκη ο λόγος να ακουστεί ζωντανός, σημερινός, χωρίς τη συμβατική απόσταση που συχνά φέρνει η ποιητικότητα. Εντάχθηκαν ελεύθερα σύγχρονες λέξεις, τεχνολογικοί όροι, ακόμη και σκόπιμες αποκλίσεις από το μέτρο ή τη γλώσσα, όπου αυτό εξυπηρετούσε τον ρυθμό της σκηνής ή την αλήθεια του χαρακτήρα.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη συγγραφή αυτής της ιλαροτραγωδίας;
Ι.Κ.: Η μεγαλύτερη πρόκληση μου στο συγκεκριμένο έργο ήταν διττή. Αφ΄ενός να καταφέρω να νιώσω ικανοποιημένος από το επίπεδο του χιούμορ και το δεύτερο ήταν μια αγωνία μου θα έλεγα, αν θα καταφέρω να φωτιστώ ικανοποιητικά από τον ίδιο τον μύθο, ώστε να φωτίσω κατ΄ επέκταση την μέγιστη αξιακή του κατάσταση, την αγάπη, την πίστη, την φιλία, την ευφυία, την αξιοσύνη, την γυναίκα, την αυταπάρνηση, το ωραίο. Αγαπημένος Όμηρος είναι αυτός και η ευθύνη μου να ασχοληθώ μαζί του, επιεικώς τεράστια.
Γ.Ο.: Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να κρατήσω ζωντανή την ισορροπία ανάμεσα στο γέλιο και την πληγή. Να μην προδώσω ούτε τη συγκίνηση ούτε την ειρωνεία. Γιατί όταν γράφεις μια ιλαροτραγωδία, βρίσκεσαι συνεχώς πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί: αν πέσεις προς τη μια πλευρά, το έργο γίνεται απλώς σάτιρα· αν πέσεις προς την άλλη, γίνεται μελοδραματικό. Κι όμως, αυτή η συνύπαρξη – το να γελάς ενώ νιώθεις κάτι να σε σφίγγει – είναι κάτι βαθιά ελληνικό, και κάτι που με συγκινεί πολύ. Έπειτα, ήταν η πρόκληση της επανεφεύρεσης του μύθου. Πώς ξαναπιάνεις έναν μύθο που όλοι ξέρουν, χωρίς να τον μιμηθείς και χωρίς να τον γκρεμίσεις άδικα; Ήθελα να του δώσω μια νέα ψυχή, πνοή. Κι αυτό απαιτεί λεπτότητα, φαντασία αλλά και πίστη: πίστη ότι ο θεατής θα αναγνωρίσει την αλήθεια σου ακόμα κι αν του δώσεις κάτι ανοίκειο.
Σκεφτήκατε να προσθέσετε κάποιο μήνυμα ή δίδαγμα για το σήμερα μέσα από αυτή την εναλλακτική ανάγνωση του μύθου;
Ι.Κ.: Βρίσκομαι σε μία καμπή που τα διδάγματα τα θεωρώ από περιττά έως επιζήμια. Βρίσκω πολύ καλύτερο να προσφέρεις σε κάποιον έναν μπουφέ με πολλά και διαφορετικά φαγητά και να επιλέξει εκείνος αυτό που του αρέσει- ταιριάζει, από το να του προσφέρεις ένα μόνο φαγητό που ίσως και να τον ενοχλεί. Εκτός που τα μηνύματα του μύθου είναι τόσο πλούσια από μόνα τους, που και μόνο μια φιλότιμη εκ μέρους μου επιμέρους απόδοσή τους, ήταν ικανή να νοηματοδοτήσει ουσιαστικά ό,τι αξιόλογο εμπεριέχει και ένιωσα ότι έχω χρέος να εκφράσω.
Γ.Ο.: Δεν ξεκίνησα γράφοντας με στόχο να περάσω ένα μήνυμα με την κλασική έννοια του όρου. Με ενδιέφερε περισσότερο να εγείρω ερωτήματα παρά να δώσω απαντήσεις. Όμως, όσο προχωρούσε η δουλειά, συνειδητοποίησα ότι αυτό που γεννιόταν μέσα από την αφήγηση ήταν ένα άτυπο σχόλιο για τη σημερινή ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει επιστροφή, πίστη, ρόλος, ταυτότητα. Μέσα από αυτή την εναλλακτική ανάγνωση του μύθου, ήθελα να μιλήσω για το πώς ζούμε με τις απουσίες, για το πώς οι γυναίκες γράφουν τη δική τους Οδύσσεια, αθόρυβα, στην καθημερινότητα. Ή για το πώς οι ήρωες δεν είναι πάντα αυτοί που φανταζόμασταν. Αν υπάρχει λοιπόν κάποιο μήνυμα, είναι ίσως αυτό: ότι οι μύθοι δεν είναι για να μας κοιμίζουν, αλλά για να μας ξυπνούν. Και ότι κάθε εποχή έχει δικαίωμα να τους ξαναδιαβάσει με τα δικά της μάτια – όχι από ασέβεια, αλλά από ανάγκη να καταλάβει τον εαυτό της.
Ποια ήταν η πιο αστεία ή συγκινητική αντίδραση που έχετε ακούσει από το κοινό μετά την παράσταση;
Ι.Κ.: Η πιο αστεία αντίδραση ήταν όταν κάποιος φίλος μου είπε: Δεν πιστεύω
ρε μπαγάσα να είναι αδημοσίευτο έργο του Μποστ και να μας το σέρβιρες ως δικό
σου;
Και η πιο συγκινητική αντίδραση, όταν κάποια φίλη μου είπε: Και μετά από αυτό, θα μπορέσεις να γράψεις κάποιο καλύτερο; Για να της απαντήσω: Είναι ήδη γραμμένο.
Γ.Ο.: Η πιο συγκινητική στιγμή για εμένα ήταν η αυθόρμητη αντίδραση μιας ηλικιωμένης
κυρίας, μητέρας ενός γνωστού στο ευρύ κοινό Έλληνα ηθοποιού, η οποία ήταν
καλλιτέχνης (και είναι υπό τη λογική ότι ποτέ δεν σταματάει ένας καλλιτέχνης να
είναι καλλιτέχνης). Όμως, για διάφορους λόγους, τουλάχιστον ακόμα, δεν θα ήθελα
προσωπικά να μοιραστώ δημόσια το τι μού είπε. Προτιμώ να το κρατήσω μόνο για εμένα,
να το επεξεργαστώ, και γιατί όχι: να το εξωτερικεύσω με το χιούμορ που αναφέραμε
και νωρίτερα σε κάποιο επόμενο έργο.
Της Αλεξίας Βλάρα, 21/06/2025



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου