Διαβάσαμε και προτείνουμε: Η λεβάντα που μου χάρισες...μαράθηκε της Νικόλ Κάστορα
Η λεβάντα που μαράθηκε, η αγάπη που επέμεινε... Ένα συγκινητικό μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινή ιστορία
Η Νικόλ Κάστορα επιστρέφει με ένα βαθιά συναισθηματικό και ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα εποχής, «Η λεβάντα που μου χάρισες μαράθηκε», εμπνευσμένο από μια πραγματική ιστορία αγάπης που διαδραματίζεται στο λυκαυγές του 20ού αιώνα, στην Αγγλία του 1898-1899. Μέσα από τις σελίδες του, ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς έναν έρωτα να γεννιέται και να δοκιμάζεται· καλείται να αναλογιστεί τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς πέρα από το επιτρεπτό, να αντέχεις μέσα στην αμφιβολία και τη στέρηση, να παραιτείσαι όχι επειδή θέλεις, αλλά επειδή δεν έχεις άλλη επιλογή.
Η συγγραφέας χτίζει με προσοχή το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ταξικές διαφορές, στους άτυπους ηθικούς κώδικες που καθορίζουν τη ζωή των γυναικών, και στην εσωτερική πάλη ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία. Η ιστορία διαρθρώνεται ανάμεσα σε δύο χρόνους – το 1898, όπου η σχέση γεννιέται και παλεύει να υπάρξει, και το 1899, όταν ένα γράμμα έρχεται να τη διακόψει, ή να την επιβεβαιώσει ως κάτι που δεν θα σβήσει ποτέ. Το εύρημα της λεβάντας – το μικρό άνθος που κάποτε δόθηκε με τρυφερότητα και τώρα μαράθηκε – λειτουργεί ως ισχυρό σύμβολο για όλα όσα αφήνουμε πίσω, αλλά δεν παύουν να μας ορίζουν.
Η γραφή της Κάστορα είναι γοητευτική, μελωδική, κατ’ εξοχήν λυρική. Η γλώσσα της αποπνέει μια ήρεμη δύναμη· χωρίς υπερβολές ή φλυαρίες, καταφέρνει να μεταδώσει με ακρίβεια τις εσωτερικές μεταπτώσεις των ηρώων. Οι διάλογοι είναι λιτοί αλλά εύγλωττοι, ενώ οι περιγραφές, κυρίως των τοπίων και των ζωγραφικών σκηνών, αποπνέουν σχεδόν κινηματογραφική αισθητική. Παράλληλα, η συγγραφέας επιλέγει να μην ωραιοποιήσει τους ήρωες: είναι ανθρώπινοι, ατελείς, ευάλωτοι και γι’ αυτό βαθιά αληθινοί.
Ωστόσο, σε ορισμένα σημεία, η πλοκή ίσως κυλά πιο αργά απ’ όσο απαιτεί η δραματική ένταση των γεγονότων. Υπάρχουν στιγμές όπου η συναισθηματική εμβάθυνση γίνεται εις βάρος της αφηγηματικής ροής· ορισμένες σκηνές επαναλαμβάνουν μοτίβα και διαλόγους που θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν. Επίσης, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, ιδιαίτερα τα παιδιά της Σεσίλιας, ενώ εισάγονται με προοπτικές, τελικά παραμένουν περισσότερο λειτουργικοί παρά πλήρως ανεπτυγμένοι.
Παρ’ όλα αυτά, η συνολική αίσθηση που αφήνει το βιβλίο είναι συγκίνηση. Η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη μυθοπλασία, η συγκρατημένη δραματουργία και η συναισθηματική ειλικρίνεια του λόγου δημιουργούν μια ζεστή, πικρή αλλά όχι απαισιόδοξη αφήγηση. Στο τέλος, δεν μένει μονάχα η απώλεια, αλλά και η μνήμη της αγάπης που άνθισε, έστω και για λίγο.
«Η λεβάντα που μου χάρισες μαράθηκε» είναι ένα τρυφερό, μελαγχολικό και βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα. Ένα βιβλίο για εκείνες τις αγάπες που δεν ευδοκίμησαν, αλλά έμειναν αλώβητες μέσα στον χρόνο. Για τις πληγές που δεν επουλώθηκαν, αλλά έγιναν ποίηση. Και για όλους εμάς που κάποτε αγαπήσαμε και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συνεχίζουμε να το κάνουμε.
Oμάδα Open Mind, 26/6/2025
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου