Είδαμε και προτείνουμε: «Το Μειδίαμα» στο Θέατρο Μικρός Κεραμεικός
Υπάρχουν απώλειες που δεν τελειώνουν με τον θάνατο, αλλά εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις, κατανόηση και συμφιλίωση. Στο θεατρικό έργο «Το Μειδίαμα», η Μαρίνα Κονδάκη και η Ειρήνη Νιωτή συναντούν, μέσα από δύο παράλληλους μονολόγους, δύο γυναίκες που συνδέθηκαν βαθιά με τον Κώστα Καρυωτάκη: τη μητέρα του, Κατίγκω Σκάγιαννη, και την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Με αφετηρία την αυτοκτονία του ποιητή, η παράσταση αναζητά όχι τόσο μια οριστική εξήγηση για το τραγικό του τέλος όσο έναν τρόπο να προσεγγίσει τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο.
Η σκηνική συνάντηση των δύο γυναικών, συμβολική και ουσιαστική, αποτελεί τον βασικό άξονα της παράστασης. Η μητέρα θρηνεί το παιδί της, προσπαθώντας να ανασυνθέσει τη διαδρομή της ζωής του, ενώ η Πολυδούρη αναμετριέται με τη μνήμη ενός έρωτα που, παρά την έντασή του, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ όπως εκείνη θα επιθυμούσε. Διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικοί δεσμοί, αλλά κοινός πόνος και η ίδια ανάγκη να διατηρηθεί ζωντανή η παρουσία ενός ανθρώπου που έφυγε αφήνοντας πίσω του αναπάντητα ερωτήματα.
Μέσα από την αφήγηση της Κατίγκως Σκάγιαννη ξεδιπλώνονται στιγμές από την παιδική ηλικία του Καρυωτάκη στην Τρίπολη, η ακόρεστη περιέργειά του, τα φοιτητικά του χρόνια, ο νεανικός του έρωτας με την Άννα και, αργότερα, η σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη. Οι αναμνήσεις συνθέτουν σταδιακά το πορτρέτο ενός ανθρώπου που δυσκολευόταν να συμφιλιωθεί με την καθημερινότητα και την πραγματικότητα, αναζητώντας ίσως μια ιδεατή εκδοχή της ζωής, πέρα από τους συμβιβασμούς και τις συμβάσεις της εποχής του.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά το τελευταίο γράμμα του ποιητή, μέσα από το οποίο αναδύονται η νοσηρή περιέργεια, η αποστροφή του προς την πραγματικότητα, ο ίλιγγος του κινδύνου και η αίσθηση μιας ύπαρξης χωρίς σταθερό ιδανικό. Η εξομολόγησή του λειτουργεί ως ένα οδυνηρό κλειδί ανάγνωσης της εσωτερικής του σύγκρουσης, χωρίς ωστόσο να εξαντλεί το μυστήριο της αυτοκτονίας του. Το κείμενο δεν επιχειρεί να δώσει εύκολες απαντήσεις ούτε να μετατρέψει την τραγωδία σε μια απλουστευτική ψυχολογική ερμηνεία. Αντίθετα, αφήνει χώρο στην αμφιβολία, στη σιωπή και στην ανθρώπινη αδυναμία να κατανοήσει πλήρως τον άλλον, ακόμη κι όταν τον αγαπά βαθιά.
Από την πλευρά της, η Μαρία Πολυδούρη, άρρωστη στο «Σωτηρία», ανακαλεί τη γνωριμία τους ως δημόσιων υπαλλήλων, τον έρωτα που της ενέπνευσε, την άρνησή του να την παντρευτεί και, κυρίως, το ελεύθερο πνεύμα του. Η δική της μαρτυρία προσθέτει στο πορτρέτο του ποιητή τη διάσταση του ερωτικού ανεκπλήρωτου, αλλά και τη γοητεία ενός ανθρώπου που δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να υποταχθεί στις προσδοκίες των άλλων. Ο Καρυωτάκης εμφανίζεται μέσα από τα λόγια της ως μια παρουσία αντιφατική, γοητευτική και απρόσιτη, που εξακολουθεί να προκαλεί συναισθήματα πολύ μετά την απουσία της.
Το κείμενο, ποιητικό και γλαφυρό, αξιοποιεί τη δύναμη της μνήμης και της εξομολόγησης, ενώ παράλληλα αφήνει αιχμές για το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Οι δύο γυναίκες δεν περιορίζονται στον θρήνο. Μέσα από την αναδρομή στο παρελθόν επιχειρούν να κατανοήσουν τον άνθρωπο που αγάπησαν, να αναμετρηθούν με τις δικές τους πληγές και να συμφιλιωθούν, όσο είναι δυνατόν, με την απώλεια. Η μητρική αγάπη και ο ερωτικός δεσμός συναντώνται έτσι σε έναν κοινό τόπο: στην ανάγκη να διασωθεί η ουσία ενός ανθρώπου πέρα από τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να φύγει.
Η ιδέα και η σύλληψη του κειμένου από τη Μαρίνα Κονδάκη και την Ειρήνη Νιωτή στηρίζονται σε αυτήν ακριβώς τη συνάντηση των δύο γυναικείων φωνών. Η επιλογή των παράλληλων μονολόγων επιτρέπει στις δύο ηρωίδες να διατηρούν την αυτοτέλειά τους, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί μια εσωτερική συνομιλία ανάμεσα στις μνήμες, στις διαφορετικές μορφές αγάπης και στις κοινές τους απώλειες. Η δραματουργική σύνθεση δεν στηρίζεται τόσο στην εξωτερική δράση όσο στη σταδιακή αποκάλυψη του ψυχικού κόσμου των προσώπων.
Στη σκηνική πραγμάτωση, η ηθοποιία έχει καθοριστικό ρόλο, καθώς οι ερμηνεύτριες καλούνται να μεταφέρουν τη συναισθηματική ένταση κυρίως μέσα από τον λόγο, τις παύσεις και τις αποχρώσεις της εκφοράς. Η προσέγγιση των δύο χαρακτήρων απαιτεί μέτρο και εσωτερικότητα, ώστε ο πόνος να μην εξαντλείται σε μια εξωτερική έκφραση συγκίνησης, αλλά να αποκτά βάθος και ανθρώπινη αλήθεια. Η μητέρα και η ποιήτρια, παρά τις διαφορετικές αφετηρίες τους, συναντώνται στη σιωπηλή προσπάθεια να αποδεχθούν το ανεξήγητο.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Γρηγορίου είναι απλή και λειτουργική, με επίκεντρο το κείμενο και την ψυχική φόρτιση των δύο γυναικών. Αποφεύγοντας περιττούς σκηνικούς εντυπωσιασμούς, αφήνει τον λόγο να αναλάβει το κύριο βάρος της παράστασης. Η λιτότητα αυτή υπηρετεί τη δραματουργική πρόθεση, καθώς η προσοχή στρέφεται στις μνήμες, στις εξομολογήσεις και στις εσωτερικές διακυμάνσεις των προσώπων. Η σκηνή μετατρέπεται έτσι σε έναν χώρο συνάντησης του παρελθόντος με το παρόν, όπου ο απόντας ποιητής παραμένει διαρκώς παρών μέσα από τις αφηγήσεις των δύο γυναικών.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου