Κώστας Σιμενός: "Δεν είναι τυχαίο που οι μεγαλύτεροι έρωτες είναι οι ανεκπλήρωτοι".
Ο Κώστας Σιμενός, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ένας χειμώνας τριών ετών», μιλά για την κοινωνική υποκρισία, την ασφυκτική δύναμη μιας κλειστής κοινωνίας και το τίμημα της προσωπικής ελευθερίας. Με αφετηρία την πορεία του Άγη, από τον ερχομό του σε έναν ξένο τόπο μέχρι τη σύγκρουσή του με τους κανόνες και τις σιωπές του, αναφέρεται στον έρωτα, στα τραύματα που μας ακολουθούν και στην ανάγκη να αμφισβητούμε όσα θεωρούμε δεδομένα.
Ο Άγης φτάνει σε μια κλειστή κοινωνία και από ήρωας μετατρέπεται σταδιακά σε θύμα. Τι ήταν αυτό που θέλατε να αναδείξετε μέσα από αυτή την πορεία;
Την
κοινωνική υποκρισία. Αυτή που λειτουργεί σχεδόν νομοτελειακά στις κλειστές και
ανελεύθερες κοινωνίες, που αναπαράγουν την ανασφάλειά τους μέσα σε ένα
απαγορευτικό πλαίσιο, ενώ θεωρούν θεμιτή και θεάρεστη… την ηθική έκπτωση στα
κρυφά. Εκείνο που δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι που συνθέτουν τις κλειστές
κοινωνίες είναι ότι λειτουργώντας κάτω από κανόνες αυστηρής «ηθικής»
χειραγώγησης –αλλά εύθραυστους για την ανθρώπινη φύση– προδιαγράφουν τη
δυστυχία τους. Και όποιος δεν ακολουθήσει αυτούς τους κανόνες γίνεται
αποδιοπομπαίος. Διότι είναι θλιβερό να μην αισθάνεσαι ότι ανήκεις στον εαυτό
σου, αλλά σε εξουσίες που λειτουργούν παράλογα, απάνθρωπα και κτητικά πάνω σου,
για να μπορούν να ελέγχουν το μυαλό, το σώμα και την ψυχή σου, προς δικό τους
όφελος.
Το
παράξενο είναι ότι αυτοί που το υφίστανται, μετά το μεταδίδουν και στις
επόμενες γενιές, με αποτέλεσμα να καταλήγουν να αναζητούν την ψυχική υγεία τους
σε ψυχολόγους και ψυχιάτρους…
Δεν μπορείς να χτίζεις τη ζωή σου στο ψέμα χωρίς ψυχικές συνέπειες.
Πόσο εύκολα μπορεί μια
μικρή κοινωνία να συνθλίψει έναν άνθρωπο που αρνείται να συμβιβαστεί;
Πανεύκολα.
Πώς θα αμυνθεί ένα άτομο απέναντι σε ένα κακοπροαίρετο και εχθρικό σύνολο, που
βολεύεται και νιώθει ασφαλές μέσα σε συνθήκες ψευτιάς και υποκρισίας, και
σκοτώνει όποιον παραβιάσει αυτές συνθήκες;
Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να αρνηθεί να υποκύψει ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος, αν είναι αποφασισμένος να πληρώσει το κόστος της ελευθερίας τού να επιλέξει ο ίδιος τη ζωή που θέλει. Διότι, έτσι κι αλλιώς, οτιδήποτε κι αν κάνει έχει ένα κόστος. Ακόμη κι αν συμβιβαστεί. Αυτό όμως δεν φαίνεται τόσο, διότι έγινε κυριαρχούσα κανονικότητα. Θλιβερή, αλλά κανονικότητα. Γιατί λοιπόν να μην πληρώσεις το κόστος για την ελευθερία σου, αν θες την ευτυχία σου;
Μπορεί ένας μεγάλος
έρωτας να γίνει τελικά μια μορφή φυλακής;
Εξαρτάται
από την εξέλιξή του. Ποτέ δεν νιώθεις έναν μεγάλο έρωτα ως φυλακή, διότι η ψυχή
σου πετάει και δεν φυλακίζεται, και όσο διαρκεί τον αναζητάς απεγνωσμένα. Αλλά
αυτός ο έρωτας είναι σπάνιος και φοβάμαι ότι δεν κρατάει πολύ. Αυτό, ωστόσο,
δεν αναιρεί το μεγαλείο του.
Δεν είναι τυχαίο που οι μεγαλύτεροι έρωτες είναι οι ανεκπλήρωτοι. Γεμίζουν την ψυχή σου, χωρίς να κορεστούν ποτέ· χωρίς να μπουν στο πεδίο του ανταγωνισμού και της ρουτίνας που, δυστυχώς, δύσκολα αποτρέπονται. Οι σημερινές συνθήκες έχουν κάνει τον έρωτα πιο απόμακρο. Αν συμβεί και μπουν στη ρουτίνα, τότε, ναι, αρχίζει να κλείνει η πόρτα του κελιού τους. Γίνονται φυλακή, αλλά τότε δεν είναι έρωτας.
Ο
τίτλος «Ένας χειμώνας τριών ετών» παραπέμπει σε μια μακρά περίοδο δοκιμασίας.
Τι συμβολίζει για εσάς αυτός ο «χειμώνας»;
Σωστά
το λέτε, μια «περίοδο δοκιμασίας». Ο «χειμώνας» εδώ συμβολίζει μια ακραία
περίπτωση δοκιμασίας. Έχει να κάνει με υπέρτατες στιγμές ευτυχίας που μετατρέπονται
σε υπέρτατη δυστυχία.
Υπάρχουν
περίοδοι στη ζωή που δεν μοιάζουν με ένα απλό κομμάτι της, αλλά με μια ολόκληρη
αιωνιότητα. Στην περίοδο που έζησα στο Παρίσι, βίωσα τον χρόνο τόσο έντονα, που
τα τέσσερα χρόνια μοιάζουν να κράτησαν πολύ περισσότερο. Οι εικόνες, οι
συγκινήσεις, οι φιλίες που έκανα, η περιπέτεια που αντιμετώπισα… παραμένουν
ακόμα ολοζώντανες μέσα μου.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στο μυθιστόρημα. Τα γεγονότα που βιώνει ο ήρωας τον πρώτο χειμώνα, μόλις πατήσει σε έναν ξένο τόπο, θα τον σημαδέψουν τόσο βαθιά, που χάνει την αίσθηση του χρόνου. Ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποιεί πως έχουν περάσει τρία χρόνια.
Πόσο δύσκολο είναι για
έναν άνθρωπο να αντισταθεί όταν ολόκληρο το περιβάλλον του πιέζει να σιωπήσει;
Εύκολο σίγουρα δεν είναι. Αλλά τίποτα εύκολο δεν σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένο, εκτός αν έχει έρθει ανάμεσα σε πολλές δυσκολίες. Η αντίσταση σε καθετί που σε ακυρώνει είναι υπαρξιακή υπόθεση. Αν δέχεσαι να είσαι «φυτό» μόνο και μόνο για να έχεις την «ευκολία» σου, τότε γιατί υπάρχεις; Δεν λέω να αντιστέκεσαι σε καθετί χωρίς λόγο, απλώς για να αποδείξεις πως υπάρχεις. Λέω να αντιστέκεσαι στο άδικο, στο παράλογο και σε όσα σε ακυρώνουν ως σκεπτόμενο άνθρωπο, με αξιοπρέπεια. Έχω βιώσει τέτοιου είδους σύγκρουση από τη νεανική μου ηλικία. Είχε κόστος, και μάλιστα μεγάλο, αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με αυτό που ένιωσα μετά. Και πίστεψέ με, άνθρωποι που κάποτε με κοίταζαν περίεργα, ήρθε στιγμή που ζήτησαν τη γνώμη μου για δικά τους θέματα.
Πιστεύετε ότι μπορούμε
πραγματικά να αφήσουμε πίσω μας όσα μας έχουν σημαδέψει;
Όχι.
Ούτε πρέπει να θέλουμε κάτι τέτοιο. Τα σημάδια μας τα προσπερνάμε, αλλά δεν τα
ξεχνάμε. Ούτε εκείνα μας ξεχνάνε. Είναι τα παράσημά μας. Αρκεί να μην τα
σέρνουμε μαζί μας σαν ανοιχτές πληγές. Τις κλείνουμε και προχωράμε. Και τότε
αυτά τα σημάδια γίνονται μέντορες για την υπόλοιπη ζωή μας.
Δεν υπάρχουν άνθρωποι χωρίς σημάδια. Αν υπήρχαν, θα ήταν ανύπαρκτοι, σχεδόν αόρατοι… Δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται, το ξέρω. Αλλά ούτε και ακατόρθωτο. Ακόμη και οι ψυχολόγοι, χωρίς τη δική μας συνδρομή, δε μπορούν να κάνουν τίποτα.
Πόσο
σημαντική είναι τελικά η συγχώρεση του άλλου, αλλά και του ίδιου μας του
εαυτού;
Όσο σημαντική είναι και η ανάγκη μας για ψυχική ισορροπία. ¨όταν κουβαλάμε εκδικητικά συναισθήματα και ενοχές, είμαστε δέσμιοι της προσωπικής φυλακής μας. Δεν μπορούμε να δούμε πιο μακριά από τη μύτη μας, να νιώσουμε την απέραντη ομορφιά του κόσμου γύρω μας, γιατί την πνίγουμε στη χολή που κρατάμε – για τους άλλους και για τον εαυτό μας. Μόνο που τελικά… αυτή η χολή δηλητηριάζει εμάς τους ίδιους.
Ποιο
είναι το βασικό ερώτημα που θα θέλατε να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει το
βιβλίο;
Το
πρωταρχικό είναι η ιστορία να αγγίξει κάποιες χορδές του. Αυτό είναι το κίνητρο
για να φτάσει στο τέλος. Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, ίσως αναγνωρίσει
πράγματα που έχει ζήσει, ακούσει ή δει, αλλά τα προσπερνούσε από συνήθεια, γιατί
είχαν γίνει τρόπος ζωής.
Όταν
όμως αυτά τα ίδια πράγματα οδηγούν σε τραγωδίες, τότε αρχίζει να βλέπει τις
αιτίες που μέχρι τότε δεν πρόσεχε – ή, πιο συχνά, είχε παρερμηνεύσει. Γιατί
έτσι τον δίδασκε το ηθικοπλαστικό κοινωνικό και εκπαιδευτικό σύστημα: να νιώθει
ένοχος ακόμη και για πράγματα που δεν έκανε, αλλά απλώς επιθύμησε. Να
βασανίζεται, ώστε να μην του μένει χρόνος να σκεφτεί τίποτα πέρα από το δόγμα.
Αν
στο τέλος ο αναγνώστης αρχίσει να αμφιβάλλει για κάποιες από τις «ακλόνητες»
παραδοσιακές πεποιθήσεις του και θελήσει να ψάξει λίγο βαθύτερα και πλατύτερα,
θεωρώ ότι αυτό θα είναι ένα μεγάλο κέρδος.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου