Τίνα Σερβετά: "Η συμβίωση με έναν σκύλο μάς συμπληρώνει, μέσα από αυτή τη σχέση ανακαλύπτουμε πράγματα για τον εαυτό μας".
Η Τίνα Σερβετά κάνει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με τον «Γκαστόν», ένα συγκινητικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στα σκοτεινά χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από τη βαθιά σχέση ενός παιδιού με τον πιστό του σκύλο, η συγγραφέας φωτίζει τη δύναμη της αγάπης, της μνήμης και της επιβίωσης απέναντι στη φρίκη του πολέμου. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τις ιστορικές αφετηρίες του βιβλίου, την επίδραση της οικογενειακής μνήμης στη γραφή της και τα διαχρονικά μηνύματα που επιθυμεί να μεταφέρει στους αναγνώστες.
Το βιβλίο «Γκαστόν»
τοποθετείται χρονικά λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τι σας οδήγησε να επιλέξετε αυτή την ιστορική περίοδο ως φόντο της ιστορίας
σας;
Πάντα με ενδιέφεραν τα τεκταινόμενα εκείνης της εποχής, νομίζω είναι από τις πλέον μακάβριες περιόδους της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η ανάγκη μου να διαβάζω και να προσπαθώ να εντρυφώ στην εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πηγάζει από τα βιώματα που μου έχει μεταφέρει ο παππούς μου που πολέμησε ως λοχαγός πυροβολικού τον εχθρό και οι οικογενειακές μνήμες που έχω περισσότερο από τη γιαγιά μου – ο παππούς απέφευγε να μιλήσει για τις φρικαλεότητες του πολέμου. Επειδή η ιστορία της οικογένειάς μου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα όσα πέρασαν εκείνη την εποχή, πάντα γυρνάω εκεί, η οικογενειακή μνήμη είναι κάτι που έχει σφυρηλατήσει και τη δική μου ταυτότητα. Αργότερα στα πλαίσια της πτυχιακής μου στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, πάλι επέλεξα να μεταφράσω αποσπάσματα βιβλίων που αφορούσαν τον μεγάλο πόλεμο στην Ευρώπη γενικότερα. Με συγκλόνισαν οι ιστορικές μαρτυρίες και στάθηκα πάρα πολύ στα εκατομμύρια των νεκρών σκεπτόμενη όχι μονάχα τις ζωές που χάθηκαν, αλλά και όσους έμειναν πίσω και έπρεπε να δώσουν τον δικό τους αγώνα.
Ο δεσμός ανάμεσα στον Μίκα και
τον σκύλο του, τον Γκαστόν, βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης. Τι σας
ενδιέφερε περισσότερο να αναδείξετε μέσα από αυτή τη σχέση ανθρώπου και ζώου;
Ξέρετε η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα είναι κάτι που κατά τη γνώμη μου αφορά τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, πόσο μάλλον η σχέση ανθρώπου και σκύλου. Η συμβίωση με έναν σκύλο μάς συμπληρώνει. Μέσα από αυτή τη σχέση ανακαλύπτουμε πράγματα για τον εαυτό μας. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να διαβάσουν τα μάτια ενός ζώου, αλλά και οι σκύλοι μας διαβάζουν, μην έχετε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Στο βιβλίο ο Γκαστόν λειτουργεί σαν μια κινητήριος δύναμη, λειτουργεί ως μια αδελφή ψυχή του Μίκα που είναι μοναχοπαίδι παρόλο που η μητέρα του ήθελε να έχει πολλά παιδιά. Αυτός ο άρρηκτος δεσμός του Μίκα με τον Γκαστόν είναι η σανίδα σωτηρίας του παιδιού και αυτό ήθελα να φανεί μέσα από την αφήγηση.
Πώς προσεγγίσατε την έννοια
της ενηλικίωσης μέσα σε συνθήκες πολέμου;
Θυμάμαι όταν ξέσπασε ο πρόσφατος
πόλεμος στην Ουκρανία, θυμάμαι εικόνες στις ανταποκρίσεις των μέσων με
ανθρώπους που έσπευδαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και κουβαλούσαν μαζί τους
τα κατοικίδιά τους. Παιδάκια να έχουν μαζί τον σκύλο τη γάτα ή το καναρίνι
τους. Αυτό με είχε συγκλονίσει. Γιατί ενώ το παρακολουθούσα να συμβαίνει, δεν
μπορούσα να διανοηθώ τον εαυτό μου στη θέση αυτών των ανθρώπων. Η εικόνα των
παιδιών σε φυγή, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς ασφυκτικά γεμάτους, ανθρώπους με
τα σκυλιά στις πλάτες να περιμένουν στα σύνορα. Είναι εικόνες που ανήκουν στο
πρόσφατο παρελθόν. Όμως σκεφτόμουν ότι αυτά τα παιδάκια πρέπει να ενηλικιωθούν
απότομα. Ο πόλεμος είναι μια συνθήκη ζωής ή θανάτου. Δεν μπορώ να σκεφτώ πόσο
δύσκολο είναι για ένα παιδί όλο αυτό, και όμως τα παιδιά αναγκάζονται, όπως και
στη Γάζα τώρα, να μεγαλώσουν απότομα και να αναλάβουν ευθύνες που αναλογούν
στους ενήλικες. Προσπάθησα λοιπόν να βάλω στις πλάτες του Μίκα αυτές τις
ευθύνες. Τον έβαλα να εκπαιδεύεται στη σκοποβολή γιατί «δεν θα αργούσε η στιγμή
που θα έπρεπε να πυροβολήσει άνθρωπο». Να σκάβει ένα καταφύγιο, να στέκεται με
θάρρος μπροστά στους Γερμανούς για να προστατεύσει ό,τι πολυτιμότερο είχε, τη
μάνα του και τον Γκαστόν.
Πιστεύετε ότι τα ζώα μπορούν
να λειτουργήσουν ως φορείς συναισθηματικής αντοχής για τον άνθρωπο;
Ξεκάθαρα. Ιδίως οι σκύλοι που
μάλιστα αρκετές ράτσες μπορούν να εκπαιδευτούν ώστε να γίνουν therapy dogs. Μια σύγχρονη μάστιγα
της εποχής μας είναι η μοναξιά. Τα ζώα έχουν τον τρόπο να γεμίσουν το
συναισθηματικό κενό, σε μια εποχή που οι άνθρωποι αποξενώνονται. Τα ζώα (σκύλοι
– άλογα) χρησιμοποιούνται σε μονάδες καρκινοπαθών και άλλων χρόνιων πασχόντων
προσφέροντας ανακούφιση και ζεστασιά. Σε μονάδες φιλοξενίας ηλικιωμένων επίσης.
Δεν χωράει αμφιβολία πως οι σκύλοι τονώνουν τη συναισθηματική μας αντοχή.
Πόσο δύσκολο ήταν να
ισορροπήσετε ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και τη συναισθηματική αφήγηση;
Δεν θεωρώ ότι ήταν δύσκολο, ήθελε
να ανατρέξεις σε αξιόπιστες ιστορικές πηγές και να αφηγηθείς την ιστορία όπως
αυτή έβγαινε από τον νου και την καρδιά. Εκείνο που με δυσκόλεψε ήταν η ψυχική
φόρτιση στην οποία βρισκόμουν όσο ξεδίπλωνα την αφήγηση προσπαθώντας να μπω στη
θέση των χαρακτήρων. Τολμώ να πω ότι υπήρχαν σκηνές που γράφτηκαν με δάκρυα στα
μάτια και οι οποίες παραμένουν οι αγαπημένες μου σκηνές της ιστορίας. Κατά
συνέπεια η ολοκλήρωση του βιβλίου με βρήκε συναισθηματικά αποδυναμωμένη και μου
πήρε ένα τρίμηνο να πω ότι επανέρχομαι. Ήταν σαν να το ζω.
Ο πόλεμος λειτουργεί ως δύναμη
που απογυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε βεβαιότητα. Τι σας ενδιέφερε να φωτίσετε
μέσα από αυτή τη συνθήκη απώλειας και επιβίωσης;
Θα ήθελα ο κόσμος να καταλάβει
ότι στον κόσμο που ζούμε όλα είναι ρευστά και επισφαλή. Ότι ο πόλεμος είναι μια
συνθήκη που μπορεί να αγγίξει κάθε γειτονιά του πλανήτη. Ο μεγάλος πόλεμος θα
μπορούσε να αποτελεί μια ιστορική μνήμη που θα απέτρεπε την ανθρωπότητα από νέα
ολοκαυτώματα και νέες πολεμικές συγκρούσεις. Και όμως αυτό δεν συμβαίνει. Οι
γενοκτονίες συνεχίζονται (Ρουάντα, Γάζα), ο επεκτατισμός κυβερνάει. Φοβάμαι τον
πόλεμο, όπως φοβάμαι και τον θάνατο. Και θέλω –όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται– η
ανθρωπότητα να αποτινάξει από πάνω της τις πολεμικές συρράξεις. Όνειρο θερινής
νυκτός ακούγεται, αλλά…
Θέλω ο αναγνώστης να αντιληφθεί
πώς είναι στη ζωή σου να έρχονται τα πάνω κάτω, πώς η ύπαρξή μας καμμιά φορά
κρέμεται από μια κλωστή και ο θάνατος παραμονεύει. Αυτός είναι ο πόλεμος, και
κάνω μια ευχή, να μην τον ξαναζήσουμε ποτέ στην Ελλάδα.
Ο Μίκα κάνει έναν απολογισμό
ζωής μέσα από τις εμπειρίες του. Πιστεύετε ότι η μνήμη λειτουργεί περισσότερο
ως τραύμα ή ως τρόπος κατανόησης του εαυτού;
Πιστεύω και τα δύο. Σαφώς η μνήμη
μπορεί να αποτελεί τραύμα, όμως μόνο αν κάποιος δουλέψει με τον εαυτό του
φτάνει σε επίπεδα κατανόησης του εαυτού. Πόσες φορές δεν πονέσαμε, δεν βιώσαμε
απώλειες για να αγγίξουμε σε έναν επόμενο χρονικό ορίζοντα επίπεδα αυτογνωσίας
που δεν θεωρούσαμε ότι έχουμε; Αλίμονο αν η ζωή μας άφηνε αλώβητους… Ο παππούς
μου είχε εφιάλτες σε όλη τη μετέπειτα ζωή του υπηρετώντας στον ελληνικό στρατό
στο αλβανικό μέτωπο. Το τραύμα δεν επουλώθηκε ποτέ, εκείνος όμως συνειδητά
μιλούσε για την πατρίδα και για τον τρόπο που πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την
πατρίδα και να την υπηρετούμε. Επομένως αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα.
Ως πρώτο σας λογοτεχνικό έργο,
το βιβλίο «Γκαστόν» συνδυάζει ιστορία, συγκίνηση και υπαρξιακή διάσταση. Τι θα
θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντάς το;
Η ιστορία του Μίκα και του Γκαστόν αφηγείται μέσα από τα μάτια ενός
παιδιού τον πόλεμο και το ολοκαύτωμα. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο, να
περιγράψεις τη φρίκη του πολέμου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Θα ήθελα οι
αναγνώστες του Γκαστόν να μείνουν στην πάλη του ανθρώπου για τη ζωή, στο
ένστικτο της επιβίωσης των ανθρώπων. Θα ήθελα να κρατήσουν τον αδιάκοπο αγώνα
των ανθρώπων για τη ζωή και για όσα μας κρατάνε ζωντανούς.
Αλεξία Βλάρα


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου