Βασίλης Τριανταφύλλου: "Στην Ανάσταση του Λέων Τολστόι υπάρχει έντονα το στοιχείο της πνευματικής μεταστροφής".
Χαρακτηρίζετε την Ανάσταση ως «τομή πάνω στο σώμα της κοινωνίας». Ποιο ήταν το πρώτο «τραύμα» του έργου που θελήσατε να αναδείξετε σκηνικά στο σήμερα;
-Το πρώτο τραύμα που με απασχόλησε ήταν η αδιαφορία.Στην Ανάσταση του Λέων Τολστόι το έγκλημα δεν είναι μόνο αυτό που διαπράττει ο Νεχλιούντοφ απέναντι στη Μάσλοβα· είναι το πώς μια ολόκληρη κοινωνική τάξη συνεχίζει τη ζωή της σαν να μη συνέβη τίποτα. Αυτό το τραύμα –η κανονικοποίηση της βίας– ήταν για μένα η πρώτη τομή.Στη σημερινή Ελλάδα, το αντίστοιχο τραύμα δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Είναι η συσσώρευση: θεσμικά σκάνδαλα που ξεχνιούνται, πυρκαγιές που βαφτίζονται «φυσικές καταστροφές», άνθρωποι που συνθλίβονται από ένα γραφειοκρατικό ή ταξικό σύστημα χωρίς πρόσωπο. Με ενδιέφερε να δείξω ότι η Μάσλοβα δεν είναι ένα θύμα του 19ου αιώνα· είναι μια γυναίκα του τώρα. Και ο Νεχλιούντοφ δεν είναι ένας «κακός αριστοκράτης» — είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος που ξαφνικά αντιλαμβάνεται το προνόμιό του.Η «τομή πάνω στο σώμα της κοινωνίας» είναι ακριβώς αυτό: η στιγμή που το προσωπικό έγκλημα αποκαλύπτεται ως συλλογικό. Το τραύμα δεν ανήκει μόνο στους ήρωες. Ανήκει σε όλους μας.
Η παράσταση φωτίζει ένα
σύστημα που είναι ταυτόχρονα νόμιμο και βαθιά άδικο. Πώς μεταφράζεται αυτή η
αντίφαση στη σκηνική γλώσσα και στη δραματουργία της παράστασης;
-Αυτό που με ενδιέφερε στον πυρήνα της Ανάσταση του Λέων Τολστόι είναι ότι το σύστημα δεν παρουσιάζεται ως «παράνομο». Αντίθετα, λειτουργεί άψογα. Έχει διαδικασίες, πρωτόκολλα, νόμους. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η φρίκη του: η αδικία δεν είναι εκτροπή — είναι κανονικότητα.Στη σκηνική γλώσσα αυτό μεταφράζεται σε μια αυστηρή, σχεδόν ψυχρή δομή. Οι σκηνές οργανώνονται με ρυθμό δικαστηρίου: καταθέσεις, διακοπές, επαναλήψεις, γραφειοκρατική ακρίβεια. Παράλληλα, οι ηθοποιοί κινούνται μέσα σε ένα σκηνικό που δεν επιτρέπει ιδιωτικότητα. Γίνεται χρήση καμερών,οι μετατοπίσεις είναι ορατές, οι αλλαγές εκτίθενται. Το σύστημα είναι πάντα παρόν. Δεν υπάρχει σκοτάδι για να κρυφτεί κανείς.
Ο Νεχλιούντοφ περνά από την
ατομική ενοχή στη συνειδητοποίηση της ταξικής ασυμμετρίας. Πόσο σας ενδιέφερε
να αποφύγετε μια «εξιλεωτική» ανάγνωση του ήρωα και να τον δείτε ως μέρος του
προβλήματος;
Στην Ανάσταση του Λέων Τολστόι υπάρχει έντονα το στοιχείο της πνευματικής μεταστροφής. Αυτό που με απασχόλησε στη διασκευή σε συνεργασία με την Δάφνη Λιανάκη που την υπογράφει κιόλας δεν ήταν να ακυρώσω αυτή τη διαδρομή, αλλά να την απογυμνώσω από τον ρομαντισμό της.Δεν με ενδιέφερε μια «εξιλεωτική» ανάγνωση του Νεχλιούντοφ. Γιατί η εξιλέωση, όταν παρουσιάζεται ως ατομική κάθαρση, συχνά λειτουργεί σαν αποσυμπίεση του συστήματος. Δηλαδή: ο ήρωας συνειδητοποιεί, μετανοεί, συγκινείται — και το σύστημα συνεχίζει αλώβητο.Στη δική μας εκδοχή, ο Νεχλιούντοφ ένας άνθρωπος που αργεί. Αργεί να δει, αργεί να καταλάβει, αργεί να αναλάβει ευθύνη. Και αυτή η καθυστέρηση έχει κόστος. Δεν τον βλέπουμε ως σωτήρα της Κατιούσας, αλλά ως μέρος του μηχανισμού που τη συνέθλιψε — ακόμη κι όταν προσπαθεί να τη βοηθήσει.
Η Κατιούσα Μασλόβα μοιάζει να
ενσαρκώνει την καθαρότερη μορφή κοινωνικής βίας του έργου. Πώς δουλέψατε τον
ρόλο ώστε να μην αντιμετωπιστεί ως σύμβολο, αλλά ως ζωντανή, αντιφατική
ανθρώπινη ύπαρξη;
-Στην Ανάσταση του Λέων Τολστόι η
Μασλόβα κουβαλά πάνω της όλη τη βία της εποχής της. Ο κίνδυνος, όταν ανεβάζεις
το έργο σήμερα, είναι να την κάνεις σύμβολο: «η γυναίκα-θύμα», «το σώμα της
αδικίας».
Δουλέψαμε λοιπόν από την αντίθετη κατεύθυνση. Πριν μιλήσουμε για
κοινωνία, μιλήσαμε για επιθυμία. Για θυμό. Για ειρωνεία. Για στιγμές σχεδόν
κυνικές. Η Κατιούσα δεν ζητάει λύτρωση. Δεν είναι ηθικά ανώτερη. Δεν είναι
καθαγιασμένη από τον πόνο. Είναι κουρασμένη, οργισμένη, συχνά αμυντική — και
κάποιες φορές σκληρή.
Σκηνοθετικά, αποφύγαμε κάθε αισθητικοποίηση του τραύματος. Δεν «παίζουμε» τη βία. Δεν την εξωραΐζουμε. Αντίθετα, αφήνουμε χώρο στις παύσεις της. Στη σιωπή της. Στον τρόπο που κάθεται. Στον τρόπο που κοιτάει χωρίς να απαντά. Το σώμα της δεν είναι αλληγορία· είναι σώμα που έχει ιστορία.
Μιλάτε για μια “ανάσταση” που
δεν είναι ούτε θρησκευτική ούτε ατομικιστική. Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί να
λειτουργήσει ως χώρος συλλογικής αφύπνισης απέναντι στην κοινωνική παραίτηση;
-Στην Ανάσταση του Λέων Τολστόι η
«ανάσταση» είναι πρωτίστως πνευματική. Στη δική μας προσέγγιση δεν είναι ούτε
θρησκευτική ούτε μια ιδιωτική ηθική μεταμόρφωση. Είναι κάτι πιο δύσκολο: η
ρωγμή στη συνήθεια.Δεν
πιστεύω ότι το θέατρο «αλλάζει τον κόσμο» με άμεσο τρόπο. Δεν είναι κήρυγμα
ούτε πολιτική πράξη με τη στενή έννοια. Μπορεί όμως να διακόψει. Να
δημιουργήσει ένα κοινό παρόν όπου άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μοιράζονται την
ίδια αμηχανία, την ίδια οργή, την ίδια σιωπή.Σε μια εποχή κοινωνικής παραίτησης,
όπου όλα καταναλώνονται γρήγορα — ακόμα και το σκάνδαλο, ακόμα και η τραγωδία —
το θέατρο επιμένει στη διάρκεια. Σου ζητά να μείνεις. Να κοιτάξεις. Να μη
σκρολάρεις.Αν υπάρχει λοιπόν μια μορφή «ανάστασης», είναι συλλογική και
εύθραυστη: η στιγμή που το κοινό αντιλαμβάνεται ότι η ιστορία δεν αφορά
κάποιους άλλους. Ότι το σύστημα που βλέπουμε στη σκηνή μας περιλαμβάνει.
Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί. Αλλά πιστεύω βαθιά ότι χωρίς αυτή τη συνάντηση, τίποτα δεν μπορεί να αρχίσει.
Το έργο του Τολστόι γράφεται
το 1899, αλλά συνομιλεί έντονα με το παρόν. Ποια στοιχεία της σημερινής
πραγματικότητας θεωρείτε ότι καθιστούν την Ανάσταση τόσο επίκαιρη;
-Η Ανάσταση του Λέων Τολστόι γράφεται το 1899, αλλά αυτό που την καθιστά επίκαιρη δεν είναι η πλοκή της· είναι η δομή της αδικίας που περιγράφει.Ζούμε σε μια εποχή όπου το σύστημα δεν καταρρέει — λειτουργεί. Παράγει νόμιμες αποφάσεις, νόμιμες διαδικασίες, νόμιμες ανισότητες. Το δικαστήριο του έργου μοιάζει τρομακτικά σύγχρονο: η ευθύνη διαχέεται, κανείς δεν φταίει ατομικά, αλλά το αποτέλεσμα είναι συντριπτικό για τους πιο αδύναμους.Επίσης, η ταξική ασυμμετρία δεν έχει εξαφανιστεί· απλώς έχει αλλάξει γλώσσα. Δεν μιλάμε πια για αριστοκρατία και δουλοπαροικία, αλλά για προνόμιο, πρόσβαση, δίκτυα, “κανονικότητα”.Το έργο δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Και ίσως γι’ αυτό παραμένει ζωντανό. Γιατί μας αναγκάζει να δούμε ότι η αδικία δεν είναι ιστορικό απολίθωμα. Είναι παρόν συνεχές.
Αν ο θεατής φύγει από την
παράσταση με ένα ερώτημα και όχι με μια απάντηση, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;
-«Σε ποιο σημείο της ιστορίας είμαι
εγώ;»
Στην Ανάσταση του Λέων Τολστόι είναι εύκολο να συγκινηθείς από το
δράμα της Μασλόβα ή να παρακολουθήσεις τη διαδρομή του Νεχλιούντοφ σαν μια
ηθική αφήγηση. Το δύσκολο είναι να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου μέσα στη δομή που
παράγει την αδικία.
Δεν με ενδιαφέρει ο θεατής να αποφασίσει ποιος έχει δίκιο. Με
ενδιαφέρει να αναρωτηθεί:
Πότε η σιωπή μου έγινε συνενοχή;
Πότε η άνεσή μου στηρίχθηκε στη δυσκολία κάποιου άλλου;
Αν μείνει αυτή η αμηχανία — όχι ως ενοχή, αλλά ως εγρήγορση — τότε
ίσως η «ανάσταση» να μην είναι μια λέξη του τίτλου, αλλά μια μικρή μετατόπιση
μέσα μας.
Και αυτή η μετατόπιση, όσο εύθραυστη κι αν είναι, αρκεί για να
αρχίσει μια άλλη συζήτηση.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου