Βαρβάρα Παπασιδέρη: "Όταν αναγνωρίζουμε ότι το αυτοσαμποτάζ δεν είναι εχθρική πρόθεση αλλά ξεπερασμένη προστασία, παύουμε να πολεμάμε τον εαυτό μας".

Στο βιβλίο της «Αυτοσαμποτάζ – Αναγνωρίζοντας και ξεπερνώντας τα εμπόδια», η Βαρβάρα Παπασιδέρη προσεγγίζει τις επαναλαμβανόμενες εσωτερικές δυσκολίες όχι ως αδυναμίες, αλλά ως μηχανισμούς προστασίας με ιστορία και νόημα. Μέσα από τη συνειδητή κατανόηση του εαυτού, την αναγνώριση των φόβων, της ενοχής και της ανασφάλειας, και τη μετατόπιση από την εσωτερική σύγκρουση στην εσωτερική συνεργασία, το βιβλίο προσφέρει εργαλεία για ουσιαστική αλλαγή και φροντίδα του εαυτού. Μια συνέντευξη για τον τρόπο που η αυτογνωσία απελευθερώνει ενέργεια, δημιουργεί επιλογές και ανοίγει δρόμους ανάπτυξης.


«Στο βιβλίο περιγράφετε το αυτοσαμποτάζ ως μηχανισμό προστασίας και όχι ως αδυναμία. Τι αλλάζει όταν αρχίζουμε να το βλέπουμε με αυτή τη ματιά;»

Αλλάζει η θέση από την οποία στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας.

Όταν το αυτοσαμποτάζ βιώνεται ως αδυναμία, ο εσωτερικός διάλογος γίνεται αυστηρός. Δημιουργείται μια εσωτερική διαίρεση: ένα κομμάτι που “ξέρει τι πρέπει να γίνει” και ένα κομμάτι που “χαλάει το σχέδιο”. Το πρώτο κατηγορεί. Το δεύτερο αμύνεται. Και σε αυτή τη διαρκή εσωτερική αντιπαράθεση, η ενέργεια καταναλώνεται σε σύγκρουση αντί σε κατεύθυνση.

Όταν όμως το δούμε ως μηχανισμό προστασίας, αλλάζει η ίδια η ποιότητα της συνάντησης με τον εαυτό. Το ερώτημα δεν είναι πια «γιατί το κάνω πάλι;» αλλά «πότε έμαθα ότι αυτό ήταν ασφαλές;». Και αυτή η μετατόπιση δεν είναι λεκτική· είναι υπαρξιακή.

Γιατί κάθε προστατευτικός μηχανισμός δημιουργήθηκε σε ένα περιβάλλον όπου κάτι ήταν απειλητικό. Ίσως η αποτυχία σήμαινε απόρριψη. Ίσως η επιτυχία σήμαινε ζήλια ή απομόνωση. Ίσως η έκθεση σήμαινε κριτική. Το νευρικό σύστημα κατέγραψε τότε μια σύνδεση: «Αυτό είναι επικίνδυνο». Και έκτοτε ενεργοποιεί φρένα, ακόμη κι όταν οι συνθήκες έχουν αλλάξει.

Όταν αναγνωρίζουμε ότι το αυτοσαμποτάζ δεν είναι εχθρική πρόθεση αλλά ξεπερασμένη προστασία, παύουμε να πολεμάμε τον εαυτό μας. Και όταν σταματά ο εσωτερικός πόλεμος, δημιουργείται χώρος. Χώρος για παρατήρηση. Χώρος για επιλογή.

Δεν σημαίνει ότι η συμπεριφορά γίνεται αυτόματα λειτουργική. Σημαίνει όμως ότι η αλλαγή δεν ξεκινά από ντροπή αλλά από κατανόηση. Και αυτό αλλάζει τα πάντα.

«Φόβος, ενοχή, ανασφάλεια και βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις εμφανίζονται ως εσωτερικά εμπόδια. Ποιο από αυτά συναντάτε συχνότερα στη σύγχρονη εμπειρία των ανθρώπων;»

Συναντώ συχνότερα τον φόβο της απώλειας ταυτότητας.

Δεν είναι μόνο ο φόβος της αποτυχίας. Είναι ο φόβος του τι θα αλλάξει αν επιτύχω. Αν αλλάξω. Αν εξελιχθώ.

Πολλοί άνθρωποι λειτουργούν μέσα σε ένα εσωτερικό πλαίσιο όπου η ταυτότητα είναι σταθερή: “είμαι αυτός που δυσκολεύεται”, “είμαι αυτός που προσπαθεί αλλά δεν φτάνει”, “είμαι αυτός που δεν ξεχωρίζει”. Αυτές οι αφηγήσεις, όσο περιοριστικές κι αν είναι, προσφέρουν σταθερότητα. Είναι οικείες.

Η εξέλιξη όμως διαταράσσει την οικειότητα. Αν αλλάξω, αν σταθώ πιο ορατά, αν πάψω να λειτουργώ μέσα στο γνώριμο μοτίβο, τότε αλλάζει και ο τρόπος που σχετίζομαι με τους άλλους. Αλλάζει η δυναμική. Αλλάζει ο ρόλος.

Και εδώ εμφανίζεται η ανασφάλεια. Όχι ως έλλειψη ικανότητας, αλλά ως εσωτερική σύγκρουση: “μπορώ να αντέξω μια νέα εκδοχή του εαυτού μου;”.

Η ενοχή συχνά συνοδεύει αυτή τη μετάβαση. Ενοχή επειδή “ξεπερνώ”, επειδή απομακρύνομαι από παλιά πλαίσια, επειδή δεν ταιριάζω πια στην παλιά αφήγηση.

Έτσι, το αυτοσαμποτάζ λειτουργεί ως επιστροφή στην οικειότητα. Όχι γιατί η οικειότητα είναι καλύτερη. Αλλά γιατί είναι γνωστή.

«Η αναβλητικότητα και η τελειομανία παρουσιάζονται ως επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Πώς συνδέονται με τον φόβο της έκθεσης και της αλλαγής;»

Η αναβλητικότητα είναι μια μορφή παγωμένης ενέργειας.

Δεν είναι απουσία θέλησης. Είναι σύγκρουση. Ένα μέρος θέλει να κινηθεί. Ένα άλλο φοβάται τις συνέπειες της κίνησης. Το αποτέλεσμα είναι ακινησία.

Όσο δεν ξεκινώ, παραμένω στο πεδίο της φαντασίας. Η ιδέα μου είναι καλή. Το σχέδιό μου έχει προοπτική. Η ικανότητά μου δεν έχει δοκιμαστεί. Η αναβολή προστατεύει την εικόνα μου από τη δοκιμή.

Η τελειομανία, από την άλλη, είναι ένας τρόπος να ελέγξω το απρόβλεπτο. Αν τα κάνω όλα άψογα, ίσως μειώσω τον κίνδυνο κριτικής. Αν είμαι υπερ-προετοιμασμένος, ίσως δεν εκτεθώ.

Και τα δύο μοτίβα έχουν κοινό παρονομαστή: την αποφυγή της ευαλωτότητας. Η έκθεση σημαίνει ότι μπορεί να μη γίνω αποδεκτός. Η αλλαγή σημαίνει ότι μπορεί να χάσω την παλιά ισορροπία.

Έτσι, μένω στο ενδιάμεσο. Ούτε αποτυγχάνω, ούτε επιτυγχάνω πλήρως. Ούτε χάνω, ούτε κερδίζω ολοκληρωτικά. Μένω ασφαλής, αλλά περιορισμένος.

«Επιλέγετε συνειδητά να μην προσφέρετε “έτοιμες λύσεις”. Πιστεύετε ότι η ανάγκη για γρήγορες απαντήσεις λειτουργεί και αυτή ως μορφή αυτοσαμποτάζ;»

Συχνά, ναι και μάλιστα με τρόπο που δεν είναι άμεσα ορατός.

Η ανάγκη για άμεση λύση δεν είναι απλώς επιθυμία αποτελεσματικότητας. Είναι, πολλές φορές, δυσανεξία στην αβεβαιότητα. Θέλουμε να τελειώνει γρήγορα η εσωτερική ένταση. Να “διορθωθεί” το συναίσθημα. Να φύγει η σύγχυση. Να επιστρέψουμε σε μια αίσθηση ελέγχου.

Όμως η ψυχική διεργασία δεν είναι τεχνικό πρόβλημα. Δεν είναι μηχανισμός που χαλάει και χρειάζεται ρύθμιση. Είναι ζωντανό σύστημα που κουβαλά ιστορία, εμπειρία, μνήμη. Όταν επιμένουμε μόνο στη λύση, υπάρχει ο κίνδυνος να παρακάμψουμε το νόημα.

Και τότε συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: μπορεί να αλλάξει η συμπεριφορά προσωρινά, αλλά η ρίζα παραμένει ενεργή. Το μοτίβο επανεμφανίζεται ίσως με διαφορετική μορφή, ίσως σε άλλο πλαίσιο, αλλά με την ίδια εσωτερική δομή.

Η βιασύνη, σε αυτές τις περιπτώσεις, λειτουργεί ως ένας πιο εκλεπτυσμένος τρόπος αποφυγής. Αν λύσω γρήγορα, δεν χρειάζεται να σταθώ μέσα στον φόβο. Δεν χρειάζεται να τον ακούσω. Δεν χρειάζεται να αναγνωρίσω τι προστατεύει.

Το βιβλίο δεν απορρίπτει τις πρακτικές προσεγγίσεις. Δεν είναι αντίθετο στις τεχνικές. Επιμένει όμως σε κάτι βαθύτερο: χωρίς επίγνωση, καμία τεχνική δεν έχει βάθος. Και χωρίς βάθος, καμία αλλαγή δεν έχει διάρκεια.

Η αληθινή μετατόπιση δεν έρχεται όταν “λύνεται” το πρόβλημα. Έρχεται όταν κατανοείται.

«Μιλάτε για συμφιλίωση με τις εσωτερικές μας φωνές. Πώς μπορεί κάποιος να διακρίνει πότε αυτές οι φωνές χρειάζονται κατανόηση και πότε όρια;»

Οι εσωτερικές φωνές δεν είναι τυχαίες σκέψεις. Είναι αποτυπώματα εμπειρίας.

Μια φωνή που λέει «μην το κάνεις», «θα εκτεθείς», «θα αποτύχεις» συνήθως δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Δημιουργήθηκε σε μια στιγμή όπου πράγματι κάτι πόνεσε. Όπου η έκθεση είχε κόστος. Όπου η αποτυχία συνοδεύτηκε από ντροπή ή απόρριψη.

Αυτή η φωνή χρειάζεται κατανόηση. Αν την απορρίψουμε, θα υψώσει την έντασή της. Αν την αγνοήσουμε, θα επανέλθει πιο δυνατή. Η κατανόηση είναι η αναγνώριση ότι κάποτε είχε λόγο ύπαρξης.

Όμως υπάρχει και η άλλη όψη. Όταν η φωνή γίνεται απόλυτη. Όταν δεν αφήνει χώρο για καμία νέα εμπειρία. Όταν επαναλαμβάνει αφηγήσεις που ακυρώνουν κάθε πιθανότητα κίνησης «δεν μπορείς», «δεν αξίζεις», «ποτέ δεν θα τα καταφέρεις» τότε χρειάζεται όριο.

Το όριο δεν είναι εσωτερική τιμωρία. Δεν είναι καταστολή. Είναι σταθερότητα. Είναι η ήρεμη δήλωση:

«Σε ακούω. Καταλαβαίνω ότι προσπαθείς να με προστατεύσεις. Αλλά σήμερα δεν χρειάζεται να αποφασίζεις εσύ για όλα.»

Η διαφορά ανάμεσα στην κατανόηση και στο όριο είναι η εσωτερική θέση από την οποία μιλάμε. Αν μιλάμε από φόβο, ακολουθούμε. Αν μιλάμε από ωριμότητα, καθοδηγούμε.

Η συμφιλίωση δεν σημαίνει σιωπή των φωνών. Σημαίνει εσωτερική ηγεσία.

«Στο βιβλίο τονίζετε ότι η εξέλιξη δεν είναι στόχος αλλά πράξη φροντίδας. Πώς αλλάζει αυτή η οπτική τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας;»

Όταν η εξέλιξη γίνεται στόχος, συχνά μετατρέπεται σε πίεση. Σε απόδειξη. Σε έναν ακόμη δείκτη αξίας. Πρέπει να φτάσω κάπου. Να γίνω κάτι περισσότερο. Να αποδείξω ότι αξίζω.

Αυτή η λογική μπορεί να φαίνεται κινητοποιητική, αλλά συχνά παράγει εσωτερική ένταση. Γιατί η αξία συνδέεται με το αποτέλεσμα. Και κάθε αποτέλεσμα είναι αβέβαιο.

Όταν όμως η εξέλιξη αντιμετωπίζεται ως πράξη φροντίδας, αλλάζει η πρόθεση. Δεν εξελίσσομαι για να αποδείξω. Εξελίσσομαι επειδή αξίζω να ζήσω πιο συνειδητά. Πιο αυθεντικά. Πιο ελεύθερα.

Η φροντίδα δεν επιβάλλεται. Δεν τιμωρεί. Δεν συγκρίνει. Δεν βιάζεται. Έχει ρυθμό. Έχει υπομονή. Αναγνωρίζει τα όρια χωρίς να τα απολυτοποιεί.

Ως φοιτήτρια ψυχολογίας, βλέπω πόσο καθοριστική είναι η έννοια της ασφάλειας σε κάθε διαδικασία αλλαγής. Το νευρικό σύστημα δεν μεταβάλλεται υπό πίεση, μεταβάλλεται όταν αισθανθεί ασφάλεια. Και η φροντίδα είναι ακριβώς αυτή η συνθήκη.

Όταν σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας μέσα από φροντίδα, η αλλαγή δεν βιώνεται ως απειλή. Βιώνεται ως φυσική συνέχεια της ωρίμανσης.

«Το βιβλίο απευθύνεται τόσο σε θεραπευτές όσο και σε θεραπευόμενους. Ποια είναι η πιο ουσιαστική γέφυρα ανάμεσα στη θεωρία και την ανθρώπινη εμπειρία;»

Η πιο ουσιαστική γέφυρα είναι η στιγμή της εσωτερικής αναγνώρισης.

Η θεωρία δίνει ονόματα. Μιλά για άμυνες, μηχανισμούς, σχήματα, μοτίβα προσκόλλησης, ρυθμίσεις του νευρικού συστήματος. Δημιουργεί χάρτες. Οι χάρτες είναι απαραίτητοι οργανώνουν, εξηγούν, δίνουν πλαίσιο.

Η ανθρώπινη εμπειρία όμως δεν είναι χάρτης. Είναι έδαφος. Είναι συναίσθημα που ανεβαίνει στο σώμα χωρίς προειδοποίηση. Είναι κόμπος στον λαιμό. Είναι εσωτερική σύγκρουση που δεν χωρά εύκολα σε κατηγορίες. Είναι εκείνη η στιγμή που κάποιος λέει «θέλω να προχωρήσω» και ταυτόχρονα νιώθει ότι κάτι μέσα του παγώνει.

Η θεωρία από μόνη της μπορεί να εξηγήσει το “τι”. Δεν αγγίζει πάντα το “πώς βιώνεται”.

Η γέφυρα δημιουργείται όταν ο άνθρωπος αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε μια θεωρητική έννοια χωρίς να αισθανθεί ότι τον μειώνει. Όταν διαβάζει για έναν μηχανισμό άμυνας και δεν νιώθει ότι “διαγνώστηκε”, αλλά ότι κατανοήθηκε. Όταν μια έννοια λειτουργεί όχι ως ετικέτα αλλά ως φως.

Σε εκείνη τη στιγμή συμβαίνει κάτι βαθύ: η γνώση μετατρέπεται σε εμπειρία. Η πληροφορία γίνεται κατανόηση. Και η κατανόηση φέρνει ανακούφιση.

Η θεραπεία δεν είναι απλή εφαρμογή θεωρίας. Είναι η ανθρώπινη συνάντηση μέσα σε ένα θεωρητικό πλαίσιο. Όταν η θεωρία χρησιμοποιείται για να φωτίσει και όχι για να κατατάξει, τότε γίνεται γλώσσα σύνδεσης.

Σε αυτή τη γέφυρα δεν υπάρχουν ρόλοι ανώτερου και κατώτερου. Υπάρχουν δύο άνθρωποι που προσπαθούν να δώσουν νόημα σε μια εσωτερική εμπειρία. Και το νόημα είναι αυτό που μετακινεί.

«Αν ο αναγνώστης κρατήσει μία μόνο εσωτερική μετατόπιση μετά την ανάγνωση, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;»

Θα ήθελα να μετακινηθεί από την εσωτερική σύγκρουση στην εσωτερική συνεργασία.

Να πάψει να βλέπει τον εαυτό του ως αντίπαλο που πρέπει να πειθαρχήσει, να διορθώσει ή να νικήσει. Να μπορέσει, μπροστά σε μια επαναλαμβανόμενη δυσκολία, να σταθεί για μια στιγμή και να πει:

«Αυτό κάποτε με προστάτεψε. Δεν εμφανίστηκε τυχαία. Δεν είναι εχθρός. Είναι μια παλιά στρατηγική.»

Αυτή η μετατόπιση δεν είναι διανοητική. Είναι υπαρξιακή. Γιατί ο εσωτερικός πόλεμος καταναλώνει τεράστια ενέργεια. Όταν ο άνθρωπος πολεμά τον εαυτό του, βρίσκεται σε συνεχή ένταση. Και η ένταση δεν επιτρέπει επιλογή - μόνο αντίδραση.

Όταν όμως σταματήσει ο πόλεμος, απελευθερώνεται χώρος. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο μπορεί να εμφανιστεί κάτι καινούριο: η δυνατότητα συνειδητής επιλογής.

Η αλλαγή τότε δεν προκύπτει από αυστηρότητα. Δεν προκύπτει από ντροπή. Δεν προκύπτει από τιμωρία. Προκύπτει από κατανόηση.

Και όταν η σχέση με τον εαυτό γίνεται λιγότερο πολεμική και περισσότερο συνεργατική, η συμπεριφορά αρχίζει να μεταβάλλεται φυσικά. Όχι γιατί “πρέπει”, αλλά γιατί δεν χρειάζεται πια να προστατευτεί με τον ίδιο τρόπο.

Η ωρίμανση δεν είναι νίκη επί του εαυτού. Είναι επανασύνδεση.

Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν προσπαθεί να ξεφύγει από αυτό που είναι, αλλά να το καταλάβει. Και μέσα από αυτή την κατανόηση, να επιλέξει ποιος θέλει να γίνει.

 Βλάρα Αλεξία

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μαρία Χατζηαποστόλου: "Μια ολόκληρη εποχή που εμπεριέχει όλες τις εποχές, ξεδιπλώνεται μέσα στη σκέψη του Μάνου Ελευθερίου, με τον ποιητή να παραμένει πάντα πιστός σε ό,τι θεωρεί ιερό".

Μαρία Σιούτα: "Επέλεξα την ηρεμία γιατί ήθελα να αποτυπώσω τη ζωή όπως πραγματικά κυλούσε τότε, με απλότητα, πίστη και αίσθηση συνέχειας χωρίς την επίγνωση του επερχόμενου τέλους".

«Ο Κος Ζυλ» σε κείμενο & σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα, από 27/2

Νατάσα Βραχλιώτη: "Το βιβλίο, όπως και κάθε βιβλίο από μόνο του έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει!"

Παρασκευή Λεβεντάκου: "Η λεκτικοποίηση του βιωμένου έρωτα και της ακόμη πιο βιωμένης απώλειάς του λειτουργεί σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης".