Διαβάσαμε και προτείνουμε: «Σάρκα» του Ντέιβιντ Σόλοϊ
Η «Σάρκα» του Ντέιβιντ Σόλοϊ είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που ακολουθεί τον Ίστβαν, έναν άντρα που μεγαλώνει στην Ουγγαρία και έχει αποξενωθεί από τους συνομηλίκους του είτε κατ’ επιλογήν είτε ασυνείδητα. Παρακολουθούμε τη ζωή του από τα 15 μέχρι την ενηλικίωσή του, τη μετάβαση στον στρατό και τα πρώιμα χρόνια αυτής της ενδιάμεσης περιόδου από έφηβο σε άνδρα.
Ο Σόλοϊ σκιαγραφεί ένα μετακομμουνιστικό κράτος όπου υπόκωφα ελλοχεύει μια άτονη αντίσταση και η άνοδος ενός νέου καθεστώτος, σε μια ατμόσφαιρα που θυμίζει διαρκή ένταση. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα της απόστασης: τι σημαίνει να απέχεις, να μην εμπλέκεσαι; Αν και το βιβλίο εστιάζει στη ζωή του Ίστβαν, η επαναλαμβανόμενη χρήση του «Οκ», «Εντάξει» δημιουργεί την εντύπωση μιας άβουλης προσωπικότητας, ενός αφηγητή που αποδέχεται παθητικά ό,τι του συμβαίνει. Ή μήπως όχι;
Γιατί πίσω από αυτή τη φαινομενική παθητικότητα αναδύεται μια βαθιά ψυχική ανθεκτικότητα. Ο αφηγητής, σε ενεστώτα χρόνο, βιώνει την απόρριψη στο έπακρο. Αρνείται να εκφραστεί, και όταν τελικά το κάνει, τα συναισθήματά του πέφτουν στο κενό. Αυτή η ένταση ανάμεσα στη σιωπή και στη συναισθηματική φόρτιση δημιουργεί την αίσθηση του ατέρμονου: μια αέναη προσπάθεια να νιώσει υπαρκτός.
Η δομή του έργου, με κεφάλαια που μπορούν να σταθούν και αυτοτελώς, ενισχύει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και της διαρκούς μετάβασης. Οι χαρακτήρες έρχονται και φεύγουν, χωρίς πάντα να ολοκληρώνεται η εξέλιξή τους. Και ωστόσο, μέσα σε αυτή τη σιωπή και τη συναισθηματική απόσταση, το βιβλίο αποκτά τη δύναμή του, χωρίς ρητή βία ή έντονο ρατσισμό, αλλά με μια υπόγεια ένταση που το καθιστά μοναδικό.
Σάρκα, αλλιώς σαρκικό, αλλιώς flesh, αλλιώς ωμό. Όπως κι αν μεταφραστεί, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα λειτουργεί σαν μια γροθιά στο στομάχι: για την ανθρώπινη ύπαρξη, τη μοναξιά, το πέρασμα από την αθωότητα σε μια πιο «πονηρεμένη» ηλικία. Τα πρόσωπα είναι κυρίως παρατηρητές παρά ενεργά υποκείμενα, εγκλωβισμένα σε μια πραγματικότητα που δεν τους επιτρέπει να εκφραστούν πλήρως.
Το τέλος είναι συγκλονιστικό, σχεδόν ανατριχιαστικά ρεαλιστικό. Καθώς ο χρόνος κυλά, ο Ίστβαν δεν παραμένει ο ίδιος· μετατρέπεται σε προϊόν μιας κοινωνίας που αδυνατεί να γεννήσει υγιείς συναισθηματικούς δεσμούς. Είναι ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό δείγμα μιας βίαιης και εσωτερικά διαλυμένης εποχής.
Αν και δεν πρόκειται για καθαρά πολιτικό μυθιστόρημα, το έργο είναι βαθιά κοινωνικό και διαποτισμένο με πολιτικά νοήματα: μια κοινωνία που σιωπά, μια οικογένεια που επιβάλλει κανόνες «καθωσπρεπισμού», όπου δεν υπάρχει χώρος για ρομαντισμό. Ο ήρωας εγκλωβίζεται σε ένα αέναο παιχνίδι προσώπων, σχέσεων και επιθυμιών, όπου η επιφανειακή σαρκικότητα υπερισχύει του συναισθήματος. Και όταν αυτό το συναίσθημα τελικά εκδηλώνεται, τίποτα δεν μένει αμετάβλητο.
Με τη γραφή του, ο Σόλοϊ, λιτή αλλά βαθιά διεισδυτική, εισχωρεί στο μυαλό του αναγνώστη και ψιθυρίζει μια δύσκολη ερώτηση: πόσο έτοιμοι είμαστε να αποδεχτούμε τα συναισθήματά μας και τις επιλογές μας; Η γραφή εδώ γίνεται επιλογή και πράξη σχεδόν επαναστατική. Ένα βιβλίο που δεν σε αφήνει αδιάφορο και που σε κάνει να περιμένεις με ανυπομονησία το επόμενο έργο του συγγραφέα.
Ως κατακλείδα, η «Σάρκα» δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αλλά μια υπαρξιακή καταγραφή της σιωπής, της απόστασης και της αδυναμίας σύνδεσης. Ο Ντέιβιντ Σόλοϊ μας αφήνει με ένα ανοιχτό ερώτημα: τελικά, ζούμε ή απλώς παρατηρούμε τη ζωή να περνά;

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου