ΙΙ. Επί του νομοσχεδίου
Είμαστε πλέον σε θέση να σχολιάζουμε νομικό κείμενο. Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο καλύπτει ορισμένες μόνον πτυχές του σκοπού, αλλά δεν εξασφαλίζει συνολικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Θεωρούμε ότι απαιτούνται σημαντικές βελτιώσεις και συνολική αξιολογική επανεξέταση, πέραν των απλών νομοτεχνικών παρεμβάσεων. Ούτως ή άλλως, η σωρεία εξουσιοδοτικών διατάξεων που περιέχει το νομοσχέδιο δεν επιτρέπει συνολική αποτίμηση της λειτουργικότητας των διατάξεών του.
Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφουμε τα ακόλουθα:
i. Θα αναμέναμε σημαντικό μέρος της κρίσιμης ύλης να μην υπόκειται σε νομοθετική ή άλλη εξουσιοδότηση, αλλά να ρυθμίζεται δεσμευτικά ήδη από τον υπό ψήφιση νόμο. Η εξήγηση περί αυτοδιοίκητου των Α.Ε.Ι. είναι αληθής, αλλά όχι επαρκής. Στην υπό κρίση περίπτωση, ιδρύεται Ανώτατη Σχολή με κατάργηση άλλων (Ανώτερων), οι οποίες όμως έχουν ισχύον, ειδικό νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο. Θα έπρεπε οι «καλές πρακτικές» για σειρά ζητημάτων (π.χ. αριθμός εισακτέων, οργάνωση εισαγωγικών εξετάσεων, πρόγραμμα σπουδών), που υπάρχουν ήδη στα νομοθετήματα των φορέων «προέλευσης», να έχουν μεταφερθεί στον ιδρυτικό νόμο.
ii. Θα αναμέναμε εντονότερο δεσμό του ιδρυθησόμενου Τμήματος με το Εθνικό Θέατρο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αλλά και στο διηνεκές, στη βάση ορισμένης έννομης σχέσης. Συνιστάται «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου», αλλά απουσιάζει ο μηχανισμός οργανικής, κανονιστικής και καλλιτεχνικής σύνδεσής του με το Εθνικό Θέατρο. Η ομωνυμία καθίσταται κενό γράμμα, που εύλογα θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί ακόμη και θεσμική «υφαρπαγή» του ονόματος, όταν δεν συνοδευτεί από την ουσία. Η παρουσία ενός μέλους, υποδεικνυόμενου από το Εθνικό Θέατρο, στα όργανα της όλης Σχολής, δεν αρκεί για να επιτευχθεί αποτελεσματικά αυτή η σύνδεση.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, τονίσαμε (και λάβαμε τη δέσμευση ότι θα εξεταστεί) ότι το εργαλείο της Προγραμματικής Σύμβασης, δεσμευτικό σχέδιο της οποίας προτάθηκε να τεθεί ως παράρτημα του νόμου, θα ήταν μια αποδεκτή θεσμική οδός, ώστε να ρυθμιστούν ζητήματα «μεταβίβασης» της καλλιτεχνικής τεχνογνωσίας και επίτευξης προγραμματικής συνεργασίας, και μάλιστα για σειρά ζητημάτων πέραν της απλής χρήσης των υποδομών (π.χ. προπαρασκευαστικά τμήματα/«φυτώριο», γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί προγράμματος σπουδών και διδασκαλίας, υποτροφιών, πρακτικής μαθητείας κ.λπ.).
Δεν κατανοούμε πώς αλλιώς το Τμήμα θα νομιμοποιείται να ανάγεται ονομαστικά και σημειολογικά στο Εθνικό Θέατρο.
iii. Θα αναμέναμε εναργέστερη κατανόηση και κατοχύρωση της φύσης των αναβαθμιζόμενων σπουδών ως σπουδών «παραστατικής τέχνης» (και όχι θεωρητικών ή υποκείμενων στη συνήθη φύση των «πανεπιστημιακών» σπουδών). Θα έπρεπε να «ανωτατοποιούνται» οι σπουδές στις παραστατικές τέχνες, με την εγγενή ιδιαιτερότητά τους, και όχι να «προσαρμόζονται» προκειμένου να «ανωτατοποιηθούν».
Σε ένα γενικότερο επίπεδο μεθόδου: Θα αναμέναμε να προταθεί ένα αυτοτελές, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τις παραστατικές σπουδές (προς το οποίο η πανεπιστημιακή νομοθεσία να εφαρμόζεται συμπληρωματικά) και όχι απλώς να εισάγονται εξαιρέσεις από αυτήν.
Χρειάζεται, δηλαδή, αντιστροφή της σχέσης κανόνα-εξαίρεσης. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη ρύθμιση των τυπικών προσόντων των διδασκόντων, όπου το διδασκόμενο αντικείμενο αντιμετωπίζεται κατ’ αποτέλεσμα ως θεωρητικό.
ΙΙΙ. Τα επόμενα βήματα
Το Εθνικό Θέατρο, κατόπιν και της κοινής συνεδρίασης των οργάνων του στις 27/2 και στις 2/3, θα υποβάλει αρμοδίως στην εν εξελίξει δημόσια διαβούλευση κατ’ άρθρο (αλλά, πρωτίστως, και εκτός άρθρων) παρατηρήσεις βασισμένες στους παραπάνω άξονες. Παρά την κρισιμότητα και των λοιπών ρυθμίσεων που αφορούν άλλες σημαντικές πτυχές της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, περιοριζόμενοι στον θεσμικό ρόλο μας, θα αναφερθούμε μόνο στις διατάξεις που αφορούν την Α.Σ.Π.Τ.
Αναγνωρίζουμε την ορθή επί της αρχής κατεύθυνση της νομοθετικής πρωτοβουλίας, στηρίζουμε αξιολογικά τον σκοπό της αναβάθμισης, αλλά εκτιμούμε ότι απαιτείται πρόσθετος χρόνος επεξεργασίας του προτεινόμενου νομοσχεδίου, ακόμη και με παράταση της διαβούλευσης. Χρειάζεται εμβάθυνση του διαλόγου και πρέπει να αναληφθούν πρόσθετες εγγυήσεις που θα κατοχυρώνουν θεσμικά την ιδιαιτερότητα της φύσης των σπουδών «παραστατικής» τέχνης ως αντικειμένου της ρύθμισης.
Μόνο έτσι το σκοπούμενο αποτέλεσμα θα δικαιώσει τις προσδοκίες της καλλιτεχνικής κοινότητας και θα υπηρετήσει αληθώς τους σκοπούς της Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως όλοι – Πολιτεία και φορείς – το επιθυμούμε.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου