Διαβάσαμε και προτείνουμε: Γηραιές Μωρές Παρθένες της Μάργκαρετ Ατγουντ
Γηραιές μωρές παρθένες της Μάργκαρετ Άτγουντ είναι μια συλλογή διηγημάτων όπου κοινωνικά ζητήματα, όπως τα γηρατειά, η μοναχικότητα, οι ανθρώπινες σχέσεις, οι οικογενειακοί δεσμοί και η απώλεια, μπλέκονται με έναν σχεδόν δυστοπικό τόνο. Όλα αυτά δοσμένα με τον μοναδικό σαρκασμό της συγγραφέως, όπως μόνο εκείνη ξέρει κάθε φορά.
Μέσα από δεκαπέντε μικρά
λογοτεχνικά διηγήματα, χωρισμένα σε τρεις ενότητες, η Άτγουντ μάς παρασύρει και
αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας. Το βιβλίο αποτελεί το πιο πρόσφατο
δείγμα γραφής της και αποδεικνύει περίτρανα πως συνεχίζει να αφουγκράζεται τη
σημερινή εποχή. Ο ίδιος ο τίτλος είναι δηλωτικός της πρόθεσής της: προετοιμάζει
τον αναγνώστη για ένα έργο που θα είναι και καυστικό και στοχαστικό.
Οι περιγραφές της είναι τόσο
ζωντανές και καθάριες, που μέσα από αυτές αναδύονται οι προσωπικές αγωνίες μας.
Πόσο μόνοι είμαστε τελικά σ’ αυτόν τον κόσμο; Και πόσο μαζί — αλλά ταυτόχρονα
χώρια; Η συγγραφέας, με αυτοαναφορικότητα και καυστικότητα, φτάνει στο σημείο
να πραγματοποιεί μια φανταστική συνέντευξη με τον ίδιο τον Τζορτζ Όργουελ. Η
"Νεκρή συνέντευξη" είναι από τα αγαπημένα μου διηγήματα του βιβλίου.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η σάτιρα σε ακραίους καιρούς είναι
ριψοκίνδυνη». Κι εδώ προκύπτει το βασανιστικό ερώτημα: πόσο δημοκρατικά
όντα είμαστε πραγματικά και πόσο συνάδει η ελευθερία του λόγου με το
κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι;
Άλλωστε, στο θάνατο πάντα είμαστε
μόνοι. Μόνοι γεννιόμαστε, μόνοι πεθαίνουμε. Όσο είμαστε ζωντανοί, όμως, τι
κάνουμε γι' αυτό;
Το τελευταίο μέρος της συλλογής
είναι και το πιο σκοτεινό. Μιλώντας για πόλεμο, μοναξιά και τη ματαιότητα της
ανθρώπινης ύπαρξης, η Άτγουντ σμιλεύει τα πιο ευάλωτα σημεία του νου μας. Πόσο
έρμαια των παθών και των λαθών μας είμαστε; Χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία
από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και με την παγωμένη γλώσσα της, παγιώνει μέσα μας
τη θλίψη — αλλά και την αλήθεια, την οποία συχνά εθελοτυφλούμε να αντικρίσουμε.
Δυνατά σημεία της συλλογής είναι
η περιγραφική δεινότητα και η γραφή της Άτγουντ, που καταφέρνει να αναδύει το
καλό μέσα από το κακό, την ελπίδα μέσα από τον πόνο και τον σαρκασμό. Στα
αδύναμα σημεία θα μπορούσε κανείς να εντάξει τη μετάφραση, η οποία σε κάποια
σημεία ίσως δεν αποδίδει επαρκώς τη σημασία των εννοιών.
Το διήγημα που έδωσε και τον
τίτλο στη συλλογή είναι αφιερωμένο στην εσωτερική κάθαρση και την αναγέννηση
και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της δύναμης του μυαλού και της ψυχής — ακόμη
και μέσα από τα χαλάσματα. Η μοναξιά μπορεί να γίνει σοφία. Και η σοφία μπορεί
να καταλήξει μοναξιά, αν δεν χρησιμοποιηθεί σωστά.
Τα ονόματα που επιλέγει η Άτγουντ
είναι κάπως παιδικά κάποιες φορές και ίσως χάνουν τη σπουδαιότητά τους — αλλά
και αυτό εντάσσεται στον σαρκασμό της. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου αποπνέεται
έντονα και το λυρικό, ποιητικό της ύφος, που οδηγεί σταδιακά στην κορύφωση του
λόγου.
Η Άτγουντ κατέχει σίγουρα μια θέση στις κορυφαίες και πιο ρηξικέλευθες συγγραφείς. Από την ιστορία της Πορφυρής Δούλης μέχρι το παρόν έργο, δεν φοβάται να τσαλακωθεί και να θίξει ζητήματα όπως η μοναχικότητα, η ολιγαρχία, η ανδροκρατία και η θέση της γυναίκας ως εργαλείο του άνδρα. Χαιρόμαστε πραγματικά που ανακαλύψαμε και αυτό το μικρό της διαμαντάκι!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου