Στέλιος Βραχνής: "Η ήττα για μένα, ή αλλιώς η πτώση, ακόμα καλύτερα, είναι, με έναν τρόπο, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου".
Ο Στέλιος Βραχνής επιστρέφει με μια παράσταση που αρνείται τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Στον «Άη Λαό» η μουσική του Δημήτρη Λάγιου συνομιλεί με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, συνθέτοντας ένα σκηνικό ρέκβιεμ για την ήττα, τη μνήμη και την ανθρώπινη αντοχή. Με αφετηρία δύο εμβληματικά έργα και οδηγό το ένστικτο, ο σκηνοθέτης δημιουργεί μια προσωπική σκηνική κατάδυση, όπου ο λόγος, η μουσική, το σώμα και η εικόνα συνυπάρχουν σε μια ενιαία θεατρική εμπειρία. Λίγο πριν από την παρουσίαση της παράστασης, μιλά για τη γέννηση αυτής της τολμηρής σύνθεσης, τη διαχρονική δύναμη των «Τρωάδων» και την ανάγκη η τέχνη να συνομιλεί με το τραγικό παρόν.
Στην παράσταση ο «Άη Λαός» δεν παρουσιάζεται ως μια συναυλία ούτε οι «Τρωάδες» ως μια κλασική ανάγνωση του Ευριπίδη. Πώς γεννήθηκε η ιδέα να ενώσετε αυτά τα δύο εμβληματικά έργα σε μία ενιαία σκηνική αφήγηση;
Αυτό καταλαβαίνω ότι αποτελεί καίριο ερώτημα. Παρ' όλα αυτά, δεν έχω μια σαφή απάντηση, μιας και πάρα πολλά πράγματα στην τέχνη μου πηγάζουν – και επιτρέπω μάλιστα να πηγάζουν – οργανικά, αυθόρμητα, άκριτα, χωρίς να τα πολυεπεξεργάζομαι. Αυτή είναι μια πολύ βασική μου στάση στην τέχνη: επιτρέπω αφού πρώτα ερευνήσω βαθιά το υλικό μου, το ένστικτο και ο πυρήνας μου να διαμορφώσει το τοπίο και τα πράγματα. Το μουσικό έργο του Δημήτρη Λάγιου το ανακάλυψα στα γυμνασιακά μου χρόνια, στο Καλλιτεχνικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, και κάτι μετακίνησε βαθιά μέσα μου. Φέτος ένιωσα την ανάγκη να επιτρέψω σε αυτό το ορμέμφυτο ή ανομολόγητο πόθο μου να πάρει σάρκα και οστά.
Η συνομιλία του «Άη Λαού» με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη επίσης έγινε εντελώς αυτόματα μέσα μου. Πιστεύω πως όλα τα σημαντικά έργα, σε όποιο είδος κι αν ανήκουν ή σε όποια εποχή κι αν γράφτηκαν, έχουν κρυφούς δεσμούς μεταξύ τους, αν όχι ότι ενέχει το ένα μέσα του το άλλο. Ο δίσκος του Λάγιου αφηγείται, με έναν τρόπο, τις πληγές μιας ολόκληρης γενιάς μέσα στην ιστορία των πραγμάτων, ενώ οι «Τρωάδες» φέρουν, 2.500 χρόνια μετά, ενώπιόν μας ένα τοπίο το οποίο συνομιλεί άρρηκτα με αυτό που ζούμε εμείς και αρκετές χώρες πολύ κοντά μας.
Αν σας βοηθάει λίγο περισσότερο: ο «Άη Λαός» που παρουσιάζουμε δεν είναι πια ούτε το έργο του Δημήτρη Λάγιου ακριβώς ούτε όμως οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη. Είναι μια άκρως προσωπική κατάδυση, μια Νέκυια προς το οδυνηρό, ένα άκρως προσωπικό μου ταξίδι, το οποίο φιλοδοξώ να αποτελέσει προσωπικό ταξίδι και για όλους αυτούς που θα το δουν.
Χαρακτηρίζετε την παράσταση «σκηνικό ρέκβιεμ για την ήττα ενός λαού». Τι σημαίνει για εσάς η έννοια της ήττας; Είναι μόνο ιστορική ή αφορά και τον σύγχρονο άνθρωπο;
Η ήττα για μένα, ή αλλιώς η πτώση, ακόμα καλύτερα, είναι, με έναν τρόπο, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να πέφτει και να σηκώνεται, για να ξαναπέσει. Η βαρύτητα είναι ισχυρότερη από αυτόν και, μάλιστα, είναι εκείνη που επιβεβαιώνει ουσιαστικά ποιος είναι. Αυτό δεν αφορά μόνο τον σύγχρονο άνθρωπο αλλά γενικά τον άνθρωπο στον πυρήνα του.
Η ήττα δεν είναι μία· έρχεται και ξανάρχεται. Η Εκάβη ξεκινά από την ήττα, στο χώμα. Σηκώνει το κεφάλι της, παλεύει να σταθεί στα δυο της πόδια, έπειτα ξαναπέφτει και τούμπαλιν. Αυτή είναι η φυσική πορεία του ανθρώπου, η φυσική πορεία της θνητότητας.
Οπότε αυτός ο υπότιτλος υποδηλώνει και καλύπτει, τουλάχιστον για μένα, δύο βασικούς κρατήρες. Πρώτον, ο όρος «σκηνικό ρέκβιεμ» μας σκιαγραφεί, στο περίπου, ότι πρόκειται για κάτι που ενέχει μέσα του τόσο τη θεατρική όσο και τη μουσική συνθήκη. Ο δεύτερος κρατήρας αφορά την ήττα, όπως προείπα, αλλά όχι την ατομική· την ήττα μιας ολόκληρης γενιάς, μιας ολόκληρης εποχής.
Οι «Τρωάδες» παραμένουν ένα από τα πιο αντιπολεμικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Πιστεύετε ότι σήμερα, μέσα στις διαρκείς πολεμικές συγκρούσεις και τις προσφυγικές κρίσεις, αποκτούν μια νέα και πιο επείγουσα επικαιρότητα;
Το τραγικό παρόν είναι εκείνο που μπορεί, με τρόπο καίριο, να φωτίσει ουσιαστικά ένα έργο τέχνης. Θεμελιώδης κρίκος και βασικός συμπαίχτης μας στο θέατρο είναι ο χρόνος και ο χώρος. Εννοείται πως η φρικωδία που ζούμε σε όλους τους τομείς, στη χώρα και στον πλανήτη, μάς ωθεί να δούμε τις «Τρωάδες» με ένα πολύ πιο ουσιαστικό και βιωμένο βλέμμα.
Θα ήθελα όμως να σταθώ λίγο στον όρο «αντιπολεμικό» που χρησιμοποιήσατε. Δεν ξέρω αν οι «Τρωάδες» αποτελούν απλώς ένα αντιπολεμικό έργο, όσο περισσότερο ένα έργο που γράφτηκε από έναν Έλληνα ποιητή, ο οποίος έδωσε φωνή σε έναν ξένο λαό που ηττήθηκε ανεπανόρθωτα από τους Έλληνες, και αυτό όλο παρουσιάστηκε τότε επίσης μπροστά σε ελληνικό κοινό. Αυτό, για μένα, είναι η βάση.
Η φράση που υπάρχει μέσα στο κείμενο, «Ντροπή σε όλους τους Έλληνες», αποκτά πολύ μεγαλύτερη ισχύ και βάθος ακριβώς επειδή τη γράφει ένας Έλληνας ποιητής και την απευθύνει σε ελληνικό κοινό. Βρίσκονται άραγε σήμερα τόσο τολμηρά έργα;
Η μουσική του Δημήτρη Λάγιου, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου, αποτελεί ισχυρό κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Πώς προσεγγίσατε αυτό το εμβληματικό υλικό χωρίς να χαθεί η αυθεντικότητά του, αλλά και χωρίς να εγκλωβιστεί στη νοσταλγία;
Παρόλο που η ερμηνεία της Μπέλλου σφράγισε τον δίσκο του Λάγιου, αποπειράθηκα να εστιάσω αποκλειστικά και μόνο στους στίχους του Μπουρμπούλη ως δραματουργία και στον λαό που φέρουν αυτοί οι στίχοι. Επομένως, πολύ γρήγορα ξέφυγα από την ερμηνεία της Μπέλλου και άρχισα, μαζί με την αγαπημένη μου Σοφία Γιολδάση και τον Θωμά Λαζάρου, να ερευνώ εκ νέου το μουσικό και στιχουργικό τοπίο, σαν να γεννήθηκε τώρα και να αναζητά φωνή και σώμα για να ενσαρκωθεί στο εδώ και στο τώρα.
Αυτό ήταν αποκαλυπτικό, διότι έτσι κάθε τραγούδι μετατράπηκε σε τόπο μέσα στον τόπο. Οι ενορχηστρώσεις και οι φωνές μυρίζουν Βυζάντιο και Δύση, παλεύοντας να συμφιλιώσουν αυτούς τους δύο αντίθετους κόσμους.
Στο κέντρο της σκηνής τοποθετείτε μια εγκατάσταση από δύο χιλιάδες ανδρικά ρούχα, σύμβολα των απόντων σωμάτων. Πώς λειτουργεί αυτή η εικόνα μέσα στη δραματουργία και τι θα θέλατε να γεννήσει στον θεατή;
Αυτό επίσης δεν μπορώ να σας το απαντήσω με ακρίβεια. Ήταν το πρώτο πράγμα που είχα ανάγκη, αποφασίζοντας να επιχειρήσω να φτιάξω αυτό το έργο. Προσωπικά δεν μου αρέσει η «σκηνογραφία» με την τυπική έννοια. Προτιμώ οτιδήποτε έχει μέσα του κάτι το πραγματικό, οτιδήποτε μου αποκαλύπτει τον πυρήνα του έργου ερήμην μου.
Επάνω στη σκηνή θα υπάρχουν όντως 2.500 ανδρικά σακάκια νεκρών, που μου παραχώρησε η Άρσις. Αυτό δεν είναι σκηνογραφία. Είναι μνημείο. Είναι κάτι πραγματικό, τόσο για το κοινό όσο και για τους καλλιτέχνες επί σκηνής. Οι ίδιοι οι ηθοποιοί που πατούν πάνω σε αυτό μουδιάζουν μέχρι και σήμερα· δεν τους είναι απλό. Αυτό ήθελα. Την κινητοποίηση όλου του οργανισμού του ηθοποιού απέναντι σε αυτό το τοπίο που πατάει.
Η παράσταση βασίζεται στη συνύπαρξη λόγου, μουσικής, σώματος και χορού. Πόσο απαιτητικό είναι να ισορροπήσουν όλα αυτά τα εκφραστικά μέσα ώστε να υπηρετούν την ίδια αφήγηση και όχι να λειτουργούν αυτόνομα;
Εξαιρετικά πολύ. Αφάνταστα δύσκολο. Και προϋποθέτει πολύ μεγάλη έρευνα και προσήλωση. Ο στόχος είναι να μη γίνεται αντιληπτό τίποτα, όλα να αποτελούν έναν ενιαίο οργανισμό, σαν να ήταν πάντοτε γραμμένο έτσι.
Οι γυναίκες της Τροίας γίνονται οι βασικοί φορείς της μνήμης και της επιβίωσης μετά την καταστροφή. Τι σας συγκινεί περισσότερο σε αυτές τις μορφές και γιατί θεωρείτε ότι εξακολουθούν να συνομιλούν τόσο άμεσα με το σήμερα;
Θα σας πω δύο στιγμές ή σκέψεις μου πάνω στον «Άη Λαό» που με παραλύουν. Η πρώτη είναι το τελευταίο βλέμμα αυτών των γυναικών πριν αφήσουν για πάντα τη χώρα, το σπίτι, τους νεκρούς τους. Αυτή η βουβή στιγμή βίαιου αποχωρισμού από τον πιο προσωπικό τους χώρο.
Η δεύτερη σκέψη μου είναι το ζήτημα της Εκάβης. Η Εκάβη αποτελεί και γυναίκα αλλά και, με έναν τρόπο, την ίδια την Τροία. Υπάρχει μέσα σε αυτό το αρχέτυπο η αναλογία χώρα και γυναίκα, όπως στο έργο του αγαπημένου μου Δημήτρη Δημητριάδη «Πεθαίνω σαν χώρα». Η Εκάβη, λοιπόν, πεθαίνει σαν χώρα και η Χώρα πεθαίνει σαν την Εκάβη. Αυτή η σχέση μου φαίνεται αδιαχείριστη και εξαιρετικά ουσιαστική.
Αν ο θεατής φεύγοντας από το θέατρο κρατούσε μόνο μία εικόνα, μία σκέψη ή ένα συναίσθημα από τον «Άη Λαό», ποιο θα θέλατε να είναι;
Να αφήσει τη μουσική του Λάγιου, τον σκοτεινό λόγο του Ευριπίδη και το παλλόμενο σώμα των ηθοποιών να τον πολιορκήσουν μέχρι το τελευταίο του κύτταρο. Αυτό θα επιθυμούσα όσο τίποτα. Η πλατεία και η ορχήστρα να φτάσουν να γίνουν ένα ενιαίο πεδίο. Ο Άνθρωπος απέναντι στον Άνθρωπο.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου