Ειρήνη Χιώτη: "Ο Παρθενώνας δεν είναι ένα σύνολο από ανεξάρτητα κομμάτια, αλλά ένα ενιαίο έργο, όπως ενιαία είναι και η ιστορία, η μνήμη και η ταυτότητά μας".
Η Καρυάτιδα ως σύμβολο μνήμης, απώλειας και επιστροφής γίνεται η αφηγήτρια στο νέο μυθιστόρημα της Ειρήνης Χιώτη «Η επιστροφή του κενού». Με αφετηρία ένα από τα πιο φορτισμένα σύμβολα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, η συγγραφέας δημιουργεί μια ιστορία όπου η Ιστορία συναντά τη μυθοπλασία και η συλλογική μνήμη συνομιλεί με την ανθρώπινη εμπειρία της ξενότητας και της νοσταλγίας. Η Ειρήνη Χιώτη μιλά για τη δύναμη της απουσίας, τη σημασία της επιστροφής και για το πώς ένα μαρμάρινο πρόσωπο μπορεί να μετατραπεί σε μια βαθιά ανθρώπινη φωνή.
-Στο βιβλίο σας Η επιστροφή του κενού επιλέγετε να δώσετε φωνή σε μία Καρυάτιδα. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε σε αυτή την επιλογή και τι σας επέτρεψε να εκφράσετε λογοτεχνικά μέσα από αυτή τη ματιά που ίσως δεν θα μπορούσε να ειπωθεί από έναν ανθρώπινο αφηγητή;
Συχνά διαχωρίζουμε στο μυαλό μας τον φυσικό κόσμο από τον συναισθηματικό μας κόσμο, ενώ στην πραγματικότητα είναι αδιαχώριστοι. Τα συναισθήματά μας διαμορφώνονται από όσα βλέπουμε, από όσα αγγίζουμε και από τους τόπους και τα σύμβολα που μας περιβάλλουν. Ο φυσικός κόσμος δεν υπάρχει απλώς γύρω μας· γίνεται μέρος αυτού που είμαστε. Η Καρυάτιδα είναι μέρος του εαυτού μας, όπως κι εμείς είμαστε μέρος της. Δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εμάς, όπως κι εμείς δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε πραγματικά τη συλλογική μας ψυχή ως Έλληνες όσο ένα κομμάτι του φυσικού κόσμου που διαμορφώνει την ταυτότητά μας παραμένει πληγωμένο ή απόν. Γεννήθηκε πάνω σε ελληνική γη, σμιλεύτηκε από ελληνικό μάρμαρο και ανήκει όχι μόνο σε έναν τόπο, αλλά και στη συνείδηση ενός ολόκληρου έθνους. Της έδωσα φωνή γιατί, με έναν τρόπο, είχε ήδη μία. Είναι η φωνή που υπάρχει μέσα σε κάθε Έλληνα που νιώθει τον πόνο του αποχωρισμού από την πατρίδα του και την πολιτιστική του κληρονομιά. Δίνοντάς της τον ρόλο της αφηγήτριας, μπόρεσα να εκφράσω κάτι που ίσως ένας ανθρώπινος αφηγητής δεν θα μπορούσε να αποδώσει με την ίδια δύναμη: ότι ο δεσμός ανάμεσα στους ανθρώπους και την πολιτιστική τους κληρονομιά δεν είναι απλώς συμβολικός· είναι ζωντανός. Η νοσταλγία της είναι η δική μας νοσταλγία, η απώλειά της είναι η δική μας απώλεια και η ελπίδα της για επιστροφή είναι, σε μεγάλο βαθμό, και δική μας.
-Πώς δουλέψατε αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στον βίαιο αποχωρισμό της Καρυάτιδας από τον τόπο της και στη σύγχρονη εμπειρία της απώλειας, της ξενότητας και του ανήκειν;
Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι Έλληνες αναγκάστηκαν πολλές φορές να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους· άλλοτε για να επιβιώσουν και άλλοτε επειδή εκδιώχθηκαν από την κατοχή, τον πόλεμο ή τους διωγμούς. Εκείνο όμως που τους έδινε πάντοτε τη δύναμη να αντέξουν τη ζωή στην ξενιτιά ήταν ο άρρηκτος δεσμός τους με την Ελλάδα: με τη γη της, την ιστορία της και τη συλλογική πολιτιστική της μνήμη. Όπως ο Οδυσσέας, έτσι και οι Έλληνες της διασποράς δεν παύουν ποτέ να νοσταλγούν την επιστροφή στην πατρίδα. Όσο μακριά κι αν βρεθούν, όσες γενιές κι αν περάσουν, η ιδέα της επιστροφής παραμένει ζωντανή μέσα τους. Η Καρυάτιδα ενσαρκώνει ακριβώς αυτή την εμπειρία. Δεν έφυγε από την Ελλάδα με τη θέλησή της· αποσπάστηκε βίαια από τη γη όπου γεννήθηκε και δημιουργήθηκε, όπως ακριβώς αμέτρητοι Έλληνες αναγκάστηκαν, μέσα στους αιώνες, να εγκαταλείψουν τους τόπους που αποκαλούσαν πατρίδα. Γι’ αυτό και η λαχτάρα της να επιστρέψει είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη νοσταλγία ενός αγάλματος· εκφράζει μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία. Είναι η νοσταλγία της εξορίας, του αποχωρισμού και της ανάγκης να ανήκεις κάπου. Με πολλούς τρόπους, ο πόνος που κουβαλά η Καρυάτιδα είναι ένας πόνος που καταλαβαίνουν πολλοί Έλληνες. Είτε ζούμε μακριά από την πατρίδα για λίγα χρόνια, είτε για δεκαετίες, είτε για ολόκληρες γενιές, ένα κομμάτι της ψυχής μας παραμένει πάντα στραμμένο προς την Ελλάδα, με την ελπίδα ότι ό,τι χωρίστηκε θα μπορέσει κάποτε να ξαναενωθεί.
–Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στην ιστορική τεκμηρίωση και στη μυθοπλασία, ώστε η αφήγηση να παραμένει ταυτόχρονα πειστική, ποιητική και βαθιά ανθρώπινη;
Στα ακαδημαϊκά κείμενα οφείλουμε να παραμένουμε πιστοί στα ιστορικά γεγονότα. Ωστόσο, η συναισθηματική διάσταση ενός θέματος συχνά μένει κρυμμένη πίσω από αυτά. Η Ιστορία μπορεί να μας πει τι συνέβη, αλλά δεν μπορεί πάντοτε να μας κάνει να νιώσουμε πώς ήταν να το ζει κανείς. Χρειαζόμουν τα ιστορικά γεγονότα για να αναδείξω την Καρυάτιδα ως μάρτυρα της πορείας των αιώνων. Χρειαζόμουν όμως και τη μυθολογία ως λογοτεχνικό εργαλείο, ώστε να συνδέσω τον αναγνώστη με τη συναισθηματική εμπειρία του τι σημαίνει να είσαι Έλληνας. Ο μύθος έχει τη μοναδική ικανότητα να εκφράζει αλήθειες που τα ίδια τα γεγονότα, από μόνα τους, αδυνατούν να αποδώσουν. Η θεά Μνημοσύνη μάς υπενθυμίζει ότι όλοι κουβαλάμε μέσα μας ένα παρελθόν· ένα παρελθόν που διαμορφώνει την ταυτότητά μας και μας δείχνει πού πραγματικά ανήκουμε. Η Αθηνά, μέσα από την Παρηγορία, απευθύνεται στη συναισθηματική μας φύση. Μας θυμίζει ότι μέσα στον καθένα μας υπάρχει ένα κομμάτι της Καρυάτιδας: ένα κομμάτι που θυμάται, που νοσταλγεί και που εξακολουθεί να ελπίζει στην αποκατάσταση, στην επανένωση και στην επιστροφή.
–Τι σημαίνει για εσάς αυτό το κενό; Είναι μόνο το αποτύπωμα της αρπαγής ή και μια ευρύτερη μεταφορά για τις ρωγμές της μνήμης, της ταυτότητας και της συλλογικής μας αυτοσυνειδησίας;
Η απουσία δεν είναι κενό. Είναι ένας χώρος με τη δική του παρουσία, το δικό του νόημα και το δικό του συναισθηματικό βάρος. Μπορεί να εκφράζει τον πόνο, την απώλεια, την εξορία, τη σκόπιμη λήθη ή τη βίαιη ρήξη που προκαλεί η Ιστορία. Κάθε απουσία υπάρχει για κάποιο λόγο· είναι το αποτύπωμα που αφήνει πίσω του κάτι που αφαιρέθηκε. Με αυτή την έννοια, η απουσία γίνεται και η ίδια μέρος της Ιστορίας. Μας υπενθυμίζει όχι μόνο όσα χάθηκαν, αλλά και γιατί χάθηκαν και τι μας δίδαξαν αυτές οι απώλειες. Κάποιες φορές, αυτό που λείπει μιλά πιο δυνατά από αυτό που εξακολουθεί να υπάρχει. Το κενό που αφήνει πίσω του διαφυλάσσει τη μνήμη, μας καλεί σε περισυλλογή και μας υπενθυμίζει την ευθύνη μας να μην ξεχάσουμε ποτέ εκείνο που δεν θα έπρεπε να είχε λείψει εξαρχής.
–Η Καρυάτιδά σας βιώνει τη μοναξιά, την απώλεια, τη νοσταλγία και την ελπίδα της επιστροφής με έναν τρόπο σχεδόν ανθρώπινο, χωρίς όμως να παύει να είναι μάρμαρο, σύμβολο, μνημείο. Πόσο σας ενδιέφερε αυτή η διαρκής ταλάντωση ανάμεσα στο άγαλμα και στο πρόσωπο, ανάμεσα στην ακινησία της ύλης και στη ζωντανή εσωτερική της φωνή;
Όταν άρχισα να γράφω το μυθιστόρημα, σχεδόν αμέσως έπαψα να βλέπω την Καρυάτιδα ως ένα άψυχο αντικείμενο. Στο μυαλό μου έγινε μια ανθρώπινη παρουσία. Έπιασα τον εαυτό μου να συνομιλεί μαζί της, να σκέφτεται μέσα από εκείνη και να αντικρίζει τον κόσμο μέσα από τα δικά της μάτια. Για να αφηγηθώ την ιστορία της με αλήθεια, έπρεπε να γίνω η ίδια· να βιώσω τον κόσμο όπως τον είχε βιώσει κι εκείνη: έναν κόσμο που, από τη μία, την αδίκησε και την απομάκρυνε βίαια από τον τόπο της και, από την άλλη, αιώνες πριν, τη δημιούργησε με τόσο μοναδική έμπνευση και ομορφιά. Παραδόξως, αυτό ήρθε πολύ φυσικά. Από τη στιγμή που επέτρεψα στον εαυτό μου να δει τον κόσμο μέσα από τη δική της οπτική, έπαψε να είναι μια σιωπηλή μαρμάρινη μορφή. Έγινε φωνή, μνήμη και συναίσθημα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν έγραφα πλέον για την Καρυάτιδα· έγραφα μαζί της.
–Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο έχει η σχέση της ηρωίδας με τη Μνημοσύνη, αλλά και με την Παρηγοριά, το περιστέρι που της φέρνει τα νέα του κόσμου. Ποιον ρόλο παίζουν για εσάς αυτές οι μορφές μέσα στο μυθιστόρημα;
Καθώς έγραφα για τα ιστορικά γεγονότα που βίωσε η Καρυάτιδα μέχρι τη στιγμή της αρπαγής της, συνειδητοποίησα ότι όσα θα ακολουθούσαν θα ήταν ακόμη πιο οδυνηρά. Θυμάμαι να φτάνω σε εκείνο το σημείο του μυθιστορήματος και να νιώθω πως είχα μπλοκάρει εντελώς. Συνέχεια αναρωτιόμουν: «Πώς μπορεί να αντέξει όλα αυτά ολομόναχη;» Μέχρι τότε είχε τις αδελφές της. Στέκονταν μαζί. Μοιράζονταν το ίδιο βάρος. Τώρα όμως ήταν μόνη, μακριά από την πατρίδα της, χωρίς κανέναν να τη συντροφεύει και να την παρηγορεί. Και τότε συνέβη κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Ο σύζυγός μου μπήκε στο μικρό μου γραφείο κρατώντας ένα μικροσκοπικό πουλάκι που είχε πέσει από τη φωλιά του και το ακούμπησε απαλά πάνω στο γραφείο μου. (Έχω ακόμη μερικές φωτογραφίες του.) Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να μου είχε δώσει η ίδια η ιστορία την απάντηση που αναζητούσα. Αμέσως γεννήθηκε στο μυαλό μου η ιδέα της Παρηγορίας. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή δημιουργήθηκε ως χαρακτήρας. Δεν ήταν απλώς ένα ακόμη πρόσωπο της ιστορίας, αλλά η συμπονετική παρουσία που είχε ανάγκη η Καρυάτιδα για να αντέξει τη μοναξιά της. Η Παρηγορία έγινε η φωνή της παρηγοριάς, της ελπίδας και της συντροφιάς, όταν η Ιστορία είχε αφήσει την Καρυάτιδα ολομόναχη. Ύστερα ήρθε φυσικά και μια δεύτερη σκέψη. Από τα παλιά χρόνια τα περιστέρια μετέφεραν μηνύματα σε μακρινούς τόπους, ενώνοντας ανθρώπους που τους χώριζαν ο πόλεμος, η εξορία και ο χρόνος. Έτσι φαντάστηκα την Παρηγορία να μεταφέρει στην Καρυάτιδα τα νέα του κόσμου, κουβαλώντας αποκόμματα εφημερίδων στα φτερά της. Με αυτόν τον τρόπο, η Καρυάτιδα μπορούσε να συνεχίσει να γίνεται μάρτυρας της Ιστορίας, ακόμη κι αν παρέμενε αιχμάλωτη, μακριά από τη γη όπου γεννήθηκε και όπου πραγματικά ανήκε.
–Η αφήγησή σας αγγίζει αναπόφευκτα και το ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα, χωρίς να περιορίζεται σε μια μονοδιάστατη ιστορική ή πολιτική ανάγνωση. Πώς θέλατε να τοποθετηθεί το βιβλίο μέσα σε αυτή τη μεγάλη συζήτηση; Όλα είναι ένα. Και ένα είναι όλα.
Δεν ήθελα το βιβλίο να τοποθετηθεί μόνο στη συζήτηση για την επιστροφή ενός γλυπτού. Ήθελα να υπενθυμίσει ότι ο Παρθενώνας δεν είναι ένα σύνολο από ανεξάρτητα κομμάτια, αλλά ένα ενιαίο έργο, όπως ενιαία είναι και η ιστορία, η μνήμη και η ταυτότητά μας. Δεν έχει νόημα να επιστρέψει ένα μέρος και να παραμείνουν τα υπόλοιπα διασκορπισμένα. Όπως οι έξι Καρυάτιδες δημιουργήθηκαν για να στέκονται μαζί, έτσι και τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο. Για μένα, το ζήτημα δεν είναι μόνο ιστορικό ή πολιτικό. Είναι βαθιά ανθρώπινο. Όταν ένα κομμάτι αποσπάται από το σύνολο, δεν τραυματίζεται μόνο το ίδιο· τραυματίζεται και το σύνολο. Η απουσία δημιουργεί ένα κενό που γίνεται μέρος της συλλογικής μας μνήμης. Το βιβλίο δεν γράφτηκε για να υποστηρίξει ένα πολιτικό επιχείρημα, αλλά για να θυμίσει κάτι πολύ απλό: κάποια πράγματα δημιουργήθηκαν για να είναι μαζί. Και όταν επανενώνονται, δεν αποκαθίσταται μόνο ένα μνημείο· αποκαθίσταται ένα κομμάτι της κοινής μας ψυχής.
-Ποια θα λέγατε ότι είναι η ουσιαστικότερη επιστροφή που αναζητά η δική σας Καρυάτιδα;
Η επιστροφή που αναζητά η Καρυάτιδά μου δεν είναι μόνο η επιστροφή σε έναν γεωγραφικό τόπο. Είναι η επιστροφή στην ολότητα. Η επιστροφή στις αδελφές της, στη γη από την οποία γεννήθηκε, στην ιστορία που τη διαμόρφωσε και στον φυσικό χώρο για τον οποίο δημιουργήθηκε. Πιστεύω ότι όλοι μας αναζητούμε κάποια μορφή επιστροφής. Επιστροφή στην πατρίδα, στις ρίζες μας, στους ανθρώπους που αγαπήσαμε ή ακόμη και σε ένα κομμάτι του εαυτού μας που χάσαμε στην πορεία της ζωής. Η Καρυάτιδα κουβαλά αυτή την πανανθρώπινη ανάγκη. Γι’ αυτό η ιστορία της δεν αφορά μόνο ένα αρχαίο γλυπτό· αφορά όλους εμάς. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη επιστροφή που αναζητά να είναι η επιστροφή της μνήμης. Γιατί όταν θυμόμαστε ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και τι μας ενώνει, τότε βρίσκουμε και τον δρόμο της επιστροφής. Η επανένωση της Καρυάτιδας με τις αδελφές της θα είναι βέβαια μια πράξη ιστορικής δικαιοσύνης. Όμως η ουσιαστικότερη επιστροφή είναι η επανένωση του ανθρώπου με τη μνήμη, την ταυτότητα και την ψυχή του. Εκεί βρίσκεται η πραγματική της πατρίδα.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου