Νάνα Σιμόπουλος: "Η συνεργασία με μια τόσο σπουδαία ευρωπαϊκή ορχήστρα, όπως η Czech Studio Orchestra, άλλαξε ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τις ίδιες μου τις συνθέσεις".

Η Νάνα Σιμόπουλος επιστρέφει με το Between Worlds, ένα έργο που κινείται ανάμεσα σε μουσικά είδη, πολιτισμούς και προσωπικές μνήμες. Με τη δύναμη της συμφωνικής ορχήστρας, στοιχεία τζαζ, world music και ελληνικής παράδοσης, το άλμπουμ αφηγείται ένα ταξίδι συνύπαρξης και δημιουργικής σύνθεσης. Στη συζήτησή μας, η συνθέτρια και μουσικός μιλά για τις αφετηρίες του έργου, τις καλλιτεχνικές επιρροές που το διαμόρφωσαν και το όραμά της για μια μουσική χωρίς σύνορα.

 
Νάνα Σιμόπουλος – BetweenWorlds

Ο τίτλος Between Worlds υποδηλώνει μετάβαση και συνύπαρξη διαφορετικών πραγματικοτήτων. Ποιοι είναι αυτοί οι “κόσμοι” που συνομιλούν μέσα στο νέο σας άλμπουμ;

Οι "κόσμοι" που συνομιλούν στο άλμπουμ είναι τόσο μουσικοί όσο και βαθιά προσωπικοί, γεωγραφικοί και χρονικοί.

Ο πρώτος και πιο εμφανής κόσμος είναι αυτός των διαφορετικών μουσικών παραδόσεων. Στο Between Worlds υπάρχει ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στη γραφή της σύγχρονης κλασικής μουσικής, με όλη τη δυναμική της εμβέλεια, την πειθαρχία και την εκφραστική της ελευθερία, και τη δομή της τζαζ, η οποία βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό αλλά απαιτεί ταυτόχρονα μια πολύ αυστηρή εσωτερική αρχιτεκτονική. Αυτοί οι δύο κόσμοι ενώνονται με τους γήινους, αρχέγονους ήχους της world music: η δυτική συμφωνική ορχήστρα συναντά τη γλυκιά μελαγχολία του ινδικού φλάουτου μπανσούρι και την εκρηκτική ενέργεια των παραδοσιακών ελληνικών ρυθμών. Αν και σε αυτό το άλμπουμ επικεντρώνομαι στην ορχήστρα, αυτή η συνάντηση διαφορετικών παραδόσεων με ακολουθεί πάντα· σε προηγούμενες δουλειές και παραστάσεις μου, η κιθάρα και το σιτάρ ήταν τα όργανα-κλειδιά που ένωναν αυτούς τους δύο διαφορετικούς κόσμους.

Ο δεύτερος κόσμος είναι γεωγραφικός και πολιτισμικός. Είναι η μόνιμη συνομιλία ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Ελλάδα. Από τη μία πλευρά, η αστική ένταση, ο ηλεκτρισμός και η πολυπολιτισμικότητα της αμερικανικής μεγαλούπολης, και από την άλλη, το φως, η απλότητα, η ιστορία και η συναισθηματική ζεστασιά της Ελλάδας.

Τέλος, υπάρχει ένας κόσμος χρονικός, μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Όταν ακούτε το μαντολίνο στον δίσκο, για μένα δεν είναι απλά ένα όργανο· είναι ένας κόσμος αναμνήσεων που ξυπνά, μια συνομιλία με τον παππού μου, τον Μιχάλη Σιμόπουλο, και την ιστορική Αθηναϊκή Μαντολινάτα του 1920.

Όλοι αυτοί οι κόσμοι δεν συγκρούονται· αντίθετα, συνυπάρχουν, συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον και αποδεικνύουν ότι η μουσική δεν έχει σύνορα. Είναι μια κοινή, παγκόσμια γλώσσα που μας ενώνει όλους.

Το έργο ηχογραφήθηκε από την Czech Studio Orchestra. Πώς επηρέασε η συνεργασία με μια μεγάλη ευρωπαϊκή ορχήστρα τη σύνθεση και την τελική μορφή της μουσικής σας;

Η συνεργασία με μια τόσο σπουδαία ευρωπαϊκή ορχήστρα, όπως η Czech Studio Orchestra, άλλαξε ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τις ίδιες μου τις συνθέσεις. Όταν γράφεις μουσική για μήνες στον υπολογιστή σου, χρησιμοποιώντας ψηφιακά δείγματα ήχων (samples), έχεις μια πολύ συγκεκριμένη, ελεγχόμενη εικόνα. Όμως, η στιγμή που 50 επαγγελματίες μουσικοί παίρνουν τις νότες σου και τους δίνουν πνοή όλοι μαζί στο στούντιο, είναι μια εμπειρία που σου προκαλεί δέος. Η ορχήστρα προσέφερε στη μουσική μου έναν τεράστιο πλούτο ηχοχρωμάτων, μια βαθιά ζεστασιά και μια δυναμική εμβέλεια που κανένα μηχάνημα δεν μπορεί να αντικαταστήσει.

Ωστόσο, η επιρροή αυτής της συνεργασίας στην τελική μορφή του άλμπουμ είχε και τις προκλήσεις της. Όταν πήρα τις ηχογραφήσεις στα χέρια μου, συνειδητοποίησα ότι ο ήχος στα tracks χρειαζόταν τεράστια επεξεργασία για να αποτυπώσει ακριβώς τη μαγεία που ένιωσα ζωντανά μέσα στο στούντιο. Χρειάστηκε να κάνω πάρα πολύ απαιτητική και λεπτομερή δουλειά στο μοντάζ (editing).

Η πραγματική μεταμόρφωση της μουσικής έγινε κατά τη διάρκεια της μείξης (mixing). Εκεί, μέρα με τη μέρα, η αρχιτεκτονική του ήχου άλλαζε μορφή. Η συνεργασία με την ορχήστρα με ανάγκασε να γίνω πιο σχολαστική, να σκάψω πιο βαθιά στις λεπτομέρειες των συχνοτήτων και να ισορροπήσω τον τεράστιο όγκο των κλασικών οργάνων με τα σολιστικά παραδοσιακά στοιχεία, όπως το ινδικό φλάουτο. Το τελικό αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου· η ορχήστρα έδωσε φτερά στις συνθέσεις μου, επιτρέποντάς τους να "πετάξουν" ελεύθερες στον κόσμο

Στο άλμπουμ συναντάμε επιρροές από κινηματογράφο, σύγχρονο χορό και immersive art. Πώς διαμορφώνεται η μουσική σας όταν κινείται ανάμεσα σε τόσα διαφορετικά καλλιτεχνικά πεδία;

Όταν η μουσική κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές τέχνες, σταματά να είναι απλώς ένας "ήχος" και γίνεται ένας τρισδιάστατος χώρος, μια εμπειρία. Για μένα, όλα αυτά τα καλλιτεχνικά πεδία συνδέονται με έναν κοινό παρονομαστή: την κίνηση και το συναίσθημα.

Η επιρροή του κινηματογράφου με έμαθε να σκέφτομαι οπτικά όταν συνθέτω. Σπουδαίοι δημιουργοί, όπως ο Nino Rota ή ο Ennio Morricone, είχαν την ικανότητα να λένε μια ολόκληρη ιστορία μέσα από μια μόνο μελωδική γραμμή. Έτσι κι εγώ, στο Between Worlds, προσπαθώ να δημιουργήσω "ταινίες για τα αυτιά του ακροατή". Θέλω κάθε κομμάτι να γεννά εικόνες, να έχει πλοκή, κορυφώσεις και ατμόσφαιρα.

Ο σύγχρονος χορός, από την άλλη, μου έδωσε την αίσθηση του σωματικού ρυθμού, του χώρου και του χρόνου. Όταν γράφεις για χορευτές, μαθαίνεις να νιώθεις τη μουσική μέσα από τη βαρύτητα, την ανάσα και την παύση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στο άλμπουμ είναι το κομμάτι "Vessel", το οποίο γράφτηκε ειδικά για σύγχρονο χορό. Μέσα στη δομή του μπορεί κανείς να νιώσει ακριβώς αυτόν τον ανοιχτό ορίζοντα, αυτόν τον εσωτερικό χώρο και την αναπνοή που απαιτεί η κίνηση του σώματος. Αυτό φέρνει μια πολύ οργανική, ζωντανή ροή στις συνθέσεις μου· η μουσική αποκτά μια φυσική "σωματικότητα".

Τέλος, η immersive art (η εμβυθιστική τέχνη) άλλαξε τον τρόπο που τοποθετώ τον ήχο στον χώρο. Με έκανε να θέλω να περιβάλλω ολοκληρωτικά τον ακροατή, να τον "βουτήξω" μέσα στη μουσική.

Όταν όλα αυτά τα πεδία συνομιλούν, η μουσική μου απελευθερώνεται από τις κλασικές δομές. Γίνεται πιο εύπλαστη, πιο απρόβλεπτη και, τελικά, πιο ανοιχτή. Δεν ακούγεται απλώς· σε προσκαλεί να μπεις μέσα της, να περπατήσεις ανάμεσα στους κόσμους της και να γίνεις μέρος της.

Το κομμάτι The Journey βασίζεται στον ρυθμό του ζεϊμπέκικου (9/4) και σε ανατολίτικους δρόμους. Πόσο συνειδητή είναι για εσάς η σύνδεση της παράδοσης με τη συμφωνική γραφή;

Η σύνδεση αυτή είναι απόλυτα συνειδητή και αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας. Στο The Journey, η επιλογή του 9/4 αντί για το κλασικό 9/8 έγινε πολύ στοχευμένα. Ήθελα αυτό το συγκεκριμένο "αργό 9άρι", γιατί αυτό το μέτρο δίνει στη συμφωνική ορχήστρα τον απαραίτητο χώρο και χρόνο να αναπνεύσει. Αυτό το επιπλέον, ανεπαίσθητο "extra beat" στο τέλος του μέτρου είναι που δίνει όλο το χαρακτηριστικό χρώμα, το βάρος και το συναίσθημα. Είναι η στιγμή που ο χορευτής, ή στην προκειμένη περίπτωση, η ίδια η ορχήστρα, αιωρείται για ένα δευτερόλεπτο στον αέρα πριν πατήσει ξανά στη γη.

Όταν παντρεύεις την ελληνική παράδοση και τους ανατολίτικους δρόμους με τη δυτική συμφωνική γραφή, το μεγάλο στοίχημα είναι να μην ακουστεί το αποτέλεσμα σαν ένα απλό "φολκλόρ" στολίδι. Δεν ήθελα η ορχήστρα απλώς να συνοδεύει μια ελληνική μελωδία· ήθελα ο ίδιος ο ιστός της ορχήστρας, τα βιολιά, τα πνευστά, τα τσέλα, να γίνουν ένα με το σώμα του ζεϊμπέκικου ρυθμού.

Η παράδοσή μας κουβαλάει ένα βαθύ, αρχέγονο δράμα και μια εσωτερικότητα. Η συμφωνική ορχήστρα, με τον τεράστιο όγκο και τη δραματική της εμβέλεια, έχει τη δύναμη να μεγεθύνει αυτό το συναίσθημα, να το κάνει οικουμενικό. Για μένα, το The Journeyείναι ακριβώς αυτό: ένα ταξίδι όπου η ελληνική ψυχή και ο ρυθμός της βρίσκουν το απόλυτο, μεγαλοπρεπές σπίτι τους μέσα στα ηχοχρώματα μιας μεγάλης ευρωπαϊκής ορχήστρας.

Ποια ήταν η αφετηρία για το ομώνυμο κομμάτι Between Worlds και τι συναισθηματικό ή αφηγηματικό τόξο ακολουθεί;

Η αφετηρία για το ομώνυμο κομμάτι Between Worlds ήταν η ίδια η βιωματική μου πραγματικότητα: η αίσθηση του να ανήκεις ταυτόχρονα σε δύο πατρίδες, στην Ελλάδα και στη Νέα Υόρκη, και να κινείσαι μόνιμα ανάμεσα σε διαφορετικές μουσικές γλώσσες. Ήθελα να δημιουργήσω ένα έργο που να αποτυπώνει αυτή τη διπλή ταυτότητα, όχι σαν μια κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης, αλλά σαν μια δημιουργική και συναισθηματική γέφυρα.

Το συναισθηματικό και αφηγηματικό τόξο του κομματιού ακολουθεί μια σταδιακή πορεία από την αναζήτηση και την εσωτερικότητα προς την απόλυτη ορχηστρική κορύφωση και την απελευθέρωση.

Στην αρχή, το κομμάτι ξεκινά με μια αίσθηση μετεωρισμού, νοσταλγίας και αναζήτησης. Είναι η εισαγωγή σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο, όπου οι αναμνήσεις και οι ήχοι αρχίζουν να ξετυλίγονται. Καθώς η αφήγηση εξελίσσεται, τα διαφορετικά μουσικά στοιχεία—οι ρυθμοί, οι αυτοσχεδιαστικές γραμμές και τα ηχοχρώματα—αρχίζουν να πλέκονται μεταξύ τους.

Η συμφωνική ορχήστρα μπαίνει δυναμικά, αγκαλιάζει αυτή τη συνάντηση και το κομμάτι αποκτά μια επική, κινηματογραφική διάσταση. Το συναίσθημα μεταμορφώνεται: η αρχική μελαγχολία ή η αίσθηση της απόστασης δίνει τη θέση της στη δύναμη, την ελπίδα και τη γιορτή. Στο τέλος του τόξου, οι δύο κόσμοι σταματούν να απέχουν και ενώνονται σε έναν συγκλονιστικό, κοινό ορχηστρικό χορό. Είναι ένας θρίαμβος της σύνδεσης, μια επιβεβαίωση ότι οι κόσμοι που κουβαλάμε μέσα μας μπορούν να συνυπάρξουν με απόλυτη αρμονία και ομορφιά.

Σε έργα όπως τα Vessel και Me υπάρχει έντονη σχέση με τον χορό και την εικαστική εγκατάσταση. Πώς αλλάζει η μουσική όταν προορίζεται να “συνομιλήσει” με το σώμα ή την εικόνα;

Όταν η μουσική προορίζεται να συνομιλήσει με το σώμα ή την εικόνα, η διαδικασία της σύνθεσης μεταμορφώνεται. Σταματάς να κοιτάζεις μόνο το πεντάγραμμο και γίνεσαι ο ίδιος κομμάτι μιας ευρύτερης χορογραφίας ή ενός εικαστικού χώρου. Οι δύο αυτές περιπτώσεις στο άλμπουμ είχαν μάλιστα μια συναρπαστική παρασκηνιακή ιστορία.

Το "Vessel" γεννήθηκε με έναν πολύ ιδιαίτερο και αναποδογυρισμένο τρόπο. Συνήθως, οι χορογράφοι παίρνουν πρώτα τη μουσική και πάνω σε αυτή δημιουργούν τον χορό. Εδώ έγινε το αντίθετο. Ο σπουδαίος χορογράφος Peter Pucci (Pilobolus) είχε ήδη στήσει μια χορογραφία για το Dance Theatre of Harlem πάνω σε μουσική του Stravinsky. Όταν προέκυψε πρόβλημα με τα πνευματικά δικαιώματα, ο Peter στράφηκε σε μένα για να γράψω μια εντελώς νέα, πρωτότυπη μουσική. Παρακολουθώντας επανειλημμένα το βίντεο με το pas de deux (ντουέτο) των χορευτών, έγραψα το Vessel. Αρχικά, το κομμάτι γράφτηκε για τρίο εγχόρδων (string trio). Ήταν σαν να κάνω scoring σε ταινία: έπρεπε να μετρήσω την κάθε ανάσα, να νιώσω τη βαρύτητα των σωμάτων και να δημιουργήσω μια μουσική που να υποστηρίζει και να αναδεικνύει την ήδη υπάρχουσα κίνηση. Η μετέπειτα ενορχήστρωσή του για πλήρη συμφωνική ορχήστρα (full orchestra) του έδωσε έναν νέο, απέραντο εσωτερικό χώρο.

Στο "Me", η αφετηρία ήταν εικαστική. Έγραψα το κομμάτι παρακολουθώντας τις visual εικόνες που δημιούργησαν η Laia Cabrera και η Isabelle Duverger για μια immersive εγκατάσταση. Το θέμα ήταν ειρηνικό, στοχαστικό, και οι ίδιες οι εικόνες υπαγόρευσαν τον ρυθμό, την ανάσα και το συναίσθημα της μουσικής. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι η εξέλιξή του: όταν αποφάσισα να μεταφέρω αυτή τη μουσική στη συμφωνική ορχήστρα, πρόσθεσα επιπλέον μελωδικές γραμμές για τα διαφορετικά σώματα των οργάνων. Έτσι, το έργο εξελίχθηκε, ωρίμασε και προσαρμόστηκε από ένα static visual score σε ένα ολοζώντανο, τρισδιάστατο ορχηστρικό σενάριο.

Και στις δύο περιπτώσεις, η μουσική αλλάζει γιατί γίνεται πιο "ανοιχτή". Μαθαίνει να μην κυριαρχεί, αλλά να συμπλέει, να αφουγκράζεται και, τελικά, να δίνει πνοή και συναίσθημα σε αυτό που βλέπει το μάτι.

Στις συναυλίες στην Αθήνα και την Κάρυστο θα εμφανιστείτε και ως guest conductor. Τι σημαίνει για εσάς να διευθύνετε τη δική σας μουσική μπροστά στο κοινό;

Το να ανεβαίνω στο πόντιουμ και να διευθύνω τη δική μου μουσική είναι η απόλυτη ολοκλήρωση του δημιουργικού κύκλου. Είναι η στιγμή που η μοναξιά της σύνθεσης—όλες εκείνες οι ώρες που πέρασα μόνη μου μπροστά σε ένα άδειο πεντάγραμμο—μεταμορφώνεται σε μια απόλυτα συλλογική, ζωντανή εμπειρία.

Όταν διευθύνεις μια ορχήστρα, δεν δίνεις απλώς τον χρόνο ή τον ρυθμό. Γίνεσαι ο αγωγός μέσα από τον οποίο περνάει η ενέργεια 50 μουσικών για να φτάσει στο κοινό. Πρέπει να είσαι απόλυτα παρούσα στην κάθε στιγμή, να αφουγκράζεσαι την αναπνοή των πνευστών, την ένταση των εγχόρδων και, ταυτόχρονα, να καθοδηγείς το συναίσθημα του έργου με βάση την αρχική σου έμπνευση.

Το γεγονός ότι αυτό θα συμβεί στην Αθήνα και την Κάρυστο, μπροστά στο ελληνικό κοινό, έχει για μένα μια ανεκτίμητη συγκινησιακή αξία. Είναι η επιστροφή στις ρίζες μου. Η Κάρυστος και η Αθήνα κουβαλούν μνήμες, φως και ανθρώπους που αγαπώ. Το να μοιράζομαι το Between Worlds με την "Nostos" Ορχήστρα και να επικοινωνώ αυτή τη μουσική ζωντανά, με τα δικά μου χέρια, είναι ένα δώρο.

Είναι η στιγμή που οι "κόσμοι" του άλμπουμ σταματούν να είναι θεωρία ή μια ηχογράφηση σε ένα CD και γίνονται μια ζωντανή, παλλόμενη πραγματικότητα που τη μοιραζόμαστε όλοι μαζί στον ίδιο χώρο. Ανυπομονώ γι' αυτή τη συνάντηση.

Αν κοιτάξετε συνολικά το Between Worlds, τι θα λέγατε ότι αποκαλύπτει για την καλλιτεχνική σας πορεία σήμερα – και τι αφήνει ανοιχτό για το επόμενο βήμα;

Κοιτάζοντας το Between Worlds συνολικά, συνειδητοποιώ ότι αυτό το έργο αντιπροσωπεύει έναν πλήρη κύκλο στη ζωή και την καλλιτεχνική μου πορεία. Είναι η απόλυτη έκφραση όλου του μουσικού μου ταξιδιού μέχρι σήμερα.

Ξεκίνησα ως μικρό παιδί μελετώντας κλασική κιθάρα, κι εκεί βρίσκονται ουσιαστικά οι βαθιές μου ρίζες. Την ίδια στιγμή, όμως, ως έφηβη, λάτρευα να παίζω ροκ κιθάρα σε μπάντες, γεμάτη ηλεκτρισμό και ενέργεια. Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, ανακάλυψα τη μαγεία της τζαζ κιθάρας και του αυτοσχεδιασμού. Με έναν τρόπο, λοιπόν, η κλασική μουσική ήταν πάντα το θεμέλιό μου, αλλά ταυτόχρονα τα χέρια μου ήταν πάντα αρκετά ανοιχτά ώστε να αγκαλιάσουν με το ίδιο πάθος διαφορετικά στυλ μουσικής και κουλτούρες από όλο τον κόσμο.

Το έργο αυτό αποκαλύπτει ότι σήμερα έχω φτάσει σε ένα σημείο ωριμότητας όπου όλοι αυτοί οι σταθμοί δεν είναι πια ξεχωριστά κεφάλαια, αλλά μια ενιαία φωνή. Για μένα, η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα που εκφράζεται μέσα από τον ήχο· δεν έχει όρια, δεν έχει σύνορα και δεν μπαίνει σε στενά καλούπια.

Όσο για το επόμενο βήμα, το Between Worlds κυκλοφορεί ουσιαστικά ως ένα EP, γεγονός που αφήνει το μέλλον ορθάνοιχτο. Το πλάνο μου είναι να συνεχίσω άμεσα τις ηχογραφήσεις, προσθέτοντας νέα μουσική και επεκτείνοντας αυτό το ορχηστρικό σύμπαν. Αυτή η κυκλοφορία είναι μόνο η αρχή, η πρώτη γεύση ενός μεγαλύτερου σχεδίου. Έχοντας πλέον ενώσει τη συμφωνική ορχήστρα με την τζαζ, το ροκ συναίσθημα και την world music, νιώθω έτοιμη να επιστρέψω στο στούντιο και να συνεχίσω να χτίζω αυτές τις γέφυρες. Το ταξίδι ανάμεσα στους κόσμους μόλις ξεκίνησε.

 

Βλάρα Αλεξία 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λεωνίδας Βουρδονικόλας: "Όταν ο θάνατος γίνει συνομιλητής, η αφήγηση μπορεί να αποκτήσει ακόμη περισσότερη ζωή".

Είδαμε και προτείνουμε: LULE των Κατερίνα Μπιλιούρη & Βασιλή Τσιάκα στο μικρό Κεραμεικό

Είδαμε και προτείνουμε: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ στο Ρεκτιφιέ

Διαβάσαμε και προτείνουμε: «Γράμμα του πελάγους» του Άγγελου Λαμέρα από την Άνεμος εκδοτική

Ευαγγελία Παλαιολόγου: " Ο έρωτας έχει μια δύναμη που μπορεί να αντέξει τον χρόνο, γιατί αυτό που μένει δεν είναι μόνο η παρουσία, αλλά το συναίσθημα".