Ελένη Νανοπούλου: "Όταν ο έρωτας μετατρέπεται σε μνήμη, χάνει τη γεωμετρία του και γίνεται θραύσμα".
Στο «δωμάτιο δίπλα» η Ελένη Νανοπούλου γράφει για την παρουσία που γίνεται απουσία, τη μνήμη, το σώμα και τα ίχνη μιας εμπειρίας που έχει τελειώσει αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας. Με μια ποίηση σωματική και υλική, όπου η ανατομία και η βοτανική συναντούν τον έρωτα και την απώλεια, η ποιήτρια αναζητά εκείνο το «σχεδόν» της ανθρώπινης επαφής, όσα μπορούμε να πλησιάσουμε αλλά ποτέ να αγγίξουμε ολοκληρωτικά.
Το «δωμάτιο δίπλα» μοιάζει να βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία. Τι είναι για εσάς αυτό το «δίπλα» και τι υπάρχει εκεί που δεν μπορούμε να δούμε αμέσως;
Το «δίπλα» είναι το σημείο όπου η παρουσία του άλλου γίνεται απουσία, αλλά παραμένει κοντά. Εκεί κατοικεί ό,τι ειπώθηκε και ό,τι δεν.
Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο. Επειδή η συλλογή έχει και μια σκηνογραφική δομή, το «δίπλα» είναι ο διπλανός τοίχος όπου οι απώλειες δίνονται καθαρά χωρίς περιστροφές.
Στην ποίησή σας το σώμα έχει πολύ έντονη παρουσία. Τι μπορεί να
εκφράσει το σώμα που δεν μπορεί να εκφράσει η σκέψη ή η λέξη;
Το σώμα έχει έντονη παρουσία ακριβώς επειδή είναι ο πρώτος δέκτης. Το σώμα αντιδρά, εκφράζει το τραύμα και την έξαψη στην ακατέργαστη μορφή τους.Μια ταχυκαρδία ή μια αιμορραγία αποτυπώνουν την αλήθεια της ύπαρξης πολύ πιο βίαια από οποιαδήποτε φιλοσοφική σκέψη.Οι λέξεις διαχειρίζονται , αλλά το σώμα υφίσταται το γεγονός.
Το σώμα δεν μπορεί να πει ψέματα· οι λέξεις μπορούν. Όταν η σκέψη προσπαθεί να εκλογικεύσει την απώλεια, το σώμα αντιδρά αυτόνομα
Πώς αλλάζει ο έρωτας όταν περνά από την εμπειρία στη μνήμη;
Όταν ο έρωτας μετατρέπεται σε μνήμη, χάνει τη γεωμετρία του και γίνεται θραύσμα.
Η μνήμη αφαιρεί το παρόν. Ο έρωτας ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτούς που έχουν φύγει, είναι το αποτύπωμα της γήινης ζωής τους. Όταν η εμπειρία γίνεται μνήμη, ο έρωτας σταματά να είναι συναίσθημα και γίνεται αντικείμενο της απώλειας – ένα ρούχο ή μια ομπρέλα που αφέθηκε πίσω.
Τι σημαίνει για εσάς ένας χώρος που κατοικείται από μνήμες;
Εδώ ένας χώρος με μνήμες δεν είναι μουσείο, είναι ενεργό πεδίο μάχης. Δεν είναι ένας αφηρημένος χώρος, αλλά τόποι με αποθήκες γεμάτες με υλικά και ίχνη.
Πότε αισθάνεστε ότι μια λέξη
πρέπει να ξεφύγει από τη συνηθισμένη της θέση για να πει αυτό που πραγματικά
θέλετε;
Η λέξη βγαίνει από τη θέση της όταν πρέπει να λειτουργήσει ως κραυγή ή ως χαρακτικό. Κάνεις δεν λέει ότι η γλώσσα πρέπει να μείνει στην παραδοσιακή της σύνταξης. Μια λέξη δραπετεύει όταν η γραμματική και η σύνταξη «στενεύουν» και αδυνατούν να μεταφέρουν το πλήρες βάρος ενός συναισθήματος ή μιας ιδέας. Αυτό που λέμε (υπερβατό σχήμαή αναστροφή). Εδώ αυτή η «απόδραση» της λέξης δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά η ίδια η ουσία της ποιητικής ελευθερίας.
Μια λέξη μετακινείται από τη φυσική της θέση για να μετατρέψει τον καθημερινό λόγο, χρησιμοποιώντας κυρίως δύο κλασικά σχήματα λόγου: το υπερβατό (όταν μεσολαβούν άλλες λέξεις ανάμεσα σε δύο που συνδέονται στενά) και την αναστροφή (όταν αλλάζει η αναμενόμενη σειρά)
Η βοτανική και η ανατομία εμφανίζονται δίπλα στον έρωτα και το συναίσθημα. Τι σας ενδιαφέρει στη συνάντηση του επιστημονικού, του φυσικού και του απολύτως προσωπικού;
Η βοτανική και η ανατομία γίνονται για εμένα το όχημα για να εκφραστεί το υποκειμενικό και το φλεγόμενο. Το ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται στο γεγονός ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι υλικό, οργανικό και χειροπιαστό, αντί για μια αφηρημένη ιδέα. Τα σώματα αποκτούν βάρος, εσωτερικότητα, υγρασία και θνητότητα. Το να περιγράφεις την καρδιά όχι ως σύμβολο, αλλά ως έναν μυ που συσπάται και αιμορραγεί, κάνει το συναίσθημα πιο άγριο και αληθινό.
Στη συνάντηση του φυσικού με το επιστημονικό, το ανθρώπινο σώμα χαρτογραφείται σαν ένα οικοσύστημα. Αυτό προσφέρει μια αίσθηση καθολικότητας: το απολύτως προσωπικό πάθος συνδέεται με τους νόμους της ίδιας της φύσης και της βιολογίας.
Η επιστήμη απαιτεί ακρίβεια, ταξινόμηση και παρατήρηση· το συναίσθημα, αντίθετα, είναι χαοτικό και απρόβλεπτο. Όταν δανείζομαι τη "γλώσσα του εργαστηρίου" για να μιλήσω για την απώλεια ή τον πόθο, δημιουργείται μια ισχυρή αντίθεση. Η ψυχρότητα των επιστημονικών όρων λειτουργεί σαν ένα προστατευτικό κέλυφος που συγκρατεί την έκρηξη του συναισθήματος. Προσπαθώ να εισχωρήσω κάτω από το δέρμα, στην ανατομία, για να βρω τι κατοικεί εκεί και με ποιον τρόπο.
Τα πρόσωπά μου κουβαλούν τη μοίρα των φυτών. Η βοτανική μάς θυμίζει ότι ό,τι ανθίζει είναι προορισμένο να μαραθεί, να σαπίσει και να γίνει λίπασμα για κάτι νέο. Υπάρχει μια άγρια ομορφιά σε αυτό: το σώμα, ακόμη και στη στιγμή της φθοράς του, παραμένει ένα θαύμα.
Η συλλογή δεν μοιάζει να προσπαθεί να εξηγήσει όσα έχουν χαθεί, αλλά να κρατήσει τα ίχνη τους. Τι μπορεί να διασώσει τελικά η ποίηση από μια εμπειρία που έχει τελειώσει;
Η ποίηση δεν έρχεται να εξηγήσει εκ των υστέρων τι συνέβη, ούτε μπορεί να αναστήσει μια χαμένη σχέση ή μια στιγμή που πέρασε. Αυτό που κάνει, όμως, είναι να διατηρεί την υλική μνήμη της εμπειρίας.
Όταν κάτι τελειώνει, η λογική προσπαθεί να το βάλει σε κουτάκια. Η ποίηση, αντίθετα, λειτουργεί σαν την ίδια τη φύση: καταγράφει το αποτύπωμα. Όπως ο φλοιός ενός δέντρου μαρτυρά τις πυρκαγιές ή τους χειμώνες που πέρασε, έτσι και το ποίημα κρατάει πάνω του τα σημάδια του βιώματος. Διασώζει τη σωματική αλήθεια εκείνης της περιόδου – την ένταση ενός βλέμματος, τον τρόπο που αντέδρασαν τα νεύρα μας, την εσωτερική μας ανατομία την ώρα του κλονισμού.
Τελικά, η ποίηση δεν σώζει το ίδιο το γεγονός, αλλά τη μεταμόρφωσή μας. Δεν κρατάει ζωντανό αυτό που χάθηκε, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτό που χάθηκε ρίζωσε μέσα μας και μας άλλαξε.
Μπορεί όμως να διασώσει το ίχνος του κραδασμού.
Το «δωμάτιο δίπλα» είναι ένας χώρος που βρίσκεται πολύ κοντά, αλλά παραμένει ξεχωριστός. Είναι τελικά η ποίηση ένας τρόπος να πλησιάσουμε κάτι που δεν μπορούμε ποτέ να αγγίξουμε ολοκληρωτικά;
Ναι, ακριβώς αυτό. Το "δωμάτιο δίπλα" ορίζει ένα οριακό σημείο· μια απόσταση που είναι ελάχιστη. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει το μέσα από το έξω, το τώρα από το μετά, την παρουσία από την απόλυτη απουσία. Ακούς τους ήχους από τον διπλανό χώρο, νιώθεις τους κραδασμούς και τη δόνηση στον τοίχο, ξέρεις ότι κάτι ζει, ανέπνεε ή συνεχίζει να αναπνέει εκεί, αλλά ένας μεσότοιχος σε εμποδίζει να το δεις. Δεν μπορείς να περάσεις το κατώφλι.
Αυτόν τον μεσότοιχο και αυτή την οριακή κατάσταση προσπαθεί να ψηλαφήσει η ποίηση. Δεν τρέφει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να τον γκρεμίσει ή να εκμηδενίσει την απόσταση. Η ποίηση δεν είναι η ίδια η ένωση, αλλά η γεωγραφία της επιθυμίας για ένωση. Είναι η προσπάθεια να χαρτογραφήσεις με ανατομική ακρίβεια τι συμβαίνει στο σώμα, στο συναίσθημα και στη μνήμη όταν τα όντα που τα φέρουν ως συνθήκη ή ως παρατηρητές δεν είναι πλέον προσβάσιμα, αλλά βρίσκονται ακριβώς εκεί, στην άλλη πλευρά, σχεδόν.
Η αρχιτεκτονική δομή του βιβλίου οργανώνει αυτή την απόσταση, επιτρέποντάς μας να περπατήσουμε μέσα στα δωμάτια και να έρθουμε όσο πιο κοντά γίνεται σε μια συνθήκη που δεν αλλάζει. Το ζύγι λοιπόν στην αφήγηση για να χαρτογραφηθεί το "δωμάτιο δίπλα", είναι να φτάσει το χέρι στο περβάζι, ακόμα και αν ξέρει ότι το οριστικό άγγιγμα είναι αδύνατο· είναι ο τρόπος να κοιτάς ένα βουνό, ή μια διαρκής κίνηση προς έναν άλλον που έχει ήδη βγει από έναν κήπο και έχει χαθεί.
Τελικά, η ποίηση είναι πράγματι ένας τρόπος να πλησιάσεις το ανέγγιχτο. Ίσως η ομορφιά και η ένταση να κρύβονται σε αυτό το "σχεδόν": στο γεγονός ότι πλησιάζουμε τόσο κοντά στην ανάμνηση ή στο ίχνος μιας ύπαρξης, ώστε να ακούμε μια ανάσα και να νιώθουμε τη θερμοκρασία της, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι το απόλυτο άγγιγμα, η ολοκληρωτική επαφή, ανήκει πια σε μια άλλη σφαίρα.
Βλάρα Αλεξία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου