Ιφιγένεια Τέκου: "Η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν συγγραφέα είναι να καταφέρει να μπει στη θέση των ηρώων του και να τους καταλάβει αντί να κρίνει".
Στο «Θάλασσες μας χώρισαν» η Ιφιγένεια Τέκου αφηγείται την ιστορία δύο αδελφών που μεγαλώνουν με διαφορετικά τραύματα και ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, με φόντο τη Σύμη, την Κωνσταντινούπολη και τις μεγάλες ανατροπές της Ιστορίας. Μιλά για τον αδελφικό δεσμό, τη ζήλια, την απώλεια, τη συγχώρεση και τη δύναμη του ανθρώπου να ξαναγεννιέται μέσα από τις φουρτούνες της ζωής.
Δύο αδελφές, η Παρασκευούλα και η Ελπίδα, μεγαλώνουν με πολύ διαφορετικό τρόπο και κουβαλούν διαφορετικά τραύματα. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θέλετε να αφηγηθείτε τη δική τους ιστορία;
Ο αδελφικός δεσμός και οι προκλήσεις που περικλείει αποτελούσαν από την
αρχή της συγγραφικής μου πορείας μια δημιουργική εμμονή. Με γοητεύει το πώς δύο
άνθρωποι με την ίδια αφετηρία, μεγαλωμένοι στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον,
μπορούν να διαμορφωθούν εντελώς διαφορετικά ανάλογα με τις συνθήκες. Στην
περίπτωση της Παρασκευούλας και της Ελπίδας, ήθελα να εξερευνήσω πώς τα
διαφορετικά βιώματα και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας χαράζουν αντίθετες
πορείες. Η ανάγκη μου, λοιπόν, να αφηγηθώ την ιστορία τους γεννήθηκε από την
επιθυμία να δω πώς η μία αδελφή μετατρέπει το τραύμα της σε αντοχή και η άλλη
σε διεκδίκηση, και πώς τελικά αυτές οι δύο διαφορετικές τροχιές συγκρούονται,
αλλά και αναζητούν η μία την άλλη.
Η σχέση των δύο αδελφών περνά
μέσα από την αγάπη, τη ζήλια, την ενοχή και την προδοσία. Πόσο δύσκολο ήταν να
σταθείτε και στις δύο πλευρές χωρίς να κρίνετε τις επιλογές τους;
Είναι ίσως η μεγαλύτερη
πρόκληση για έναν συγγραφέα, να καταφέρει να μπει στη θέση των ηρώων του και να
τους καταλάβει αντί να κρίνει. Παρόλο
που η μια αδελφή δείχνει να έχει το ηθικό ανάστημα ενώ η άλλη βασανίζεται από αρρωστημένη ζήλεια που την
οδηγεί σε τραγικά λάθη,προσπάθησα να αναζητήσω την πληγή πίσω από την πράξη. Η
ζήλεια της Ελπίδας δεν γεννήθηκε από κακία, αλλά από μια βαθιά ανάγκη να
αγαπηθεί και να επιβεβαιωθεί. Φωτίζοντας τις δικές της ελλείψεις και τα δικά
της τραύματα, προσπάθησα να μην τη δικάσω, αλλά να την παρουσιάσω στον
αναγνώστη με κατανόηση και συμπόνια.
Η Ελπίδα ερωτεύεται τον άντρα της
αδελφής της και οδηγείται σε έναν γάμο που της φέρνει μοναξιά. Θέλατε μέσα από
εκείνη να μιλήσετε περισσότερο για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα ή για τις συνέπειες
των επιλογών μας;
Θα έλεγα ότι ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι η βιτρίνα, αλλά η ουσία κρύβεται
στις συνέπειες των επιλογών μας. Η Ελπίδα δημιουργεί μια πραγματικότητα στην
οποία τελικά φυλακίζεται, κυνηγώντας μια ψευδαίσθηση. Μέσα από τη δική της
διαδρομή, ήθελα να δείξω ότι κάθε μας βήμα έχει αντίκτυπο και ότι το πιο βαρύ
τίμημα που καλούμαστε μερικές φορές να πληρώσουμε είναι η ίδια μας η μοναξιά.
Η ιστορία ξεκινά στη Σύμη, την
περίοδο της ιταλικής κατοχής, και μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη. Πόσο
σημαντικός ήταν για εσάς ο ιστορικός χρόνος μέσα στον οποίο κινούνται οι
ηρωίδες;
Ο ιστορικός χρόνος για μένα δεν είναι ένα απλό, στατικό φόντο, αλλά ο ίδιος
ο καταλύτης της πλοκής. Η ιταλική κατοχή στη Σύμη και η μετέπειτα μεταφορά της
οικογένειας στην Κωνσταντινούπολη διαμορφώνουν καταλυτικά το αίσθημα της
απώλειας, της επιβίωσης και του ξεριζωμού που βιώνουν οι ηρωίδες μου. Οι
μεγάλες γεωγραφικές και ιστορικές μεταβολές, όπως τα τραγικά Σεπτεμβριανά του
1955 στην Πόλη ή οι αναταράξεις με την άνοδο του Νάσερ στην Αίγυπτο,
καθρεφτίζουν τις εσωτερικές ανατροπές των δύο αδελφών. Μέσα από αυτές τις
ανατροπές, βλέπουμε πώς οι προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων μπλέκονται με τη
Μεγάλη Ιστορία. Εκεί που οι ήρωες προσπαθούν να λύσουν τα δικά τους προβλήματα
και πάθη, έρχονται τα πάνω κάτω στον κόσμο τους και αναγκάζονται να πάρουν
αποφάσεις που θα αλλάξουν τη ζωή τους για πάντα.
Τα Σεπτεμβριανά του 1955 και οι
αναταράξεις γύρω από την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ αποτελούν το
ιστορικό φόντο της ιστορίας. Τι θέλατε να γνωρίσει ή να ξαναθυμηθεί ο
αναγνώστης μέσα από αυτά τα γεγονότα;
Ήθελα
να υπενθυμίσω πόσο βίαια και απρόβλεπτα μπορεί να ανατραπεί η ευημερία των
ανθρώπων από τη μια στιγμή στην άλλη. Τα Σεπτεμβριανά του 1955 αποτελούν μια
μαύρη σελίδα που πλήγωσε ανεπανόρθωτα τον Ελληνισμό της Πόλης. Για μένα αυτό το
γεγονός δεν είναι απλώς Ιστορία, είναι οικογενειακή μνήμη, καθώς κουβαλάω τα
βιώματα και τις πληγές της ίδιας της γιαγιάς μου που τα έζησε.
Από την
άλλη πλευρά, η κρίση του Σουέζ και η εθνικοποίηση της διώρυγας από τον Νάσερ
λειτούργησαν ως ένας δεύτερος, παράλληλος καταλύτης. Ήταν η απαρχή του τέλους
για μια άλλη σπουδαία κοινότητα, αυτή των Αιγυπτιωτών Ελλήνων, που είδαν τις
περιουσίες τους να κρατικοποιούνται και τις ζωές τους να ανατρέπονται.
Συνέδεσα τα δύο αυτά σημαντικά γεγονότα ελπίζοντας ότι ο αναγνώστης θα
αντιληφθεί πως πίσω από τις πολιτικές αποφάσεις, τις γεωπολιτικές αναταράξεις
και τα ψυχρά ιστορικά δεδομένα, υπάρχουν πάντα απλοί άνθρωποι που έχασαν
εντελώς ξαφνικά τα σπίτια, τις πατρίδες και τα όνειρά τους.
Η θάλασσα υπάρχει από τον τίτλο
κιόλας και μοιάζει να χωρίζει αλλά και να ενώνει τους ανθρώπους. Τι συμβολίζει
για εσάς η θάλασσα στο βιβλίο;
Η
θάλασσα στο βιβλίο δεν είναι απλό σκηνικό, είναι ένας ζωντανός οργανισμός.
Είναι αυτή που χωρίζει φυσικά τις δύο αδελφές και τις απομακρύνει από τις ρίζες
τους, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και τη μόνη τους σταθερά. Συμβολίζει τη μοίρα,
τη ροή του χρόνου και την ελπίδα ότι, όσο μακριά κι αν σε βγάλει το κύμα, πάντα
υπάρχει ένας τρόπος να επιστρέψεις σε όσους αγαπάς.Αυτόν ακριβώς τον συμβολισμό
αποτυπώνει με έναν μοναδικό, συγκλονιστικό τρόπο και το ομότιτλο τραγούδι της
σειράς μας, που θα προβληθεί σε λίγες εβδομάδες στο ERTFLIX. Όπως
χαρακτηριστικά ερμηνεύει με την αισθαντική φωνή της η Ελένη Τσαλιγοπούλου, σε
μια υπέροχη μουσική του Γιώργου Μπουσούνη: «Όσα μας πήρε η θάλασσα κι όσα η ζωή
θα φέρει...». Αυτή η φράση κλείνει μέσα της όλη την ουσία του έργου.
Στο βιβλίο η συγχώρεση παρουσιάζεται ως ένας δρόμος προς τη λύτρωση.
Πιστεύετε ότι μπορούμε πραγματικά να προχωρήσουμε στη ζωή χωρίς να συγχωρήσουμε
πρώτα τον εαυτό μας ή τους άλλους;
Χωρίς συγχώρεση παραμένουμε δέσμιοι του χθες, όμως, η μεγαλύτερη πρόκληση
είναι να δείξουμε έλεος στα δικά μας λάθη. Η Παρασκευούλα και η Ελπίδα οφείλουν
να αναγνωρίσουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης πριν επιχειρήσουν να γεφυρώσουν
την απόσταση ανάμεσά τους. Η συγχώρεση δεν σβήνει το παρελθόν, αλλά ανοίγει τον
δρόμο για το μέλλον.
Αν μπορούσατε να κρατήσετε μία
μόνο σκέψη από την ιστορία της Παρασκευούλας και της Ελπίδας και να την αφήσετε
στον αναγνώστη, ποια θα ήταν αυτή;
Αν μπορούσα να κρατήσω μία μόνο
σκέψη, θα ήταν ότι η ανθρώπινη ψυχή έχει μια απίστευτη ικανότητα να αντέχει και
να ξαναγεννιέται. Παρά τις απώλειες, τις προδοσίες και τις φουρτούνες της
Ιστορίας, η Παρασκευούλα και η Ελπίδα μάς δείχνουν ότι η
ζωή πάντα βρίσκει τον τρόπο να προχωρά και να ανθίζει ξανά.
Βλάρα Αλεξία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου